Ο «Φόρος» είναι τέλεια εναρμονισμένος με την Παλιά Περίθεια
@tavernaforos

Ο «Φόρος» είναι τέλεια εναρμονισμένος με την Παλιά Περίθεια

Στην Παλιά Περίθεια ανεβαίνεις για την ιστορία, μένεις για την ατμόσφαιρα και τελικά κάθεσαι στον «Φόρο» για μια παστιτσάδα που σου θυμίζει γιατί αξίζει να ταξιδεύεις.

Στην Παλιά Περίθεια αξίζει να πας και για το μέρος και για το φαγητό. Το γράφω από την αρχή, γιατί εδώ η εμπειρία δεν χωρίζεται εύκολα στα δύο. Δεν είναι δηλαδή ότι πας πρώτα να δεις ένα παλιό χωριό και μετά, κάπου τυχαία, κάθεσαι να φας. Η Παλιά Περίθεια είναι από μόνη της μια μικρή εκδρομή στον χρόνο, και το φαγητό έρχεται σχεδόν φυσικά να συμπληρώσει αυτή την αίσθηση. Βρίσκεται στις πλαγιές του Παντοκράτορα, σε υψόμετρο περίπου 450 μέτρων, και θεωρείται το αρχαιότερο μόνιμα κατοικημένο χωριό της Κέρκυρας, με αναφορές ήδη από τον 14ο αιώνα. Πέτρινα σπίτια, στενά μονοπάτια, μια ησυχία που δεν μοιάζει τουριστική, και γύρω σου το βουνό να θυμίζει ότι η Κέρκυρα δεν είναι μόνο παραλίες, καντούνια και φωτογραφίες στο ηλιοβασίλεμα.

Το χωριό δημιουργήθηκε κυρίως για λόγους ασφάλειας. Η θέση του δεν ήταν τυχαία. Οι κάτοικοι μπορούσαν, όπως λένε, να βλέπουν τη θάλασσα χωρίς να φαίνονται από αυτή. Σε μια εποχή που οι πειρατικές επιδρομές ήταν πραγματικός κίνδυνος, αυτό ήταν ζήτημα επιβίωσης. Ταυτόχρονα, το βουνό πρόσφερε προστασία και από την ελονοσία, που ταλαιπωρούσε τις παράκτιες περιοχές του νησιού. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο όμως, όλα άλλαξαν. Η πειρατεία είχε πια εκλείψει, η ελονοσία περιορίστηκε, ο τουρισμός άρχισε να τραβάει τον κόσμο προς τη θάλασσα, και έτσι η Παλιά Περίθεια άρχισε σιγά σιγά να ερημώνει. Κάπως έτσι απέκτησε τη φήμη του χωριού-φαντάσματος, αν και σήμερα αυτός ο χαρακτηρισμός της αδικεί λίγο. Γιατί δεν είναι ένα νεκρό χωριό. Είναι ένα χωριό που ξαναβρίσκει τον εαυτό του.

Σήμερα η Παλιά Περίθεια έχει κηρυχθεί προστατευόμενος ιστορικός χώρος και περιοχή φυσικής ομορφιάς, και τα τελευταία χρόνια ζει μια ήρεμη αλλά ουσιαστική αναγέννηση. Δεν έχει γίνει, ευτυχώς, ένα σκηνικό φτιαγμένο μόνο για φωτογραφίες. Διατηρεί ακόμα εκείνη την αίσθηση του αληθινού τόπου, που σε κάνει να περπατάς πιο αργά, να κοιτάς τα σπίτια, τις πέτρες, τις αυλές, και να σκέφτεσαι πόσες ζωές πέρασαν από εκεί. Και επειδή όλα αυτά ανοίγουν και την όρεξη, έρχεται η στιγμή που πρέπει να καθίσεις σε μια ταβέρνα. Μία από αυτές, και κατά τη γνώμη μου από τις πολύ καλές επιλογές, είναι ο «Φόρος».

Ο «Φόρος» προσφέρει γενναιόδωρες, νόστιμες μερίδες, από αυτές που δεν προσπαθούν να εντυπωσιάσουν με περιγραφές αλλά με γεύση. Θα σταθώ πρώτα στο παστιτσάδο με κόκορα, γιατί ήταν πραγματικά εξαιρετικό. Πλούσιο, βαθύ, με τη σάλτσα σωστά δεμένη και το κρέας μαγειρεμένο όπως πρέπει, χωρίς να χάνεται μέσα στα μπαχαρικά. Είναι από τα πιάτα που καταλαβαίνεις ότι ανήκουν στον τόπο τους. Δεν είναι απλώς ένα κοκκινιστό με ωραίο όνομα. Είναι κομμάτι της κερκυραϊκής κουζίνας, αυτής της ιδιαίτερης κουζίνας που κουβαλάει μέσα της την Ενετοκρατία, τις δυτικοευρωπαϊκές επιρροές, την ντομάτα, το σκόρδο, τα μπαχαρικά, αλλά και μια βαθιά, σπιτική λογική. Μου άρεσε επίσης πολύ το αρνί λεμονάτο, τίμιο και ζουμερό, αν και δεν σας κρύβω ότι σε κάποιο σημείο το βρήκα λίγο πιο ψημένο απ’ όσο θα ήθελα. Παρ’ όλα αυτά, είχε γεύση και μου θύμισε κάπως την τεχνοτροπία του σοφρίτο, χωρίς βέβαια να είναι σοφρίτο. Αυτές οι συγγένειες στα φαγητά είναι που με συγκινούν περισσότερο.

Από τα υπόλοιπα πιάτα, οι κολοκυθοκεφτέδες ήταν από αυτούς που τρως τον πρώτο και μετά αρχίζεις να υπολογίζεις διακριτικά πόσοι έχουν μείνει στην πιατέλα. Το λουκάνικο είχε χαρακτήρα, οι χειροποίητες πατάτες ήταν τρομερές, και γενικά το τραπέζι είχε αυτή την ωραία αίσθηση της ελληνικής ταβέρνας όταν λειτουργεί σωστά: απλότητα, γενναιοδωρία, καθαρές γεύσεις και μια ατμόσφαιρα που σε κάνει να μη βιάζεσαι να φύγεις. Δεν είναι λίγο αυτό. Ειδικά σε μέρη με τουρισμό, όπου συχνά βλέπεις μαγαζιά να ποντάρουν μόνο στην τοποθεσία, ο «Φόρος» δείχνει ότι μπορείς να έχεις και ωραίο περιβάλλον και φαγητό με ουσία.

Η κερκυραϊκή κουζίνα, άλλωστε, είναι μία από τις πιο ξεχωριστές της Ελλάδας. Δεν μοιάζει απόλυτα με καμία άλλη, γιατί η Κέρκυρα δεν είχε τις ίδιες οθωμανικές επιρροές με την υπόλοιπη χώρα. Αντίθετα, επηρεάστηκε έντονα από τους Βενετούς, τους Γάλλους και τους Βρετανούς, και αυτό φαίνεται στα φαγητά της. Στο παστιτσάδο, στο σοφρίτο, στο μπιάνκο, υπάρχει κάτι πιο δυτικό, αλλά ταυτόχρονα απολύτως ελληνικό. Αν ταξιδέψετε λοιπόν ποτέ στην Κέρκυρα, μην μείνετε μόνο στην πόλη και στις παραλίες. Ανεβείτε στην Παλιά Περίθεια, περπατήστε λίγο, χαζέψτε τα πέτρινα σπίτια, αφήστε το μέρος να σας πει την ιστορία του και μετά καθίστε στον «Φόρο». Θα φάτε καλά, θα δείτε κάτι διαφορετικό από την Κέρκυρα που συνήθως διαφημίζεται, και πιθανότατα θα φύγετε με την ίδια σκέψη που έφυγα κι εγώ: ότι μερικές φορές τα πιο ωραία πράγματα στο νησί βρίσκονται λίγο πιο ψηλά από τη θάλασσα.

Σχετικά άρθρα