«Sole Giaguaro»: Τελικά αξίζει το hype;
Τα Πετράλωνα σε δοκιμάζουν με το παρκάρισμα, αλλά το πολυσυζητημένο «Sole Giaguaro» σε αποζημιώνει. Δοκιμάσαμε το μενού του και απαντάμε αν δικαιολογεί τον θόρυβο.
Τα Πετράλωνα, αν και τα αγαπώ και μου αρέσει να χάνομαι στα στενά τους το καλοκαίρι, μου είναι και λίγο κουραστικά λόγω του υπερβολικού κόσμου και, βέβαια, της έλλειψης θέσεων παρκαρίσματος. Είναι από αυτές τις γειτονιές που έχουν ψυχή, αλλά σε δοκιμάζουν πριν σου τη δείξουν. Το «Sole Giaguaro» είναι ένα πανέμορφο μαγαζί, μακριά από τα πρόσφατα τσιμεντένια, με διακόσμηση που θυμίζει κάπως μπαρ ΚΤΕΛ –αλλά με καλό τρόπο– σαν να έχει αποφασίσει ότι δεν θέλει να μοιάζει με κανέναν. Η κουζίνα είναι ανοιχτή και βλέπεις τον σεφ να δημιουργεί, ο οποίος σε καλωσορίζει αν είναι νωρίς και δεν έχει πέσει ακόμα πολλή δουλειά. Αυτό πάντα μου αρέσει, γιατί δίνει μια αίσθηση οικειότητας.

Τι φάγαμε λοιπόν στο πανέμορφο «Sole Giaguaro»; Θα σταθώ πρώτα στο ψωμάκι, το οποίο ήταν πολύ νόστιμο, και στη φοκάτσια, που ήταν εξαιρετική. Καμιά φορά από το ψωμί καταλαβαίνεις αρκετά για ένα μαγαζί, γιατί δείχνει αν έχει διάθεση να ασχοληθεί με τις λεπτομέρειες ή αν απλώς θέλει να περάσει στο επόμενο πιάτο. Εδώ υπήρχε φροντίδα.
Διαβάστε επίσης

Το ταρτάρ μοσχαριού ήταν διαφορετικό· μάλλον έφταιγε η εσάνς αντζούγιας που έκρυβε οποιαδήποτε άλλη γεύση και το έκανε λίγο πιο «φωνακλάδικο» απ’ όσο χρειαζόταν. Το ραγού με την πάπια ήταν νόστιμο, αν και πραγματικά απορούσες αν έτρωγες πάπια, μοσχάρι ή κοτόπουλο. Πάντως η παπαρδέλα ήταν όπως έπρεπε. Θα ρωτήσετε πώς είναι το «όπως πρέπει». Να μην είναι νιανιά, να κρατάει λίγο, να είναι βουτυρωμένη χωρίς να σε λιγώνει και να μη νιώθεις ότι σε τιμωρεί με τη σάλτσα της.
Το πιάτο που με ξετρέλανε ήταν εκείνο με το μεγάλο κοφτό μακαρόνι που λέγεται tubettoni. Ο σεφ έκανε μια παραλλαγή του οσομπούκο αλά Μιλανέζε (του λεμονάτου) και, αντί για ριζότο, το δημιούργησε με ζυμαρικά. Εξαιρετικό σαν γεύση! Είχε αυτή τη βαθιά νοστιμιά του κρέατος, αλλά και μια λεμονάτη φρεσκάδα που το σήκωνε και δεν το άφηνε να γίνει βαρύ. Εκεί ένιουσα ότι η κουζίνα είχε πραγματικά κάτι να πει και δεν έπαιζε απλώς το παιχνίδι της ωραίας παρουσίασης.
Ωραίο ήταν και το steak σελινόριζας με ξηρούς καρπούς, ένα πιάτο-ωδή στη vegan μαγειρική. Βέβαια, αν δεν είσαι χορτοφάγος, τρως ένα ζόρι. Καταλαβαίνεις την προσπάθεια, καταλαβαίνεις την τεχνική, αλλά κάπου περιμένεις να εμφανιστεί και κάτι πιο βρώμικο, πιο ζωικό, πιο αμαρτωλό. Το τέλος μας βρήκε με ένα περίεργο τιραμισού, το οποίο σερβιριζόταν σε φωλιά choux. Δεν θα πω ότι ήταν κακό, αλλά ήταν από αυτά τα γλυκά που περισσότερο τα συζητάς παρά τα θυμάσαι με λαχτάρα την επόμενη μέρα.

Θα έλεγα ότι το πρόσημο είναι θετικό και είναι ωραίο να το επισκεφτείτε με φίλους, γιατί και η σάλα του έχει ωραία vibes, χωρίς η μουσική να σας εμποδίζει να μιλήσετε. Αυτό δεν είναι λίγο πια στην Αθήνα, όπου πολλές φορές πας για φαγητό και καταλήγεις να φωνάζεις σαν να είσαι σε after.
