Το «+2H» του Ergon House αλλάζει γαστρονομικό προσανατολισμό
Η πρεσβεία της λεβαντίνικης κουζίνας στην Αθήνα αλλάζει γαστρονομικό προσανατολισμό και βάζει πλώρη για Ανατολή.
Το «+2H» το γνώρισα πριν από δύο χρόνια και θυμάμαι ότι είχα εντυπωσιαστεί με την πίτσα τους, που την έλεγαν flatbread (ειδικά εκείνο με το σουτζούκι και το κασέρι ήταν ανυπέρβλητο), τα νιόκι και το Baked Alaska. Θα ήθελα να πηγαίναμε ένα ταξίδι πίσω στο χρόνο με όσους από εσάς δεν τα έχουν δοκιμάσει και να τα γευόμασταν. Γενικά σκέφτομαι συχνά πόσο ωραίο θα ήταν να υπήρχε ένα μουσείο πιάτων, κι όταν σου λείπει κάποιο από αυτά να πηγαίνεις να το μυρίζεις και να θυμάσαι ξανά τη γεύση του.
Δεν σας κρυβω ότι με φοβίζουν λίγο τα εστιατόρια μεγάλων εταιρειών ή ξενοδοχείων, γιατί καμιά φορά βγάζουν μια αρτιότητα αλλά όχι και ψυχή. Το «+2H», όμως, που ανήκει στην Ergon, δεν είναι αυτή η περίπτωση. Ούτε τότε ούτε τώρα, που όχι απλώς άλλαξε το μενού του, αλλά έκανε στροφή 180 μοιρών στον γαστρονομικό του προορισμό, ξεκινώντας ένα ταξίδι στο Λεβάντε της Ανατολής. Ένα ταξίδι, βέβαια, που πραγματικά το έχουν σχεδιάσει γιατί δεν αρκεί το ταλέντο για να μπεις στον κόσμο της Ανατολής, θέλει γνώση και πολλή δουλειά.

Προσωπικά έχω μεγάλο πάθος με τη λεβαντίνικη κουζίνα, αυτή δηλαδή που ξεκίνησε από τους Πέρσες και διέσχισε χώρες, πολιτισμούς, πολέμους, αυτοκρατορίες… Ένα παρακλάδι της είναι κι αυτό που λέμε λανθασμένα, ή κατ’ άλλους σωστά πολίτικη κουζίνα. Αλλα η κουζίνα της Ανατολής δεν ανήκει σε έναν· ξεκίνησε από έναν, αλλά σαν καράβι μάζευε κάτι από όπου περνούσε, κι έτσι είναι πλέον στο αίμα μας, στα τραγούδια και τις μνήμες μας.Ο Παναγιώτης Ξάνθης, ο μάγειρας του «+2Η», εξερεύνησε τα μυστικά της λεβαντίνικης κουζίνας, γιατί μόνον έτσι μπορείς να κατανοήσεις την ποίησή της και να παρουσιάσεις πιάτα που είναι όχι μόνο οπτικά αλλά και γευστικά τέλεια, με εντάσεις και ταυτόχρονα αέρινα.

To παιχνίδι ξεκινά με τις αλοιφές, ή αλείμματα, που σας προτείνω να τα πάρετε όλα. Αν πάλι πρέπει να επιλέξετε οπωσδήποτε μία θα έλεγα να πάρετε τη labneh (σαν τυροκαυτερή), με φέτα, ελαιόλαδο και za’atar. Αμέσως μετά έρχεται η muhammara, με πιπεριά Φλωρίνης, καρύδι, ρόδι και δυόσμο, και τρίτη τη mutabbal με μελιτζάνα, ταχίνι, μυρώνια, ρόδι. Και οι τρεις είναι υπέροχες.
Από τα ορεκτικά ξεχωρίζει επίσης το Çiğ Köfte, μοσχαρίσιο ταρτάρ, δηλαδή, όπως το τρώνε στις πιο πολλές αραβικές χώρες. Στις πίτες υπάρχουν πολλές επιλογές, αλλα σας προτείνω το λαχματζούν με μοσχαρίσιο και αρνίσιο κιμά, το οποίο δεν έρχεται όπως το έχεις συνηθίσει αλλα σαν πεϊνιρλί. Δεν σας κρύβω ότι με έτρωγε να πάρω και το μπουγιουρντί με παστουρμά αλλά συγκρατήθηκα για να χαρώ όπως έπρεπε αυτά που ακολουθούσαν.

Το μαντί τους ήταν το πιο άρτιο και πιο νόστιμο που έχω φάει στη ζωή μου. Κι επειδή η φωτογραφία το αδικεί, θα ήθελα να είχα ένα μαγικό κουτάλι για να σας δώσω να δοκιμάσετε.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει και στο σιγομαγειρεμένο αρνάκι με ντολμαδάκια στα κάρβουνα, ένα πιάτο που σε στέλνει με τη μία σε κάποιο στενό της Κωνσταντινούπολης: το κρέας μελωμένο, το ντολμαδάκι ονειρικό, κι αν το βουτήξεις στο αριάνι αποκτά κι άλλη διάσταση.
Ο επίλογος γράφτηκε με σεμιναριακά κεμπάπ, αλλά κεμπάπ όπως τα εννοούν οι Άραβες, δηλαδή κάθε ψητό κρέας που μπαίνει στη φωτιά.

Το κεμπάπ κοτόπουλο ήταν αφρός και τα συνοδευτικά του εξαιρετικά: πίτα, σαλτσούλα κι ένα ατζέμ πιλάφι-όνειρο. Τα σουτζουκάκια ήταν μάλλον φόρος τιμής στα μυθικά σουτζουκάκια της Θεσσαλονίκης –τουλάχιστον σε εμένα έδωσαν την ίδια γευστική χαρά– και με τη συνοδεία της πίτας και των αλειφών αποκτούν και γαστρονομική αξία.
Το σβήσιμο ήρθε με παγωμένο γιαούρτι που σερβίρεται με γλυκό του κουταλιού βύσσινο, καραμελωμένους ξηρούς καρπούς, μύρτιλα, μέλι και μια πραλίνα από φιστίκι Αιγίνης.
Δηλώνω εντυπωσιασμένος από το γαστρονομικό ταξίδι στο «+2H» και σίγουρα θα ξαναπάω.
Μητροπόλεως 27 & Πατρώου 9-11, Κέντρο, 2160006770
