«Casa Fish»: Η ομορφιά του δεν περιγράφεται!
Το νέο ψαρο-εστιατόριο, που άνοιξε η ομάδα του επιτυχημένου «Blue Fish» στη Βούλα, ενθουσίασε ήδη από πρώτη δοκιμή τον Ρεμί, με την ολοκληρωμένη, αισθητικά και γαστρονομικά, πρότασή του – έχει ήδη κλείσει τραπέζι πλάι στη θάλασσα για την επόμενη φορά.
Σε ένα ιστορικό σημείο της παραλιακής, εκεί όπου βρισκόταν το θρυλικό «Vive Mar», το οποίο ακόμα λειτουργεί στον μισό χώρο σαν café, έγινε μια ουσιαστική εσωτερική αλλαγή που φαίνεται από την πρώτη κιόλας στιγμή. Το team του επιτυχημένου «Blue Fish» ήρθε στη Βούλα και έδωσε στον χώρο εντελώς νέο αέρα, χωρίς όμως να προδώσει τη μνήμη και τη σημασία του. Το «Casa Fish» δεν είναι απλώς άλλο ένα εστιατόριο πάνω στη θάλασσα· είναι μια πρόταση που πατάει στην εμπειρία, την αισθητική και την ανάγκη που έχουμε όλοι να βρούμε ξανά μέρη με χαρακτήρα.

Με το που μπαίνεις στο «Casa Fish», μένεις έκπληκτος από την ομορφιά και την αρχοντική απλότητα του χώρου. Βασικά, για λίγα δευτερόλεπτα νομίζεις ότι έχεις τηλεμεταφερθεί σε κάποιο εστιατόριο στην Κυανή Ακτή ή στο Αμάλφι. Η διακόσμηση δεν είναι επιτηδευμένη. Είναι αέρινη, φωτεινή, με μια κομψότητα που δεν φωνάζει, αλλά σε κερδίζει αργά και σταθερά. Σε συνδυασμό με το απέραντο γαλάζιο, δημιουργεί αυτή την πολύ σπάνια αίσθηση ότι δεν θέλεις να σηκωθείς από το τραπέζι. Ιδιαίτερα τις καθημερινές, λόγω και του μεγέθους του χώρου, δεν νιώθεις καμία πίεση να φύγεις. Και αυτό είναι σημαντικό, γιατί το πιθανότερο με μαθηματική ακρίβεια είναι πως θα το απολαύσεις τόσo, που απλώς κάποια στιγμή θα πρέπει να κλείσουν για να ξεκουνηθείς.
Μπορείς να το επισκεφτείς με μεγάλη παρέα και να καθίσεις στα εντυπωσιακά τραπέζια που απλώνονται κατά μήκος του χώρου, εκεί όπου η κουβέντα, το κρασί και τα πιάτα μπορούν να κυλήσουν χωρίς βιασύνη. Μπορείς όμως να το επιλέξεις και για ένα πιο ρομαντικό ραντεβού, ειδικά αν καταφέρεις να καθίσεις στην προβλήτα. Εκεί η θάλασσα γίνεται μέρος του τραπεζιού και η όλη εμπειρία αποκτά μια σχεδόν κινηματογραφική διάσταση.

Γνώμη μου είναι να το επισκεφτείς τη χρυσή ώρα, τότε που το φως της Αττικής λιγοστεύει και όλα γίνονται λίγο πιο μαλακά, λίγο πιο όμορφα. Δυστυχώς ο ήλιος δύει από την άλλη πλευρά. Αν έδυε μπροστά στο «Casa Fish», πιστεύω ότι δεν θα χρειαζόταν να μπουν σε αυτή την τεράστια επένδυση· απλώς θα έκοβαν εισιτήρια διέλευσης στην είσοδο. Ακόμη κι έτσι, όμως, το φως, η θάλασσα και ο χώρος αρκούν για να σου θυμίσουν γιατί η Αττική μπορεί, όταν θέλει, να σταθεί με άνεση δίπλα σε πολύ πιο διάσημους προορισμούς.
Αξίζει να σταθώ στο άψογο σέρβις. Δεν ήταν μόνο επαγγελματικό και φροντισμένο, αλλά ανθρώπινο και διακριτικό. Υπάρχει αυτή η ωραία ισορροπία ανάμεσα στην ακρίβεια και στη ζεστασιά, κάτι που δεν είναι καθόλου εύκολο να πετύχει ένα εστιατόριο τέτοιου μεγέθους. Όλα αυτά βέβαια γίνονται υπό την υψηλή καθοδήγηση του Δημήτρη Γκορίλα, ο οποίος φαίνεται πως έχει δώσει στον χώρο έναν ρυθμό που λειτουργεί φυσικά και χωρίς περιττές εντάσεις.
Με τη θέα και τον διάκοσμο, η αλήθεια είναι ότι σχεδόν ξεχνάς γιατί ήρθες στο «Casa Fish». Ευτυχώς, το φαγητό έρχεται να σε επαναφέρει με τον καλύτερο τρόπο.


Το μενού έχει δημιουργήσει ο Γιώργος Οικονομίδης, και είναι άψογα εκτελεσμένο από τον Στράτο Κουτρουμπήλα. Η λογική του δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με φλυαρίες. Αντίθετα, πατάει γερά στην πρώτη ύλη, στη θάλασσα και σε γεύσεις που αναγνωρίζεις, αλλά εδώ τις συναντάς σε πιο καθαρές, πιο προσεγμένες και πιο σύγχρονες εκδοχές.
Η αρχή έγινε με έναν αέρινο ταραμά, με συνοδεία από κουλούρι Θεσσαλονίκης. Δεν σας κρύβω ότι έκανα μικρά σαντουιτσάκια μαζί με το υπέροχο ταρτάρ γαρίδας – γιατί κάποια πράγματα δεν γίνεται να τα αφήσεις στην τύχη τους. Έκπληξη ήταν το φοβερά ψημένο κουνουπίδι με ταχίνι και τυρί, ένα πιάτο που είχε νοστιμιά, βάθος και χαρακτήρα. Εξίσου νόστιμα ήταν και το χταπόδι με τη φάβα και ο μαριναρισμένος γαύρος με το ντολμαδάκι, με αυτή την ελληνική απλότητα που όταν εκτελείται σωστά γίνεται πραγματική απόλαυση. Δεν σας κρύβω όμως ότι λάτρεψα τα παϊδάκια ροφού με τις τηγανητές πατάτες: ήταν φίνο και αλήτικο μαζί, ένα πιάτο που σε κάνει να χαμογελάς χωρίς να χρειάζεται να το αναλύσεις πολύ.

Είχα μεγάλη ανάγκη για ζυμαρικά με ψάρι. Τον τελευταίο καιρό δεν σας κρύβω ότι μου έχουν κλέψει την καρδιά, οπότε η σκορπίνα με paccheri ήταν μονόδρομος. Είχα συνηθίσει τη σκορπίνα σε πιο βαριά μαγειρέματα, συχνά κοκκινιστή, ίσως επειδή υπάρχει και μια θάλασσα του Ιονίου που χτυπάει μέσα μου. Η εδώ εκδοχή, όμως, αχνιστή, με λίγες εσάνς λεμονιού, ήταν υπέροχη. Μια αέρινη μακαρονάδα με θαλασσινή ένταση, αλλά χωρίς βάρος. Είχε καθαρότητα, ισορροπία και εκείνη τη λεπτή οξύτητα που σε κάνει να θέλεις κι άλλη πιρουνιά πριν καλά καλά τελειώσεις την προηγούμενη.
Η λίστα κρασιών του «Casa Fish» είναι εξαιρετική και δείχνει ότι έχει γίνει σοβαρή δουλειά, όχι απλώς για να υπάρχει ποικιλία, αλλά για να στηρίζεται πραγματικά το μενού. Εξαιρετικά ενημερωμένος ήταν και ο σομελιέ του εστιατορίου, με προτάσεις που είχαν ουσία και όχι επίδειξη γνώσης. Αυτό όμως που μου έκανε τρομερή εντύπωση ήταν τα ποτήρια του κρασιού. Η αλήθεια είναι ότι δύσκολα συναντάς τέτοια ποιότητα ακόμη και σε πολύ καλά εστιατόρια, κι αυτή η λεπτομέρεια λέει πολλά για το επίπεδο της φιλοξενίας εδώ.

Το τέλος μάς βρήκε με δύο αξιοσημείωτα γλυκά. Το παγωμένο γιαούρτι με μέλι και καραμελωμένα πεκάν ήταν όσο πρέπει έντονο και τόσο δροσερό όσο χρειαζόταν μετά από ένα θαλασσινό γεύμα. Αλλά αυτό που με ενθουσίασε ήταν το υπέροχο παγωτό κοκτέιλ με λεμόνι, βότκα και προσέκο που έφτιαξε ο Διονύσης. Ειλικρινά, αν δεν φοβόμουν για το ποσοστό του αλκοόλ στο αίμα μου, θα έπαιρνα άλλο ένα κι άλλο ένα, και απλώς θα περίμενα την ανατολή πάνω στην παραλιακή.
Το «Casa Fish» όσο περνάει ο χρόνος θα ανανεώνεται και νομίζω πως βάζει πλώρη να εδραιωθεί στις συνειδήσεις μας. Εξάλλου, έχει όλα όσα χρειάζεται σε υπερθετικό βαθμό: τοποθεσία, θέα, αισθητική, κουζίνα, κρασί και ανθρώπους που φαίνεται να ξέρουν τι θέλουν να χτίσουν. Σίγουρα θα το επισκεφθώ ξανά μέσα στο καλοκαίρι.
Λεωφ. Κων/νου Καραμανλή 18, Βούλα, 2108992454