«Παράλληλες Ιστορίες»: Μήπως ο Φαραντί βαρέθηκε να κερδίζει Όσκαρ;
Στο νέο, γαλλόφωνο θρίλερ του, ο Ιρανός σκηνοθέτης συσσωρεύει έννοιες που βάφουν, ζαλίζουν, στροβιλίζουν και μπερδεύουν.
Περιεχόμενα
Έχουν περάσει σχεδόν δέκα χρόνια από τη δεύτερη φορά που ο Ασγκάρ Φαραντί βραβεύτηκε με Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας για τον «Εμποράκο». Τρεις ταινίες αργότερα κι ο Ιρανός σκηνοθέτης επέστρεψε με τις «Παράλληλες Ιστορίες», το γαλλόφωνο θρίλερ στο οποίο προσεγγίζει περίπου τις ίδιες θεματικές που του κέρδισαν το χρυσό αγαλματίδιο αλλά, αυτή τη φορά, σε μια εντελώς διαφορετική εκτέλεση κι από μια διαφορετική οπτική γωνία.
Εμπνευσμένες από τη «Μικρή Ιστορία για Έναν Έρωτα» του Κριστόφ Κισλόφσκι, οι «Παράλληλες Ιστορίες» λαμβάνουν χώρα ανάμεσα σε δύο κτήρια. Στη μια πλευρά, η Σιλβί (Ιζαμπέλ Ιπέρ), μια ηλικιωμένη συγγραφέας προσπαθεί να οργανώσει ολόκληρη τη ζωή της για να πουλήσει το διαμέρισμα το οποίο έχει από κοινού με την ανιψιά της. Ο νεαρός Αντάμ (Αντάμ Μπεσά) αναλαμβάνει να τη βοηθήσει να καθαρίσει και να μαζέψει τα πράγματά της για τη μετακόμιση. Από την άλλη πλευρά του δρόμου, τρεις τεχνικοί ήχου, η Νίτα (Βιρζινί Ελφιρά), ο Πιέρ (Βινσάν Κασέλ) και ο Κριστόφ (Πιέρ Νινέ), καταγράφουν ηχητικά εφέ για ταινίες.
Η Σιλβί βρίσκει τον εαυτό της να εμπνέεται από τους χαρακτήρες των γειτόνων της, τους οποίους παρακολουθεί καθημερινά, επινοώντας ιστορίες γύρω τους για το νέο της βιβλίο. Σταδιακά, ο Αντάμ πέφτει στην ίδια παγίδα, βλέποντας στο φανταστικό ερωτικό τρίγωνο των απέναντι έναν τρόπο να αλλάξει η δική του ζωή και χρησιμοποιώντας το χειρόγραφο της εργοδότριάς του για να πλησιάσει τη γειτόνισσά τους.

Ετερόφωτα διαμερίσματα
Εκεί που ο Κισλόφσκι βλέπει μια ιστορία στην οποία η εμμονή σταδιακά γίνεται έρωτας, ο Φαραντί βλέπει μια ωδή στην ηδονοβλεψία. Δεν έχει πολλή σημασία αν οι χαρακτήρες του παίρνουν την πρωτοβουλία να κατασκοπεύσουν τους ανθρώπους γύρω τους, όπως η Σιλβί, να υιοθετήσουν τη συνήθεια, όπως ο Αντάμ, ή να παρασυρθούν από αυτή, όπως οι γείτονές τους. Σε όλες τις περιπτώσεις, υπάρχει μια διάχυτη ανάγκη για ετεροπροσδιορισμό, την οποία ανά στιγμές ο Φαραντί αντιμετωπίζει ως αυτονόητη (το παρελθόν της Σιλβί μπλέκεται με το παρόν που έχει επινοήσει για την τριάδα, αλλά τι άλλο είναι η έμπνευση;) ή, στην περίπτωση του Πιέρ, ως καταστροφική.
Διαβάστε επίσης

Παρά την πηγή της έμπνευσής τους, οι «Παράλληλες Ιστορίες» δεν ασχολούνται με τον έρωτα σε κανένα σημείο τους, αλλά μοιάζουν να θέλουν να υπογραμμίσουν κάτι μεγαλύτερο ή έστω κάτι διαφορετικό. Ίσως τον τρόπο με τον οποίο αυτός που παρακολουθεί αλλάζει ακριβώς όπως αλλάζει κι εκείνος που παρακολουθείται, δημιουργώντας μια συμβιωτική σχέση ανάμεσα στα δύο υποκείμενα.

Το πρόβλημα με την ιδιοκτησία
Ένας ακόμη πυλώνας της ταινίας έχει να κάνει με την ηθική γύρω από την πνευματική ιδιοκτησία και τα προσωπικά δεδομένα. Για τη Σιλβί, η πραγματικότητα και η φαντασία μπλέκονται μεταξύ τους μέχρι να αρχίσουν η μια να καλύπτουν τα κενά της άλλης. Ο Φαραντί αναρωτιέται για το αν είναι θεμιτό ή έστω ενδιαφέρον για τη συγγραφέα να εμπνέεται από τις ζωές των ανθρώπων που έχει γύρω της. Σε μια πιο παρόμοια αλλά πιο εύθυμη και σίγουρα πιο σαφή νότα κινήθηκε φέτος ο Πέδρο Αλμοδόβαρ με τις «Πικρές Γιορτές». Σε αντίθεση με τις «Παράλληλες Ιστορίες», βέβαια, ο Ισπανός σκηνοθέτης καταφέρνει να διατυπώσει μια απάντηση στα ερωτήματα που θέτει, ενώ ταυτόχρονα κάνει την αυτοκριτική του γι’ αυτή την πρακτική.
Το πρόβλημα με τις ανοικονόμητες «Παράλληλες Ιστορίες» δεν είναι η έλλειψη θεματικών αλλά η άρνηση του Φαραντί να αφοσιωθεί σε οποιαδήποτε από αυτές και να την εξετάσει μέχρι τέλους. Το αποτέλεσμα είναι μια πολύ μακρύτερη σε διάρκεια από την πηγή έμπνευσης ταινία που, στο τέλος της μέρας, μοιάζει να σου κλείνει το μάτι ευχαριστημένη, σίγουρη πως σου έχει δώσει τροφή για σκέψη.
Οι «Παράλληλες Ιστορίες» κυκλοφορούν στις αίθουσες στις 17 Σεπτεμβρίου από το Cinobo. Δείτε περισσότερες κριτικές εδώ.


