Φιλ Ιερόπουλος: «Αν παίρνεις ξεκάθαρη πολιτική θέση, σ’ αυτή τη χώρα δεν σε γουστάρουν»
Μια συζήτηση με τον εικονοκλάστη δημιουργό για το «Uchronia», τη νέα του πειραματική ταινία που αποδομεί τα κακώς κείμενα του σύγχρονου καπιταλισμού και της ριζοσπαστικής σκέψης.
O ποιητής Αρτούρ Ρεμπό, ανένταχτοι επαναστάτες, αμετανόητοι καταστασιακοί, queer φρικιά και σοβιετικοί στρατιώτες σμίγουν στο εικονοκλαστικό «Uchronia», τη νέα πειραματική δουλειά που σκηνοθετεί ο Φιλ Ιερόπουλος και υπογράφει σεναριακά ο Φοίβος Δούσος. Το καλλιτεχνικό δίδυμο, γνωστό και ως FYTA, που έχει γίνει περιβόητο για τις τολμηρές και πολιτικά φορτισμένες δουλειές του, τα τελευταία χρόνια έχει αφοσιωθεί στον κινηματογράφο όπου και παραδίδει φιλμ συνώνυμα του ριζοσπαστικού. Από την όπερα «Orfeas2021» μέχρι το παθιασμένο «Avant-Drag!», οι Ιερόπουλος – Δούσος έρχονται σε πλήρη ρήξη με τις κινηματογραφικές συμβάσεις και το ιδεολογικό κατεστημένο, ενώ παράλληλα ασκούν πύρινη κριτική σε πολιτιστικά ιδρύματα, τις συντηρητικές πτυχές του καπιταλισμού, αλλά και τις μορφές διανοουμενισμού που ενθαρρύνουν τον κομφορμισμό.
Διαβάστε επίσης

Υπό αυτήν την έννοια, το «Uchronia» μοιάζει με φυσική συνέχεια της φιλμογραφίας τους, αφού συστήνεται σαν ένα δοκιμιακό ντοκιμαντέρ που εξελίσσεται σε δριμύ κατηγορώ της μετανεωτερικότητας. Βασική πηγή έμπνευσης αποτελεί το ποίημα «Μια Εποχή στην Κόλαση» («Une Saison En Enfer») του Ρεμπό και θέλει το φάντασμα του ποιητή να ταξιδεύει στο βάθος του χρόνου συναντώντας διαφορετικούς εκπροσώπους της αντικουλτούρας και των ανταγωνιστικών κινημάτων, αλλά και όχι μόνο, φυσικά. Στην ταινία δε, εμφανίζονται μεταξύ άλλων η θρυλική Eve Libertine του anarcho-punk συγκροτήματος Crass και η εμβληματική avant-garde σκηνοθέτρια Αντουανέττα Αγγελίδη. Επίσης, στη διανομή των ηθοποιών βρίσκουμε μια σειρά εξαιρετικά ταλαντούχων ονομάτων όπως οι Φλομαρία Παπαδάκη, Kristof, Μαρίσα Τριανταφυλλίδου και Αλέξανδρος Βούλγαρης (The Boy).

Με αφορμή, λοιπόν, την έναρξη των προβολών του «Uchronia» στον κινηματογράφο Τριανόν (από τις 24/9), διατυπώσαμε τις ερωτήσεις μας στον Φιλ Ιερόπουλο ο οποίος απαντά στο ΚΛΙΚ παρακάτω.
Νιώθω «υποχρεωμένος» να συνεχίσω την κουβέντα μας από το σημείο που σταμάτησε την τελευταία φορά που μιλήσαμε, δηλαδή, αμέσως μετά το σάλο της Μπερλινάλε. Είχε επιπτώσεις στην πορεία του «Uchronia» όλο αυτό το σούσουρο;
Ναι. Νομίζω και θετικές και αρνητικές. Για παράδειγμα στις θετικές ήταν ότι ο καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ Prismatic Ground στη Νέα Υόρκη (που γίνεται σε συνεργασία με τα Anthology Film Archives, δηλαδή ειναι κατι τεραστιο για το πειραματικό φιλμ) έμαθε για την ταινία μας από αυτό που είχε γίνει. Του άρεσε πολύ η ταινία και την έβαλε στο πρόγραμμά τους. Έχουμε πάρει πάρα πολλή υποστήριξη για τη δήλωση απέναντι στον Βέντερς από πολλά μέρη του κόσμου, από ανθρώπους που καταλαβαίνουν πως εδώ μιλάμε για αλληλεγγύη κι όχι για αισθητική, όπως φώναξε κι ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ στις Κάννες το 1968.
Αλλά βεβαίως πήραμε και κριτική / hate, ιδιαίτερα στην Ελλάδα. Γενικά αν παίρνεις ξεκάθαρη πολιτική θέση, σ’ αυτή τη χώρα δεν σε γουστάρουν γιατί ειδικά στα πολιτισμικά η οικονομική πίτα είναι πολύ μικρή οπότε επικρατεί ομερτά για διάφορες θεματολογίες. Αυτός που μιλάει ανοιχτά συχνα διαβάζεται ως εξυπνάκιας. Ένας από τους γνωστούς ντόπιους φιλμοκριτικούς υπαινίχθηκε σε άρθρο του πως δεν έχουμε ήθος. Εκεί ξέρεις υπάρχει το: «πού να σου εξηγώ τωρα κι εσένα μάτια μου ότι έχω σπουδάσει είκοσι χρόνια φιλμ ποέτικς και ότι τον Βέντερς τον παρακολουθώ, αναλύω και με συγκινεί (και πολύ ενίοτε) από την εφηβική μου ηλικία ήδη». Ακριβώς όταν μας απογοητεύει ένας έξυπνος άνθρωπος, τότε είναι που οφείλουμε να κράξουμε, μπας και συνέλθει. Αλλιώς είμαστε μικροαστοί. Και ξαναθυμίζω: για μια τοποθέτηση απεναντι σε μια γενοκτονία δεν χωράνε ζητήματα καθωσπρεπισμού και ευγένειας.

Από πού ξεκίνησε η ιστορία του «Uchronia»; Ήταν ο Ρεμπό ή η ανάγκη να σχολιαστεί πολιτιστικά η τρέχουσα επικαιρότητα;
Και τα δυο! Θα εξηγήσω. Με το Φοίβο Δούσο ως ΦΥΤΑ δουλεύουμε δεκατέσσερα χρόνια και ασχολούμαστε, όπως ξέρεις, με όλα τα «χοτ» πολιτικά ζητήματα της εποχής στα έργα μας, κινηματογραφικά, περφόρμανς, κείμενα, video art κ.λπ. Αυτό σημαίνει πως είμαστε σε συζήτηση μεταξύ μας και σε αισθητικο-πολιτική έρευνα συνεχή όλα αυτα τα χρόνια. Ενώ λοιπον συζητάμε διαρκώς περί ποστ-τρουθ, επιστροφή του φασισμού στην Ευρώπη κ.λπ., έπεσα πριν δυο καλοκαίρια κάπως τυχαία πάνω στο «Μια Εποχή στην Κόλαση» και το ξαναδιάβασα. Νομίζω είναι απ’ αυτά τα βιβλία που πολλοί έχουν διαβάσει ως νέοι αλλα λίγοι θυμούνται πόσο πολιτικά πυκνό έργο είναι.
Συνειδητοποίησα αμέσως πως πρόκειται όχι μόνο για ένα αριστουργηματικό πανκ διαμάντι (που αυτό το θυμόμουν), αλλά και για το πρώτο μεταμοντέρνο κουήρ ποιητικό έργο, όσο και για ένα κείμενο που προειδοποιεί τον 20ο αιώνα «της δύσης» για διάφορα κακά που έρχονται. Εμάς μας αρέσουν όλα αυτα: τα μανιφέστα, οι προειδοποιήσεις, τα παραληρήματα. Και όταν μάλιστα είδαμε πως κανείς δεν έχει κάνει ποτέ κινηματογραφική διασκευή αυτού του έργου (ούτε καν οι Γάλλοι, οι απαράδεκτοι!) και υπάρχουν μόνο δύο-τρία αφηγηματικά biopics του Ρεμπό κι αυτά κάπως μέτρια, τότε είπαμε: ναι, θα το τολμήσουμε. Η επιστροφή στα τέλη του 19ου αιώνα βέβαια δεν είναι τυχαία. Πιστεύω πως αυτή τη στιγμή είναι απαραίτητο να κοιτάξουμε προσεκτικά τον 19ο αιώνα, έναν αιώνα ελπίδας για το μέλλον και διαρκών επαναστάσεων, μήπως μας βοηθήσει να δούμε σήμερα τι ακριβώς πήγε λάθος στον 20ο και 21ο αιώνα και έχουμε φτάσει στην απελπισία του 2026. Σαν να λέμε ναι, άλλη μια εύκολη ταινία κάναμε (γέλιο).

Αλήθεια, πώς ακριβώς δουλεύετε με το Δούσο; Βρίσκω τις δουλειές σας αρκετά περίπλοκες, έτσι θα με ενδιέφερε να μάθω περισσότερα για τη μέθοδό σας.
Νομίζω ενστικτωδώς κανένας απ’ τους δυο μας δεν ενδιαφέρεται για τα μη περίπλοκα στην τέχνη. Εγώ θυμάμαι από μικρός ποτέ να μη μου αρέσει η «ίσια» αφήγηση, αλλά πάντα να θέλω να πηγαίνει η ιστορία μπρος-πίσω, να έχει αυτοαναφορές, υποσημειώσεις και σχόλια, να είναι σαν υφαντό σκέψεων, εικόνων, ήχων κ.λπ. Ο πειραματικός κινηματογράφος που γνωρισα στο Λονδίνο στα ’90s με συντάραξε, ήταν σαν μια αισθητηριακή έκρηξη στο κεφάλι μου. Όταν συνάντησα και τον Φοιβο το 2012, τον οποίο τον ενδιαφέρει η πολυσημία των γλωσσικών σχημάτων και η ψυχανάλυση, εκεί μπήκαν άλλα πεντακόσια επίπεδα στον τρόπο που σκεφτόμουν εγώ, οπότε στις ταινίες μας βγαίνει αυτό που βγαίνει: η (επίπονη) γέννα ενος mutant εννοιολογικού παιδιού μας.
Θέλω να πω με τα παραπάνω πως δεν είμαστε δήθεν και ελιτιστές, δεν κάνουμε τις ταινίες δύσκολες επί τούτου, πραγματικά σκεφτόμαστε σαν άνθρωποι όπως σκέφτονται οι ταινίες μας. Αλλά πιστεύουμε και οι δύο ακράδαντα πως περίπλοκο, πολυσχιδές και σπονδυλωτό δε σημαίνει αποστασιοποιημένο και μη συναισθηματικό. Είμαστε δηλαδή απ’ αυτή την άποψη πιστοί στον Μπέρτολτ Μπρεχτ, τον Μαγιακόφσκι, τη Μάγια Ντέρεν, την Αντουανέττα Αγγελίδη και όλες αυτές που πιστεύουν πως η αβαν-γκαρντ δεν είναι άσκηση ύφους, είναι κάτι που μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή.

Όμως, συνειδητοποιώ μόλις πως δεν σου απάντησα σχετικά με τη μέθοδο. Κεντρικές είναι πάντα οι εννοιολογικές συζητήσεις που κάνουμε που είναι συνεχείς μέχρι και τις μέρες των γυρισμάτων ή του μοντάζ. Επειδή μας αρέσουν οι wild εικόνες, το χιούμορ και μια πανκ αίσθηση, κάποιοι κατά περιόδους νομίζουν πως είμαστε λίγο κωλοπαιδάκια και φασαίοι. Στην πραγματικότητα είμαστε τελείως ΦΥΤΑ όπως λέει και το όνομα, ερευνητές της τέχνης και πολιτικής σκέψης: οι δομές μας είναι τόσο αυστηρές που θα βρεις λίγα πράγματα στην κινηματογραφία στην Ελλάδα τόσο πιστά στο δομισμό, όπως τα δικά μας.
Πίσω από την ανάπτυξη κάθε ταινίας υπάρχουν πάρα πολλά σχεδιαγράμματα, λίστες, σκελετοί, drafts, αλλαγές συνεχείς, κάθε έργο είναι ένα τρελό work-in-progress που θεωρητικά θα μπορούσε να αλλάζει για πάντα! Ειδικά στο «Orfeas2021» και στο «Uchronia» οι φάκελοι του pre-production ήταν γιγαντιαίοι. Επίσης, νομίζω πως είναι σημαντικό να πω πως έχουμε ως δίδυμο καλλιτεχνικό και ως σχέση σκηνοθέτη-σεναριογράφου απόλυτη εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον ότι κάθε πρόβλημα δραματουργικό ή οπτικο-γλωσσικής επικοινωνίας προκύψει μπορούμε μεταξύ μας να το λύσουμε, δηλάδη, ο ένας να βοηθήσει τον άλλον να το βρει. Σε διαβεβαιώ πως πίσω από κάθε ερώτηση που θα μας κάνει ένας δημοσιογράφος ή ο οποιοσδήποτε για μια ελάχιστη λεπτομέρεια της ταινίας υπάρχουν ώρες συζήτησης και όλα είναι με απόλυτη ακρίβεια χορογραφημένα. Control freaks; Γενικώς ναι. Τα υπόλοιπα τα λέμε στην ψυχανάλυσή μας.
Υφολογικά, η ταινία έχει τρομερό ενδιαφέρον. Αφού ναι μεν αποτελεί ένα κολάζ από διαφορετικά στιλ, αλλά επιδεικνύει μια έντονη «κινηματογραφικότητα». Μίλησέ μας περισσότερο, αν θες, για το σμίλευμα της αισθητικής του «Uchronia».
Μερσί κατ’ αρχάς! Νομίζω πως σ’ αυτή την ταινία ήθελα να κάνω μερικούς φόρους τιμής σε κινηματογράφο που με έχει συγκινήσει σε όλη τη ζωή μου: από τον Ντέιβιντ Λιντς μέχρι τη Ζερμέιν Ντιλάκ, από τον Σεργκέι Παρατζάνοφ μέχρι τον Πίτερ Γκρίναγουεϊ. Σε κάθε ταινία που κάνουμε, η οπτική γλώσσα είναι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένη με το θέμα που δε θεωρώ πως υπάρχει ο παραδοσιακός διαχωρισμός φόρμας – περιεχομένου. Το «Orfeas2021» ήταν ένα post-internet performance πράγμα, μια διάλυση του ψηφιακού παρόντος, ενώ το «Avant-Drag!» ήταν πιο γυμνο ως γράμμα αγάπης στις διάφορες underground σκηνές, το cinema of transgression κ.λπ. Τo «Uchronia» είναι μια ταινία για την εξέλιξη της ιστορίας και για την έννοια της ουτοπίας ως κάτι στο οποίο μέλλον και παρελθόν δεν είναι ξέχωρα. Έτσι από μόνη της η θεματική άνοιξε την πόρτα στο να χρησιμοποιούνται διάφορες αισθητικές, παράλληλα με την 4Κ λεπτομερή εικόνα, αισθητικές οι οποίες αναφέρονται στο μπρος-πίσω του χρόνου: VHS, Super-8, φωτοτυπίες, «αναλογικένιος» ήχος κ.λπ. Εκτός από τις θεματικές της επανάστασης και της κουήρ χειραφέτησης με τα οποία καταπιάνεται η ταινία, λοιπόν, είναι και μια ιστορία της κινούμενης εικόνας.
Με επηρέασαν πολλά κινηματογραφικά δοκίμια σ’ αυτή την απόφαση. Όπως το δυστυχώς αρκετά άγνωστο «Race D’ Ep» των Λιονέλ Σουκάζ και Γκι Οκενγκεμ, κατά τη γνώμη μου το κορυφαίο ντοκιμαντέρ για την κουήρ ιστορία, αλλα και το πιο γνωστο, «Histoire(s) du Cinema» του Γκοντάρ που κάνει κι αυτό κάτι παρόμοιο, δηλαδή ενώνει την πολιτική ιστορία του 20ου αιώνα με την ιστορία του σινεμά. Αν δεν έχει γίνει κατανοητό, είμαι τεράστιος film buff και η ταινία είναι γεμάτη οπτικές αναφορές σε πάρα πολλά πρόσωπα της ιστορίας του μέσου. Όσο για αυτό που αναφέρεις για την κινηματογραφικότητα, αυτή είναι μια ερώτηση για την οποία θα μπορούσαμε να μιλάμε ώρες και να σου θέσω πίσω το ερωτημα: δηλαδή μια πιο γιολαριστή, βρώμικη κάμερα στο χέρι στο δρόμο είναι λιγότερο «κινηματογραφική» από ένα έργο που έχει αρτιο-φωτισμένα δομημένα κάδρα; Νομίζω είναι ερώτημα υπό συζήτηση. Αλλά αφήνοντας για μια στιγμή αυτή την αμφιβολία στην άκρη, ναι, συμφωνώ πως αυτη η ταινία είναι πιο κλασικά κινηματογραφική και χαίρομαι γι αυτό, ότι δηλαδή ώρες-ώρες νομίζεις πως βρίσκεσαι σε έργο του Ντέρεκ Τζάρμαν ή σε κάποιο 70s ατμοσφαιρικό noir-y φιλμ! Όταν έχει κανείς φωτιστή τον Γιώργο Κουτσαλιάρη, βλέπει μπροστά του να συμβαίνουν αυτά τα θαύματα φωτός και σκιάς. Του είμαι ευγνώμων για την ατμόσφαιρα που φτιάξαμε.

Η ίδια η επιλογή των προσώπων που συμμετέχουν στην παραγωγή μοιάζει με συμπληρωματικό σχόλιο σε όσα έχει να διατυπώσει. Είναι έτσι;
Τελείως! Και να σου πω ρε συ κάτι, είμαστε τόσο τυχεροί με τον Φοίβο γιατί όποιο άτομο θέλουμε να δουλέψουμε μαζί του, μας λέει πάντα ναι. Επειδή έχουμε μια άλφα φήμη στην Αθήνα ως auteurs των πειραματικών και λοξών σε διάφορα μέσα, όλοι πάντα είναι θετικοί να έρθουν και να κάνουν τρέλες μαζί μας. Δε σου κρύβω πως αυτό είναι τρομερό προνόμιο. Όταν ζητήσαμε στο «Orfeas2021» να έρθει η Ακρίτα να παίξει το ρόλο της Λογικής – ολόγραμμα, εμάς μας φαινόταν αρκετα απίθανο να συμβεί. Έτσι, όταν δέχτηκε «κουφαθήκαμε». Απο τη συνεργασία με τον Τσάρλι Κάουφμαν στη μικρού μήκους του (σ.σ.: το γυρισμένο στην Ελλάδα «How to Shoot a Ghost») και ύστερα, εκεί κάπως αρχίσαμε να σκεφτόμαστε πως όριό μας είναι ο ουρανός.
Στο «Uchronia», το πήγαμε αυτό σε ένα περαιτέρω, οριακά μεταφυσικό, πράγμα. O Kristof στις παιδικές φωτογραφίες είναι ολόιδιος με τον Ρεμπό. Aν δει κανείς τον Ντάβιντ Βοϊναρόβιτς και τον The Boy πραγματικά μοιάζουν με διάφορους τρόπους, όπως και η Έμα Γκόλντμαν με τη Ρέα Βαλντέν. Η avant-drag-queen Veronique Tromokratisch είναι ίσως η μετεμψύχωση της Divine. Στην ταινία μας την ιδέα του «Ανέφικτου» την παίζει η Αγγελίδη: θα μπορούσε να υπάρχει πιο ταιριαστό πρόσωπο να εκφράσει αυτή την έννοια; Αυτή η ιδέα των μετεμψυχώσεων ξεκίνησε λίγο μεταξύ μας σαν μια χαλαρή συζήτηση τυπου «δε θα χε πλάκα αν ο τάδε ήταν ο τάδε;», αλλά τελικά μετατράπηκε σε δομικό στοιχείο της ταινίας: βλέπουμε ζωντανές εννοιολογικές μετεμψυχώσεις να συμβαίνουν, τους αιώνες να μιλάνε μεταξύ τους. Βεβαίως συμβάλει λοιπόν και αυτο στο στήσιμο της διαγενεακής ανάπτυξης της ταινίας.
Μιας και το ανέφερες, πες μας δυο λόγια για την ανάμιξη του Κάουφμαν. Πώς προέκυψε αυτό;
Μέσω της κοινής μας φίλης και ποιήτριας Eva HD, o Τσάρλι Charlie είδε το «Orfeas2021» και μας έγραψε πως το βρήκε πολύ δυνατό και πως δεν είχε ξαναδεί ποτέ κάτι τέτοιο. Καταλαβαίνεις πως έχοντας μεγαλώσει με τις ταινίες του, για κάποιες μέρες ήμασταν στα σύννεφα. Εκείνη την εποχή ο Τσάρλι και η Eva είχαν κάνει το «Jackals and Fireflies», ένα μικρού μήκους κινηματογραφικό ποίημα και εμείς το δείξαμε για πρώτη φορά στην Αθήνα στον κουήρ χώρο ΛΑΛΑ, ενώ η Eva ήταν εκεί resident. Επειδή εμένα το διδακτορικό μου είναι πάνω στο film poetry κάπως εβγαζε επιπλέον νόημα.
Συζητούσαν τότε την πιθανότητα να κάνουν μια μικρού μήκους ακόμα, αυτή τη φορά με έδρα την Αθήνα και ήμασταν σε εκείνη τη φάση, αν θες, η πρώτη επαφή τους στην πόλη. Προφανώς, δεν είχαμε ιδέα πώς γίνεται μια πιο κανονικού προϋπολογισμού ταινία (γέλια), οπότε τους έφερε ο Φοίβος σε επαφή με την Green Olive που ανέλαβε την παραγωγή. Τώρα αυτά που σου λέω είναι χρονικά πολύ πριν μπουν στο παιχνίδι η Στέγη Ιδρύματος Ωνάση κ.λπ. Τελικά, στην ταινία ήμασταν executive producers, o Φοίβος μάλιστα πηγε και στη Βενετία στην πρεμιέρα. Η δική μας ταινία έχει, επίσης, να κάνει με φαντάσματα και δουλευόταν παράλληλα, οπότε μας φάνηκε ωραία ιδέα να τους ζητήσουμε να είναι αυτή τη φορά αυτοί οι executive producers σε μας. Και δεχτηκαν! Έχουμε πολύ καλή σχέση με τα παιδιά και σε μηνιαία βάση ανταλλάσσουμε κινηματογραφικά και καλλιτεχνικά σουσουδάκια και καλαμπούρια. Ο Τσάρλι είναι από τους πιο ξεχωριστούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει. Όπως, φυσικά, μπορεί κανείς να φανταστεί από το έργο του είναι επίσης και αρκετα αστείος.

Πώς ερμηνεύεις το γεγονός πως το πειραματικό – ριζοσπαστικό σινεμά, σαν αυτό που σε γενικές γραμμές κάνετε με τον Δούσο, τείνει να εκλείψει τελείως;
Απο τη δεκαετια του ’60 μεχρι του ’80, περίπου, είδαμε μια «έκρηξη» των subcultures («υποκουλτούρων»), του πειραματισμού, της προσωπικής έκφρασης, της εκκεντρικότητας κ.λπ. Από τα ’00s και ύστερα κινούμαστε σταθερά σε μια όλο και πιο μονοδιάστατη κατάσταση, λιγότερες επιλογές, όλα δείχνουν όμοια, με ναδίρ την τωρινή φάση του ΑΙ. Όμως το ΑΙ δεν ευθυνεται για την επιστροφή στα «monocultures», όπως τα λένε και διαδικτυακά, η τεχνητή νοημοσύνη είναι απλά ένας καθρέφτης της πτώσης μας. Αφού μας έπρηξε τα συκώτια ο καπιταλισμός ότι στον κομμουνισμό κινδυνεύαμε να γίνουμε όλοι ίδιοι, τελικά αυτός έφερε το χειρότερο πολιτισμικό σιδέρωμα. Θεωρώ πως η βιομηχανία του mainstream σημερα εχει γινει πιο απολυταρχική και εκβιαστική απ’ ολη την ιστορια του σινεμα. Μέχρι και τα ’90s, οι mainstream ενδιαφέρουσες ταινίες, όπως για παράδειγμα το «Pulp Fiction» ή το «Fight Club», συζητιούνταν μεν αλλά δεν έπιαναν όλο το χώρο, ούτε απασχολούσαν τους πάντες με τον τρόπο που το έκανε το hype γύρω από την «Οδύσσεια». Οριακά ουτε το «Matrix» οταν βγηκε δεν είχε τόσο PR.

Τα social media ιδιαίτερα κινούνται σε ένα ύφος ότι αν δεν έχεις άποψη για τον Κρίστοφερ Νόλαν κάτι σου λείπει από την κατανόηση της σημερινής κοινωνίας. Σα να είναι όχι απλά ένας σκηνοθέτης, αλλά μονάρχης του συνολικού κινηματογραφικού διαλόγου. Το αν η ταινία είναι ενδιαφέρουσα δεν αφορά στην πραγματικότητα καθόλου, όσο το να έχει άποψη και ο γείτονάς σου στο χωριό, ξέρω γω. Όλα κρίνονται με όρους culture wars. Θεωρώ πως γι’ αυτήν την εξέλιξη ευθύνονται οι millennials με την αγάπη τους για την ποπ κουλτουρα, οι οποίοι άνοιξαν το κουτί της Πανδωρας της υπερανάλυσης των ποπ έργων ως πραγμάτων πολύ σημαντικων πολιτικά.
Εκεί μπορεί μεν να έγινε κάτι χρήσιμο για την κριτική στη σοβαροφάνεια του ελιτισμού, αλλά πήγαμε πίσω ως προς την κριτική στο μαζικό θέαμα ως αποχαύνωση που είχαν ανοίξει οι Τέοντορ Αντόρνο, Βάλτερ Μπένγιαμιν, Χάνα Άρεντ, Σούζαν Σόνταγκ κ.λπ. Έτσι, λοιπόν, εγώ στο 2026 λέω πως η ποπ κουλτούρα δε μας οπλίζει καθόλου σωστά απεναντι σε έναν επικείμενο φασισμό και πρέπει να βγούμε απ’ αυτήν τη βάρκα το συντομότερο δυνατό. Και για να επιστρέψω στην ερώτησή σου: μεσα σε τέτοιες συνθήκες, πώς να επιπλεύσει το πειραματικό φιλμ που παίζει ακριβώς κόντρα στους όρους του θεάματος; Ούτε που το έχουμε πάρει πρέφα, αλλά η απώλεια των πειραματικών τεχνών από τον κοινωνικό διάλογο έχει τραγικά αποτελέσματα. Αν ως κοινωνία μας λείπουν εργαλεία κατανόησης της προπαγάνδας και της δημαγωγίας, δηλαδή έχουμε γίνει υποχείρια μαζικών αφηγήσεων ξανά, πρέπει να σκεφτούμε πόσο υπεύθυνοι είμαστε για το αν μας αποχαύνωσε το θέαμα, όπως προέβλεψε ο Γκυ Ντεμπόρ, όπως επίσης αν έχουμε προσπαθήσει να αμυνθούμε: να δούμε τα κατάλληλα έργα και να διαβάσουμε τα κατάλληλα πράγματα για να οξύνουμε τις σημειωτικές και τελικά πολιτικές δεξιότητές μας.
Κλείνοντας, αλλά και παίρνοντας πάσα από το στίχο τραγουδιού που ακούγεται στην ταινία, άραγε Φιλ, θα μάθουμε ποτέ από τα λάθη μας;
Ουφ, τι να σου πω… Δύσκολη συζήτηση. Δεν είναι καθόλου καλά τα πράγματα αυτή τη στιγμή, αυτό είναι σίγουρο. Όμως είναι σημαντικό να θυμόμαστε πως η ιστορία κάνει κύκλους και πως ακόμα κι αν είμαστε σε ένα σκοτεινό σημείο αυτή τη στιγμή ή έρχονται και χειρότερα άμεσα, κάτι καλό κάπως θα ξαναβγεί κάποια άλλη στιγμή πιο κάτω. Καταλαβαινω πως και τα πράγματα με το περιβάλλον έχουν κάτι πιο ακραίο σήμερα από ποτέ που ίσως σημάνουν ένα κάποιο «game over» για την ανθρωπότητα όπως την ξέρουμε. Παρόλα αυτά, τις τελευταίες μέρες σκεφτομαι πως αυτή η τάση της αριστεράς να είναι τόσο σκοτεινή και σκυθρωπή εκτός από το ότι είναι ηττοπαθής, έχει και μια περίεργη ανηθικότητα σε σχέση με τις μελλοντικές γενιές: πώς τολμάμε εμείς να μιλάμε για το τέλος του κόσμου και για το πώς θα είναι το μέλλον όταν θα είμαστε λίπασμα για σκουλήκια; Πώς ξέρουμε αν οι μελλοντικές γενιές δε θα υπάρξουν πιο γενναίες από μας; Έτσι η άποψή μου είναι πως η ελπίδα είναι μια πολιτική θέση. Και πως ακόμα κι όταν δεν τη βλέπουμε καθόλου μπροστά μας, οφείλουμε να την εφευρίσκουμε.
