Ο Γκιόργκι Πάλφι μάς υπόσχεται και ζωή και «Κότα»

Ο Γκιόργκι Πάλφι μάς υπόσχεται και ζωή και «Κότα»

Για την τελευταία του ταινία, ο σκηνοθέτης δανείζεται τα μάτια μιας όρνιθας, σε μια οδύσσεια με φόντο την ελληνική πραγματικότητα. 

Μπορώ να σκεφτώ πολλές ταινίες που μας εισάγουν στον κόσμο τους μέσα από τη ματιά ενός ζώου. Το χόρορ «Good Boy» είναι μια από αυτές, η οποία τοποθετεί στο κέντρο της ιστορίας έναν σκύλο που καλείται να προστατεύσει τον άνθρωπό του απέναντι σε μεταφυσικές απειλές. Είναι δύσκολο να βρεθεί η ισορροπία ανάμεσα στην άποψη και το σκηνοθετικό τέχνασμα, αλλά μερικές ταινίες βρίσκουν τον τρόπο να τα καταφέρουν, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος τους. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι η «Κότα» του Γκιόργκι Πάλφι («Hukkle», «Taxidermia») μια παραγωγή γυρισμένη με ελληνικό καστ… αν εξαιρέσεις τις οχτώ εκπαιδευμένες κότες από τη Βουδαπέστη, που εναλλάσσονται στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Στην ταινία, μια μαύρη κότα γεννιέται σε μια φάρμα μαζί με τις εκατοντάδες αδερφές της, προορισμένη για μια σύντομη ζωή διαρκούς αναπαραγωγής και σκλαβιάς. Κόντρα στη μοίρα της, το σκάει και βρίσκει καταφύγιο σε ένα ελληνικό εστιατόριο, όπου γνωρίζει τον έρωτα, την απώλεια και τις αλλόκοτες συνήθειες των ανθρώπων. Στο φόντο της περιπέτειάς της, ωστόσο, πίσω από τις πόρτες του εστιατορίου δρα ένα κύκλωμα παράνομης διακίνησης προσφύγων, οι οποίοι μεταφέρονται και ζουν σε άθλιες συνθήκες. 

Η τραγωδία του ενός είναι η κωμωδία του άλλου

Μπορεί το… «εμπορικό πλεονέκτημα» της ταινίας να είναι η επιλογή της οπτικής γωνίας μιας κότας (με τα γυρίσματα με ζώα να συμβαίνουν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, να σημειώσουμε εδώ), αλλά το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας του Πάλφι είναι οι παραλληλισμοί των δύο ιστοριών που αφηγείται. Ενώ η κότα, κατά τη διάρκεια της δικής της οδύσσειας διατηρεί, ως ζώο, το τεκμήριο της αθωότητάς της, ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου είναι ένας παθητικός συμμέτοχος στο έγκλημα που λαμβάνει χώρα στο «Πανόραμα», μια αμαρτία που δεν μπορεί να του συγχωρεθεί. 

Πάντως, υπάρχει λόγος που λέμε πως οι ιστορίες είναι παράλληλες: στην τραγωδία των ανθρώπων που ζουν και δραστηριοποιούνται γύρω από το εστιατόριο αντιτίθεται η κωμωδία της ορνιθο-περιπέτειας. Η ανθρωποποίηση των βιολογικών της ενστίκτων λειτουργεί ανακουφιστικά προς τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα στις άκρες της οθόνης. Η ανάγκη της για αναπαραγωγή μεταφράζεται σε έρωτα, με την ανάλογη μουσική υπόκρουση, το παιχνίδι και το μελόδραμα. Εκεί, βέβαια, βρίσκονται και οι στιγμές της ταινίας που πάσχουν από την επιμονή στο ίδιο της το εύρημα, επαναλαμβάνοντας παιχνιδιάρικα τις ίδιες σκηνές και φλερτάροντας με την εξάντληση του αστείου.

Μια πολύ ελληνική κότα

Τα κοινά σημεία και οι αποκλίσεις των δύο διαδρομών, όπως επίσης και η έμπνευσή του από ένα από τα πιο «καυτά» (όπως «hot spots») ζητήματα των τελευταίων ετών για την ελληνική πραγματικότητα, δίνουν μια αιχμή στην «Κότα». Η προσπάθεια ενσωμάτωσης αυτής της ντόπιας προβληματικής, ατμόσφαιρας, ακόμη και παράδοσης κάνει την αναζήτηση χρηματοδότησης του σκηνοθέτη στην Ελλάδα να μοιάζει με κίνηση που έχει γίνει με πρόθεση να προσεγγίσει το ελληνικό στοιχείο με σεβασμό, χωρίς να το αντιμετωπίζει ως απλό φολκλόρ.

Μπορώ να παραδεχτώ πως ο Πάλφι είναι εντελώς αφοσιωμένος στο όραμά του. Ωστόσο, υπάρχουν στιγμές που το σενάριο δίνει την εντύπωση πως θα ταίριαζε καλύτερα σε μια ταινία μικρού μήκους. Ορισμένες δράσεις που μοιάζουν αναμενόμενες και άλλες που διαρκούν περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε αποτελούν ενδείξεις πως ίσως ο σκηνοθέτης προσπάθησε να «τραβήξει» τη δράση προκειμένου να φτάσει τα ενενήντα έξι λεπτά. Έτσι, δύσκολα κρατάει το ενδιαφέρον αμείωτο, γεγονός που κάνει την «Κότα» άνιση πλην αξιαγάπητη. 

Η «Κότα» κυκλοφορεί στις αίθουσες στις 17 Σεπτεμβρίου από τη Feelgood. Δείτε περισσότερες κριτικές εδώ.

Σχετικές καταχωρίσεις

Σχετικά άρθρα