Χρύσα Λύκου: «Και μόνο το να υπάρχεις με αξιοπρέπεια σε αυτή την αγριότητα είναι ηρωικό»

Χρύσα Λύκου: «Και μόνο το να υπάρχεις με αξιοπρέπεια σε αυτή την αγριότητα είναι ηρωικό»

Μιλήσαμε με τη δημοσιογράφο με αφορμή την πρεμιέρα του νέου της ντοκιμαντέρ, «11 Χρόνια Δίκης της Χρυσής Αυγής: Οι Άνθρωποί της».

Υπάρχουν στιγμές της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας που είναι καθοριστικές, για κάποιους λιγότερο και για άλλους περισσότερο. Είναι δύσκολο να θυμάσαι πού ήσουν μια συγκεκριμένη μέρα, αλλά στις 22 Οκτωβρίου του 2020 σίγουρα πολλοί από εμάς θα θυμούνται πού βρισκόντουσαν: έξω από το Εφετείο, όταν η δίκη εναντίον της Χρυσής Αυγής ολοκληρώθηκε σε πρώτο βαθμό και η δράση της αναγνωρίστηκε ως  δράση μιας εγκληματικής οργάνωσης που δολοφονεί, δρα με σαφή ιεραρχία και δεν έχει καμία θέση ούτε στους δρόμους, ούτε στη Βουλή.

Έντεκα χρόνια έχουν περάσει από τη μέρα που ξεκίνησε η δίκη και μαζί της μια μακρά δικαστική διαδικασία, στην οποία πρωταγωνίστησαν άνθρωποι όπως η Μάγδα Φύσσα, η μητέρα του δολοφονημένου Παύλου Φύσσα, αλλά και οι Δήμητρα Ζώρζου και Παρασκευή Καραγιαννίδου, οι δύο αυτόπτες μάρτυρες των οποίων οι καταθέσεις υπήρξαν κομβικές για την έκβασή της. Αυτή την πλευρά της ιστορίας επιχειρεί να καταγράψει το «11 Χρόνια Δίκης της Χρυσής Αυγής: Οι Άνθρωποί της», το νέο ντοκιμαντέρ της Χρύσας Λύκου σε σκηνοθεσία Στέλιου Ζαχαρίου.

Συνομιλώντας με τη Φύσσα, τη Δήμητρα Ζώρζου, τον Κώστα Σκαρμέα, τη Μαρίνα Δαλιάνη, τον Μάνο Μαλαγάρη, τον Δημήτρη Ψαρρά, την Τατιάνα Μπόλαρη και την Ηλέκτρα Αλεξανδροπούλου, η Λύκου επιστρέφει για να καταγράψει την ατμόσφαιρα μέσα από τα μάτια των ανθρώπων που τη βίωσαν, την παρακολούθησαν και ανέδειξαν την υπόθεση.

Μιλήσαμε με τη δημοσιογράφο για την έρευνα που έγινε ταινία, τους ανθρώπους που συνάντησε σε αυτή τη διαδρομή, τον φόβο που συνοδεύει μια δουλειά σαν τη δική της, αλλά και όσα θεωρεί πως μάθαμε (ή δεν μάθαμε) από την υπόθεση της Χρυσής Αυγής.

Η πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ θα πραγματοποιηθεί στις 9 Οκτωβρίου στον κινηματογράφο Cinobo Όπερα και οι πρώτες προβολές έχουν ήδη βγει sold out. Ωστόσο, μπορείτε να προμηθευτείτε τα εισιτήριά σας για τις έξτρα προβολές που προστέθηκαν από το more.com.

Πότε αποφάσισες ότι αυτό είναι ένα ντοκιμαντέρ και μια έρευνα που πρέπει να δημοσιοποιηθεί; Και πώς αποφάσισες να πας από το κείμενο και την παραδοσιακή δημοσιογραφική έρευνα στην εικόνα; 

Χ.Λ.: Η δίκη της Χρυσής Αυγής, της εγκληματικής οργάνωσης που έσπειρε τον θάνατο, τον φόβο και τον πόνο στην ελληνική κοινωνία, πιστεύω ότι δεν αντιμετωπίστηκε από τα Μέσα Ενημέρωσης με τη σοβαρότητα και τον σεβασμό που της αναλογούσε. Γενικότερα, ο τρόπος που μπήκε στην εξίσωση το ναζιστικό αυτό μόρφωμα από το κράτος, μέχρι τις lifestyle εκπομπές και το κανάκεμα από διακεκριμένους δημοσιογράφους, έδειξε απ’ την αρχή ότι σκοπός τους δεν ήταν και δεν αποτέλεσε ποτέ του τι πραγματικά διακυβεύεται σε μια κοινωνία που εκφασίζονταν και με τον νόμο, για κάποια χρόνια. Σε αυτό το σημείο θέλω να διευκρινίσω ότι είμαι σίγουρη πως υπήρχαν αρκετοί/ες συνάδελφοι/σες που θα ήθελαν να παρακολουθήσουν περισσότερο και με μεγαλύτερη συνέπεια τα έντεκα αυτά χρόνια της διαδικασίας, η ατζέντα όμως δυστυχώς δίνεται από ψηλά. 

Όλα αυτά τα χρόνια, από τις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού που ξεκίνησε η δίκη, μέχρι την αίθουσα του Εφετείου, προσπαθούσα να παρακολουθώ, να καταγράφω και να συνομιλώ με τους ανθρώπους που έδιναν αδιάκοπα τη μάχη ενάντια στον φασισμό με τα φώτα να πέφτουν πάνω τους μόνο όταν η Μάγδα Φύσσα έφτανε στα όρια της ακούγοντας τους δολοφόνους του παιδιού της να τη χλευάζουν, ή όταν τα μεγαλοστελέχη της Χρυσής Αυγής έδιναν κάποιο φθηνό σόου εντυπωσιασμού, ή φυσικά όταν θεωρούσαν ότι κάποιες καταθέσεις θα φέρουν τηλεθέαση. Είναι όμως φοβερά συγκινητικό και ενδυναμωτικό να βλέπεις αυτή την αδιάκοπη μάχη να δίνεται μέρα τη μέρα, με το πείσμα που διαθέτουν μόνο οι άνθρωποι που είναι σίγουροι πως έχουν δίκιο. 

Όταν ολοκληρώθηκε πλέον και σε δεύτερο βαθμό η δίκη, μίλησα πρώτα με τη Μάγδα και ύστερα με τους/τις συνεργάτες/ιδες μου στη ΣΕΛΗΝΗ και φυσικά δεν δυσκολευτήκαμε να βρούμε το νόημα στο να γίνει μια τέτοια εργασία. Και στο παρελθόν είχα κάνει μικρότερου χρόνου βίντεο-συνεντεύξεις και αφιερώματα σχετικά με τη δίκη, εδώ βέβαια μιλάμε για κάτι πολύ μεγαλύτερο και πιο ολοκληρωμένο. 

Ποιο ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι της έρευνας; Υπήρξε κάποια πληροφορία, μαρτυρία ή συνάντηση που άλλαξε την κατεύθυνση; 

Χ.Λ.: Η μεγαλύτερη δυσκολία για μένα ήταν να βρω τα λόγια εκείνα που θα τραυματίσουν λιγότερο τους ανθρώπους που με ανοιχτή καρδιά έκατσαν απέναντι μας. Ο κοινός χρόνος, η οικειότητα, το μοίρασμα σκέψεων και συναισθημάτων τόσων χρόνων, υπάρχει και ταυτόχρονα δεν υπάρχει εκείνη τη στιγμή. Η αγωνία μου δεν ήταν να έρθει στο ντοκιμαντέρ μια οπτική που δεν έχει υπάρξει ξανά, αλλά να έρθει με έναν τρόπο που ενώνει το τότε με το τώρα, να προσπαθήσουν δηλαδή οι πρωταγωνιστές αυτής της ταινίας να δουν τον εαυτό τους και πώς μετακινήθηκε μέσα σε αυτή τη δεκαετία και παραπάνω. 

Μου έγινε επίσης ξεκάθαρο, ότι δεν συνηθίζεται το να έχεις τη Μάγδα Φύσσα απέναντι σου. Η διατήρηση της τρυφερότητας, η μη αποδοχή της ήττας και η συνέχιση του αγώνα έχοντας ντυθεί το μανδύα του πένθους, είναι κάτι υπερβατικό. Θα ξεχωρίσω επίσης τη μαρτυρία του δημοσιογράφου και μελετητή της Χρυσής Αυγής, Δημήτρη Ψαρρά, που έδωσε μια κατεύθυνση στο ντοκιμαντέρ πολύ ιδιαίτερη, πιάνοντας το νήμα της βίας δεκαετίες πριν, φτάνοντας στη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Ο άνθρωπος αυτός «συνομίλησε» με τους φασίστες όταν όλοι τους θεωρούσαν γραφικούς και ακίνδυνους. Ήταν εκείνος που μαζί με λίγους ακόμη, είδαν ότι τα πράγματα θα γίνουν επικίνδυνα αν δεν προσέξουμε, όπως κι έγιναν. 

Επίσης, θέλω να αναφέρω την πολύτιμη συμβολή του OmniaTv στο ντοκιμαντέρ αυτό. Οι συνάδελφοι που κάλυψαν με απόλυτη συνέπεια τη δίκη, μας παρείχαν οπτικοακουστικό υλικό που θα ήταν πολύ δύσκολο να βρεθεί χωρίς εκείνους. 

Ως δημοσιογράφος/ερευνήτρια έχεις φοβηθεί ποτέ για τις συνέπειες που μπορεί να έχει η ενασχόληση σου με υποθέσεις σαν κι αυτή της Χρυσής Αυγής; Και, αν ναι, πώς το διαχειρίζεσαι αυτό; 

Χ.Λ.: Το ζητούμενο δεν είναι να μη φοβούνται οι άνθρωποι, αλλά το κατά πόσο επιτρέπουν ο φόβος να τους συρρικνώνει στην καθημερινότητα. Κατανοώ ότι υποθέσεις όπως αυτή της Χρυσής Αυγής, δίνουν χώρο για μεγαλύτερη εξωστρέφεια, ειδικά για ανθρώπους που ασχολούνται με την καταγραφή, όμως είναι σημαντικό να δούμε πόση αφοβία χωράει στην κάθε μέρα, εκεί δηλαδή που κρινόμαστε διαρκώς. Έχουμε πατροναριστεί στο ότι για να νιώσουμε δυνατές και δυνατοί, χρειαζόμαστε ηρωικές πράξεις. Και μόνο το να υπάρχεις με αξιοπρέπεια σε αυτή την αγριότητα, αντιμιλώντας στο κυρίαρχο, είναι ηρωικό. 

Η έκθεση που φέρνει η δουλειά μου, σίγουρα ανοίγει πιο εύκολα την πόρτα στον ακραίο παραλογισμό. Το καλοκαίρι που μας πέρασε, με αφορμή μια δημοσιοποίηση που έκανα σχετικά με δύο τύπους που χαιρετιόντουσαν ναζιστικά στην πλατεία του Αγίου Παντελεήμονα, θυμάμαι ότι σε κάθε ανανέωση που έκανα στο Facebook, έρχονταν καμια δεκαριά μηνύματα με φωτογραφίες που έδειχναν σφαίρες, όπλα και κατάρες που με σιγουριά δεν θα τους τις επέστρεφα. 

Ταράζομαι και εκπλήσσομαι παροδικά με τη νοσηρότητα, όμως δεν νιώθω ότι φοβάμαι. Το τίμημα της επιλογής το χρεωνόμαστε ολόκληρο. Πιο πολύ με ενοχλεί η δυσφορία που δημιουργείται στους δικούς μου ανθρώπους και η αγωνία που ενσωματώνουν για μένα. Νιώθω ότι έχουμε νικήσει πολλά περισσότερα, μέχρι να αντιμετωπίσουμε τον φόβο μας. Έχουμε βρεθεί απέναντι στα ενστικτα μας, στον ορμητικό θυμό, στο «θα κάνω ό,τι μου έκανες» και τα ξεπεράσαμε. Εκείνοι όχι, οπότε ας μου επιτραπεί η άποψη ότι αυτοί δεν θα ξεφοβηθούν ποτέ, γι’ αυτό και δεν θα καταλάβουν ποτέ την ευτυχία των ελεύθερων ανθρώπων. 

Θες να μου πεις λίγα λόγια για τη Σελήνη; Τι είδους πρότζεκτ θα ήθελες να αναλάβετε στο μέλλον; Υπάρχει κάποιο που ετοιμάζετε ήδη και μπορείς να το μοιραστείς; 

Χ.Λ.: Η ΣΕΛΗΝΗ, είναι ένα σύμπαν που κάθε άνθρωπος που περνά το κατώφλι της, αφήνει κι από ένα άστρο. Στην καρδιά της Αθήνας, στη δοκιμασμένη σε δύσκολες συνθήκες γειτονιά του Αγίου Παντελεήμονα, η ΣΕΛΗΝΗ λειτουργεί πάνω σε πέντε άξονες, παρέχοντας ψυχοκοινωνική υποστήριξη χαμηλού κόστους σε νεαρά ενήλικα άτομα, εργαστήρια, παραγωγή κοινωνικοπολιτικού και πολιτιστικού περιεχομένου, ανθρωπιστικές δράσεις και εκδηλώσεις. Προσωπικά, ακόμη κι αν δεν ήμουν κομμάτι αυτού του σύμπαντος θα ένιωθα ανακουφισμένη αν ήξερα πως υπάρχει εκεί έξω. Η επαναστατική πράξη και πολιτική παρέμβαση, έρχεται με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους. Η ΣΕΛΗΝΗ για εμένα είναι με σιγουριά και τα δύο και νιώθω χαρά και τιμή για τους ανθρώπους που συμπορευόμαστε, για όσους θα έρθουν, για όσα θα γίνουν. 

Πριν λίγες ημέρες έγινε ένα πρώτο βήμα εξωστρέφειας, με τη μεγάλη συναυλία μας στο Θέατρο Βράχων. Ήταν μια στιγμή πραγματικής συγκίνησης για τους/τις χιλιάδες που ήρθαν και στήριξαν αυτό που κάνουμε. Οι σκέψεις για το μέλλον είναι πολλές. Όσον αφορά το κομμάτι των media, υπάρχει η σκέψη για τη δεύτερη ταινία μας, αλλά για την ώρα ας περιμένουμε να δούμε αυτή που έρχεται στις 7 Οκτώβρη. 

Η πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ συνέπεσε σχεδόν με την αποφυλάκιση του Ηλία Κασιδιάρη, ενώ συχνά ακούγεται η κριτική πως στα χρόνια που μεσολάβησαν από την καταδίκη της Χρυσής Αυγής μέχρι σήμερα, δεν κάναμε αρκετά σαν κοινωνία ώστε να περιοριστεί η απήχηση φασιστών/φασιστικών ιδεολογιών. Πιστεύεις θα έπρεπε να το έχουμε διαχειριστεί αλλιώς; Και τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό στην πράξη, ειδικά σε μια περίοδο που η Ακροδεξιά και ο φασισμός γνωρίζουν νέα άνοδο διεθνώς; 

Χ.Λ.: Ο Κασιδιάρης, είναι ένα καταδικασμένο διευθυντικό στέλεχος εγκληματικής οργάνωσης. Πόσο στ΄ αλήθεια αναλογεί ο θόρυβος που δημιουργήθηκε γύρω από την αποφυλάκισή του λίγες ημέρες πριν, δημιουργώντας μια προσδοκία για τις πολιτικές του κινήσεις με φθηνούς όρους τηλεθέασης μιας και τα Μέσα Ενημέρωσης γνωρίζουν καλά ότι το πολιτικό σκέλος του συγκεκριμένου έχει προς το παρόν κλείσει. Εκφράσεις που ακούσαμε από μεγάλα κανάλια, του τύπου: «Πέφτει στις αγκαλιές των οπαδών του», «Μεγάλη υποδοχή» και σχετικές εγκληματικές αστοχίες, μόνο σκόπιμες μπορώ να τις θεωρήσω. 

Παράλληλα, είναι χρήσιμο να δούμε και τον τρόπο που ασκείται η σοσιαλμιντιακή κριτική από ανθρώπους που υποτίθεται ότι είναι σύμμαχοι του αντιφασιστικού αγώνα. Το να γεμίζει το Facebook και το Instagram φωτοσοπαρισμένες φωτογραφίες του Κασιδιάρη αγκαλιά με κάμποσους -κι όχι πολλούς- ψεκασμένους που τον περίμεναν απ’ έξω, ντυμένοι στα χρώματα του Pride με σεξιστικά υπονοούμενα, με συγχωρείς αλλά δεν κατανοώ πώς βοηθάει το να απαντάς στην τρασίλα με τρασίλα. Τύποι σαν αυτούς που ανέφερα, δεν έχουν κανένα θέμα με το να τους λέμε φασίστες, ότι μοιάζουν με κακοσχεδιασμένα καρτούν, ότι είναι γραφικοί περιθωριακοί. Εδώ από μόνοι τους φοράνε περικεφαλαίες, ποιο αυτί τους να ιδρώσει; Εμείς όμως; Αυτό έχουμε να απαντήσουμε πολιτικά, έχοντας πλέον και την εμπειρία του που μπορούν να φτάσουν, έτσι άβουλοι που περιφέρονται; 

Τώρα, σχετικά με τα πόσα έχουμε κάνει ή όχι σαν κοινωνία για την αντιμετώπιση της ακροδεξιάς είναι κάτι που τα κινήματα και ο αντιφασιστικός κόσμος οφείλει να αναστοχάζεται διαρκώς, με ειλικρίνεια. Η Χρυσή Αυγή νικήθηκε και στον νόμο και στον δρόμο και εκεί θα νικηθεί ξανά αν χρειαστεί. Δεν θεωρώ ότι μας αντιστοιχεί το αίσθημα της ματαίωσης, άνθρωποι έχουν πέσει στη φωτιά όλα αυτά τα χρόνια. Γενικά δεν αναλογεί σε κανέναν ατομικά να κάνει κριτική για όσα έγιναν ή δεν έγιναν όλα αυτά τα χρόνια. Όλα οφείλονται να απαντώνται συλλογικά, μέσα από ανάλογες διαδικασίες. 

Για όσους αναζητούμε μια μορφή «αντι-ενημέρωσης», υπάρχει τα τελευταία χρόνια ένα κύμα δημοσιογράφων που είναι ιδιαίτερα ενεργοί στα social media και είσαι ένα από αυτά τα πρόσωπα. Σου αρέσει αυτή η αμεσότητα/ανεξαρτησία που προσφέρουν τα social; Και πώς βιώνεις αυτή τη συνθήκη; Ρωτάω από την πλευρά ότι, όταν η δημοσιογραφική δουλειά γίνεται τόσο προσωποπαγής, μπορεί να απουσιάζει η ασφάλεια ή υποστήριξη που θα σου προσφέρει το να γράφεις σταθερά μόνο σε ένα Μέσο. 

Χ.Λ.: Είμαι ένας άνθρωπος που χρησιμοποιώ με συνέπεια εδώ και πολλά χρόνια τα social media, παράλληλα με το εκάστοτε εργασιακό πλαίσιο που βρίσκομαι, αλλά και παράλληλα -κι όχι κυρίαρχα- με τις πολιτικές διαδικασίες που επιλέγω να εμπλέκομαι. Διευκρινίζω αυτή την παράμετρο γιατί τα social media έχουν καταφέρει να αναδείξουν θέματα και θα θέσουν ζητήματα που τα συστημικά Μέσα Ενημέρωσης παραβλέπουν μέχρι να μην έχουν άλλη επιλογή, παρόλα αυτά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρείται ότι αντικαθιστούν τις διεκδικήσεις που συμβαίνουν στο πραγματικό πεδίο, όπως ό δρόμος, οι συνελεύσεις, οι μαζικές αποφάσεις, οι απεργίες. 

Υπάρχει συσσωρευμένη οργή και ένα αίσθημα ανημπόριας που κανονικοποιείται. Τα social media ανακουφίζουν ένα μέρος της εκτόνωσης, όμως αν το καλόσκεφτουμε πρόκειται και πάλι για μια μοναχική διαδρομή. Γράφω κάτι, κάποιοι συμφωνούν, κάποιοι διαφωνούν και το σκρόλ συνεχίζεται. Κλείνουμε το κινητό και κοιτάμε το ταβάνι, χωρίς να μας είναι ξεκάθαρο τί μορφή έχει πάρει η αγανάκτηση μας. Σημασία και ουσία έχει το «εμείς» και το «μαζί».

Όλα αυτά δεν τα λέω δαιμονοποιώντας τη χρήση των social, όπως σωστά είπες είμαι πολλά χρόνια ενεργή σε αυτά και πράγματι έχει δοθεί απλόχερα η ευκαιρία σε δημοσιογράφους και μη, να εκφραστούν πολύ πιο ελεύθερα. Με κόστος βέβαια. Θεωρώ δεδομένο ότι η παρουσία  μου στα social media έχει λειτουργήσει αποτρεπτικά στο να ενταχθώ σε κάποια Μέσα. Με αφορά, αλλά δεν το μετανιώνω, όσο κι αν έχω ζοριστεί στο παρελθόν και πιθανόν να ζοριστώ στο μέλλον. Κάνω με πολύ σεβασμό και αγάπη τη δουλειά μου και όσο περνάει ο καιρός και με μεγαλύτερη σιγουριά.

Σχετικές καταχωρίσεις

Σχετικά άρθρα