«Temps Perdu»: Ο χαμένος χρόνος τελικά κερδίζεται
Στον Πειραιά, το κρουασάν γίνεται μικρή τελετουργία.
Περιεχόμενα
Υπάρχουν μαγαζιά που δεν είναι απλώς σημεία πώλησης φαγητού. Είναι μικρές αστικές μνήμες, καθημερινά καταφύγια, στάσεις μιας πόλης που αλλάζει διαρκώς, αλλά εξακολουθεί να αναγνωρίζει τον εαυτό της μέσα από μια ζεστή τυρόπιτα, μια μπουγάτσα με κανέλα ή ένα κρουασάν που θρυμματίζεται στο πρώτο δάγκωμα. Αυτό το αφιέρωμα δεν είναι ένας ψυχρός οδηγός γεύσης. Είναι μια διαδρομή σε γειτονιές, μυρωδιές, ανθρώπους και τελετουργίες που επιμένουν.
«Temps Perdu», Πειραιάς
Σήμερα θα ήθελα να γράφω από την Ε9, κοιτάζοντας τα καράβια που φεύγουν, με ένα κρουασάν από το Temps Perdu στο χέρι. Στον Πειραιά υπάρχει αυτό το μαγαζί που έχει κάνει το κρουασάν μικρή τελετουργία. Θα διάλεγα βουτύρου ή αμυγδάλου, ίσως και τα δύο, όχι επειδή περιμένω να εισπράξω επιταγή από πλούσιο θείο, αλλά επειδή μερικές γεύσεις λειτουργούν σαν μηχανές μνήμης.

Πάντα, πριν από ένα σημαντικό ραντεβού, θέλω να βλέπω θάλασσα. Να βλέπω τα καράβια που φεύγουν, τις ματιές που χάνονται, την ελπίδα που μπαίνει σε μια βαλίτσα και ξεκινάει ταξίδι. Στο Temps Perdu λένε ότι χρειάζονται δύο ημέρες για να φτιάξουν τη ζύμη των κρουασάν. Κάποιος αφιερώνει 2.880 λεπτά για να σου προσφέρει δύο λεπτά απόλαυσης. Κι εσύ ίσως σταθείς για μία ώρα κοιτάζοντας το λιμάνι χωρίς να κάνεις τίποτα. Για κάποιους αυτό είναι χαμένος χρόνος. Για μένα είναι απαραίτητος χρόνος.
Δεν πιστεύω πια στον χαμένο χρόνο. Όταν χαζεύουμε, κάτι δουλεύει μέσα μας. Ξεκινά μια αόρατη διεργασία, ένα δικαίωμα στο όνειρο. Το κρουασάν, ειδικά όταν είναι σωστό, ταιριάζει με αυτή την παύση. Θρυμματίζεται, μυρίζει βούτυρο, αφήνει ίχνη στα δάχτυλα και σε αναγκάζει να επιβραδύνεις. Τα παιδιά του Temps Perdu είναι μεγάλοι μάστορες. Μπαίνεις μέσα και δεν ξέρεις τι να πρωτοπάρεις: βουτύρου, αμυγδάλου, σοκολάτας. Χάνεις λίγο τον έλεγχο, αλλά ίσως αυτός είναι ο σκοπός.

Η πόλη μέσα σε μια μπουκιά
Αν κάτι ενώνει όλα αυτά τα μαγαζιά, δεν είναι μόνο το φύλλο, το βούτυρο, το τυρί ή η κρέμα. Είναι η αίσθηση ότι η Αθήνα, παρά την ταχύτητα και τη φασαρία της, εξακολουθεί να έχει μικρούς τόπους όπου ο χρόνος πυκνώνει. Στο Περιστέρι, στην Αθηνάς, στον Κολωνό, στην Πεσμαζόγλου, στον Πειραιά και στα νέα bakeries, βρίσκεις ανθρώπους που δουλεύουν με ζύμες, αλλά στην πραγματικότητα φτιάχνουν μνήμες. Άλλοι συνεχίζουν μια παράδοση δεκαετιών και άλλοι ανοίγουν καινούργια κεφάλαια. Όλοι όμως, όταν το κάνουν καλά, μας θυμίζουν κάτι απλό: μια πόλη δεν τη γνωρίζεις μόνο από τα μνημεία της. Τη γνωρίζεις από τις ουρές έξω από ένα μικρό μαγαζί, από τα ψίχουλα στο παλτό, από την κανέλα στα δάχτυλα, από την πρώτη μπουκιά που σε κάνει να σταματήσεις για λίγο. Και ίσως αυτό το λίγο, τελικά, να είναι όλο το νόημα.