«Κίτς και σε έφαγα»: Ένα τραπέζι με ψυχή στη Θεσσαλονίκη
Η συμπρωτεύουσα κρύβει στα στενά της Ρωμαϊκής Αγοράς ένα τραπέζι γεμάτο γεύσεις που μιλούν απευθείας στην καρδιά.
Η Θεσσαλονίκη είναι από εκείνες τις πόλεις που δεν τις επισκέπτεσαι απλώς· τις ερωτεύεσαι ξανά κάθε φορά. Κι αν υπάρχει μια βόλτα που τη συνοψίζει ολόκληρη, είναι εκείνη στη Λεωφόρο Νίκης: ο Θερμαϊκός να απλώνεται δίπλα σου, ένας καφές στο ένα χέρι και, για πολλούς, ένα τρίγωνο Πανοράματος στο άλλο. Εγώ, βέβαια, οφείλω να ομολογήσω πως ουδέποτε γοητεύτηκα από αυτό το γλυκό· πάντα μου φαινόταν μια περιττή υπόσχεση ζάχαρης.
Άλλωστε, η Θεσσαλονίκη ξέρει να προσφέρει πολύ πιο σπουδαίες γλυκές παρηγοριές: αρμενοβίλ, εκμέκ, μπουγάτσες που μοσχοβολούν βούτυρο και μνήμη.
Διαβάστε επίσης

Το «Κίτς και σε έφαγα» δεν βρίσκεται πάνω στην παραλία, αλλά κοντά στη Ρωμαϊκή Αγορά, σχεδόν ακουμπισμένο επάνω της. Εκεί, μέσα σε μια γειτονιά που δεν κραυγάζει αλλά ψιθυρίζει, σου αποκαλύπτεται μια άλλη Θεσσαλονίκη, σαν μυστικό που περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να ειπωθεί.
Μέσα σε αυτά τα σοκάκια βρίσκεται το δημιούργημα δύο κοριτσιών, ένα μαγαζί αληθινά κιτς και, ακριβώς γι’ αυτό, γοητευτικό. Η διακόσμησή του μοιάζει με κατάλογο όλων όσων θα απέφευγε ένας επαγγελματίας διακοσμητής κι όμως τίποτα δεν μοιάζει ψεύτικο ή επιτηδευμένο. Όλα γεννήθηκαν από ανάγκη: όταν το άνοιξαν, δεν είχαν σχεδόν τίποτα κι έτσι μάζευαν από τους δρόμους της Θεσσαλονίκης παρατημένα αντικείμενα και τους έδιναν μια δεύτερη ζωή.
Στην κουζίνα βρίσκεται η Έλενα Τοδούλου Φεύγα, μια μαγείρισσα που, κατά τη γνώμη μου, κατέχει κάτι σπανιότερο από την τεχνική: κατέχει τη νοστιμιά. Μαγειρεύει σαν να ανακαλεί μνήμες, σαν να περνά στον χρόνο τις γεύσεις της ιδιαίτερης πατρίδας της. Και επειδή έρχεται από την Ήπειρο, κουβαλά μέσα της εκείνη τη βαθιά γνώση των αμνοεριφίων και της πίτας, γνώση σχεδόν κληρονομική.
Το φαγητό της δεν έχει τίποτα το αέρινο ή το επιφανειακά εκλεπτυσμένο. Είναι φαγητό γενναιόδωρο, θερμό, βαθιά παρηγορητικό — από εκείνα που σου φέρνουν χαρά πριν ακόμη προλάβεις να τα ερμηνεύσεις. Και όταν στο τραπέζι πρωταγωνιστούν το αρνί, το κατσίκι και η γίδα, νιώθεις πως αγγίζεις κάτι από τον πιο παλιό πυρήνα της γεύσης μας, κάτι βαθιά ελληνικό, σχεδόν ενστικτώδες.
Το δείπνο άρχισε με μια μπρουτάλ σαλάτα με καμένο λάχανο και με μια θαυμάσια ρωσική, και χειροποίητες πίτες που από τις πρώτες κιόλας μπουκιές σε έκαναν να νιώθεις πως βρίσκεσαι σε σπίτι και σε γιορτή ταυτόχρονα. Ήρθαν μια μπατζίνα, μια αλευρόπιτα και μια κρεατόπιτα, όλες τους εκρηκτικές στη γεύση, όλες τους από εκείνες που θα ήθελες να σε περιμένουν το επόμενο μεσημέρι. Μα το αποκορύφωμα ήρθε με το αρνί και τον τραχανά, ένα πιάτο που έμοιαζε να έχει ταξιδέψει κατευθείαν από την Ήπειρο μέσα σε τάπερ αγάπης — και με μια παστιτσάδα που απέδιδε τον δικό της φόρο τιμής στην Κέρκυρα.
Η παστιτσάδα της Έλενας ήταν γεμάτη σπετσερικά και βάθος, από εκείνα τα πιάτα που σε αφοπλίζουν· κι εγώ, παρότι ήδη στα όρια της χορταστικής παράδοσης, δεν άφησα τίποτα πίσω μου.
Έπειτα, η μνήμη μου θολώνει — όχι από το βάρος, αλλά από την ευτυχία της υπερβολής που μόνο ένα τόσο καλό τραπέζι μπορεί να σου χαρίσει. Βασικά, ήθελα ένα ασθενοφόρο και ιατρική βοήθεια, γιατί σκέφτηκα ότι μάλλον θα πάθω έμφραγμα από την άδολη λαιμαργία μου.
Το «Κίτς και σε έφαγα» είναι για μένα ένα από τα πιο αγαπημένα μαγαζιά της Θεσσαλονίκης, γιατί μου θυμίζει εκείνα τα εστιατόρια που κάποτε έδωσαν στην πόλη τη δική της γευστική επανάσταση — όχι αντιγράφοντας την Αθήνα, αλλά πιστεύοντας με θάρρος στη δική τους φωνή.





