Η «Κληματαριά του Μπέλλου» στην Κέρκυρα είναι must-visit
Αν τα εστιατόρια στα νησιά μας ήταν σαν την «Κληματαριά του Μπέλλου», τότε η Ελλάδα δεν θα ήταν απλώς προορισμός για θάλασσα και ήλιο, αλλά κορυφαίος γαστρονομικός προορισμός.
Η «Κληματαριά του Μπέλλου» στην Κέρκυρα είναι, χωρίς υπερβολή, ένας μικρός εθνικός θησαυρός. Το γράφω έτσι, από την αρχή, για να μην προσποιηθώ ότι θα κρατήσω αποστάσεις. Πήγα με καχυποψία, έφυγα όμως με εκείνο το ωραίο αίσθημα ότι κάτι αυθεντικό υπάρχει ακόμη και αντέχει.
Στις Μπενίτσες της Κέρκυρας, το μαγαζί άνοιξε τον Φεβρουάριο του 1997 από τον Νίκο Μπέλλο και τη σύζυγό του, τη Λίλυ. Ο κ. Νίκος μετέτρεψε το παραδοσιακό οικογενειακό του σπίτι σε μια μικρή ψαροταβέρνα που, με τα χρόνια, έγινε σημείο αναφοράς για την αυθεντική κερκυραϊκή κουζίνα. Και ξέρετε κάτι; Αυτό συνήθως με φοβίζει. Όταν ακούω για «σημείο αναφοράς», «θρύλο», «must visit» και όλα αυτά τα ωραία, αρχίζω αμέσως να κρατάω μικρό καλάθι.
Δεν σας κρύβω ότι έχω έναν τρόμο με τον υπερβολικό θόρυβο που γίνεται γύρω από μαγαζιά και εστιατόρια. Θα μου πεις, τριάντα χρόνια μαγαζί, αν δεν άξιζε, θα έκλεινε. Ναι, αλλά από την άλλη, λίγο ότι βρίσκεται σε τουριστικό νησί, λίγο η διαφήμιση, λίγο το στόμα με στόμα, όλα μπορούν να φουσκώσουν μια ιστορία. Πήγα λοιπόν με τη διάθεση που έχει κάθε γαστρονομικός συντάκτης όταν ακούει πάρα πολλά καλά: με περιέργεια, αλλά και με διάθεση κριτικής. Γενικά, είμαι ευδιάθετος τύπος, αλλά με τον Μπέλο δεν ξέρω τι έπαθα. Μάλλον πίστεψα ότι είμαι ο κακός κριτικός στον «Ρατατούη».

Επειδή έχω και μια καταγωγή από την Κέρκυρα, ξέρω πάρα πολύ καλά ότι στις Μπενίτσες, Αύγουστο μήνα, δεν βρίσκεις πάρκινγκ. Δεν είναι απλώς δύσκολο· είναι σαν να κερδίζεις σε κοπή πίτας στο ΟΑΚΑ, στο ποδόσφαιρο, και να σου πέφτει και το φλουρί στο πιάτο. Τελικά, δεν ταλαιπωρήθηκα πολύ. Για την ακρίβεια, καθόλου. Μόλις πήγα να σκεφτώ αρνητικά, ο καλός Θεούλης μάλλον φώτισε έναν χριστιανό και βρήκα κατευθείαν θέση. Το πήρα σαν καλό σημάδι.
Πρέπει οπωσδήποτε να κάνετε κράτηση, όχι από σνομπισμό, αλλά γιατί το εστιατόριο είναι μικρό και γεμίζει. Δεν είναι χώρος που θα πας τυχαία και θα πεις «κάπου θα χωρέσουμε». Πήραμε τρία πιάτα: χταπόδι με πατάτες, μακαρόνια παστιτσάδα με χταπόδι και μπιάνκο. Τρία πιάτα ακριβώς, ούτε πολλά ούτε λίγα, αρκετά όμως για να καταλάβεις αν εδώ υπάρχει ουσία ή απλώς καλή φήμη.

Με κάθε ειλικρίνεια και αυτοσυγκράτηση, θα πω ότι το χταπόδι με πατάτες από την «Κληματαριά του Μπέλλου» είναι πιάτο που πρέπει να προστατευτεί. Αν ερχόταν, ας πούμε, μια άτυπη Εθνική Επιτροπή Διάσωσης Ελληνικών Γεύσεων, εγώ αυτό το πιάτο θα το έβαζα μέσα σε μια νοητή διαστημική κάψουλα. Να σωθεί από τα σεβίτσε, τα πόκε και όλες αυτές τις μόδες που έχουν πλημμυρίσει θάλασσες, πεδιάδες και ακτές. Όχι ότι έχω κάτι προσωπικό μαζί τους, αλλά κάπου πρέπει να θυμόμαστε και τι σημαίνει ελληνικό φαγητό όταν γίνεται με μέτρο, μνήμη και τεχνική.
Τα ζυμαρικά παστιτσάδα με χταπόδι είναι από εκείνες τις μακαρονάδες που αποτυπώνονται στη μνήμη σου για καιρό. Έχουν ένταση, βάθος, εκείνη τη γλύκα της σάλτσας και την πλούσια γεύση του χταποδιού. Δυστυχώς, μετά από αυτές τις μπρουτάλ γεύσεις, το μπιάνκο κάπως σκοτώθηκε. Δεν φταίει απαραίτητα το πιάτο. Ίσως απλώς ήρθε σε λάθος σειρά, μετά από δύο γευστικά θηρία που είχαν ήδη κερδίσει το τραπέζι.

Η «Κληματαριά του Μπέλλου» δεν είναι ακριβή. Είναι όσο πρέπει. Και αυτό σήμερα, ειδικά σε νησί και μάλιστα σε τουριστικό προορισμό, είναι από μόνο του λόγος σεβασμού. Έφυγα με την αίσθηση ότι αν τα εστιατόρια στα νησιά μας ήταν σαν τον Μπέλο, τότε η Ελλάδα δεν θα ήταν απλώς προορισμός για θάλασσα και ήλιο, αλλά ο απόλυτος προορισμός φαγητού στον κόσμο. Γιατί εδώ δεν τρως απλώς καλά. Τρως κάτι που έχει ρίζα, χαρακτήρα και αλήθεια. Και τέτοια μαγαζιά, όταν τα βρίσκεις, πρέπει να τα λες με το όνομά τους: θησαυρούς.

