«Ουζερί του Λάκη»: Ωδή στο ουζερί της Αθήνας
Το «Ουζερί του Λάκη», στα πέριξ της Βικτώριας, είναι τόσο ξεχωριστό γευστικά και με τόσο καλή πρώτη ύλη, που αν δεν είσαι ήδη θαμώνας, σχεδόν δεν το πιστεύεις.
Στον κόσμο που δεν άλλαξε όσο κι αν τον ονειρευτήκαμε αλλιώς, ευτυχώς υπάρχουν ακόμη ο Λάκης και το ουζερί του, δηλαδή ο Γιώργος και η Άννα, να μας ποτίζουν και να μας ταΐζουν, η Βικτώρια να μας επιστρέφει για λίγο στη νιότη μας και η Πατησίων –αυτός ο νοητός διάδρομος απογείωσης κοσμοναυτών– να παίρνει, έστω για μια στιγμή, τη στενοχώρια από πάνω μας.
Το «Ουζερί του Λάκη» στέκει σχεδόν μισό αιώνα τώρα σε ένα στενό κοντά στην Πλατεία Βικτωρίας, με εκείνη την ήρεμη υπερηφάνεια των τόπων που δεν χρειάζεται να διαφημίσουν τον εαυτό τους. Αν υπήρχε ένας κατάλογος κλασικών της Αθήνας, θα ψήφιζα χωρίς δεύτερη σκέψη την ένταξή του σε αυτόν, ως αναγκαίο διατηρητέο της γεύσης και της μνήμης. Γιατί ο «Λάκης» δεν υπάρχει απλώς μέσα στην αδράνεια μιας παλιάς δόξας· υπάρχει επειδή παραμένει τίμιος, γευστικά προσεγμένος και προικισμένος με μια πρώτη ύλη σχεδόν απίστευτη για ένα μικρό ουζερί που, αν το προσπεράσεις βιαστικά, δύσκολα μπορείς να υποψιαστείς τι κρύβει μέσα του.

Πέρα από τη μεγάλη ποικιλία σε ούζα και τσίπουρα, εκείνο που ανακαλύπτεις γρήγορα στον «Λάκη» είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του σωστού ουζομεζέ: οι αλοιφές. Δεν περιορίζεται στις αναμενόμενες εκδοχές, αλλά απλώνει μπροστά σου μια μικρή επικράτεια γεύσεων, από τις οποίες ξεχωρίζει σαν μυστικό δυνατό χαρτί η ρεγγοσαλάτα. Δίπλα της βάλτε οπωσδήποτε την πατατοσαλάτα με τον γαύρο, γιατί είναι από εκείνα τα πιάτα που σε κάνουν να σιωπάς για λίγο, μόνο και μόνο για να αφήσεις τη γεύση να επιβεβαιώσει όσα δεν φτάνουν να πουν οι λέξεις.

Ο «Λάκης» διαπρέπει στα ψητά και τα τηγανητά με έναν τρόπο σχεδόν αβίαστο: για του λόγου το αληθές δοκιμάστε το σαλάχι, την τηγανητή κοτσομούρα και μια καραβίδα που δύσκολα ξεχνιέται. Όμως, το ακόμη πιο δυνατό του χαρτί βρίσκεται στα ξεχωριστά μαγειρευτά της Άννας: η σουπιά με σπανάκι ή στιφάδο, τα ντολμαδάκια, το φρικασέ, όλα μοιάζουν σαν να μαγειρεύτηκαν από μια αόρατη συντεχνία γιαγιάδων, που κατέχει την τέχνη της κατσαρόλας σαν μυστική ευλογία.

Και έπειτα έρχονται οι μακαρονάδες, σαν μια μικρή ανατροπή στο γνώριμο σκηνικό του ουζερί. Εκείνη με τα παστά ψάρια και τα φουντούκια, αλλά και η διάσημη μαύρη μακαρονάδα με τις σουπιές είναι πιάτα απρόσμενα, ιδιότυπα, σχεδόν παιχνιδιάρικα, μα πάνω απ’ όλα βαθιά λιχούδικα – από εκείνα που σε κάνουν να ξαναφέρνεις την μπουκιά στο στόμα με παιδική ανυπομονησία.
Στο τέλος, ο Γιώργος έφερε μια ποικιλία τυριών που έμοιαζε με ταξίδι-αστραπή ανά την Ελλάδα. Τυριά που φέρνει ο ίδιος από διάφορες γωνιές της επικράτειας, σαν να απλώνει μπροστά μας έναν χάρτη ελληνικής γεύσης.
Είναι σπουδαίο που ένα ουζερί σαν αυτό φροντίζει να ανανεώνεται με σύνεση και ουσία. Όχι με ανόητους εντυπωσιασμούς, αλλά με νέες προσθήκες στα μαγειρευτά, με προσεκτική αναζήτηση ελληνικών εδεσμάτων και, πάνω απ’ όλα, με την ίδια αδιαπραγμάτευτη πίστη στην πρώτη ύλη. Διότι εκεί βρίσκεται, τελικά, το αληθινό του θεμέλιο.

Το «Ουζερί του Λάκη» μού το έμαθε ο κύριος Μίσα, που έφυγε πριν από επτά μήνες για εκείνο το αστρικό ταξίδι απ’ το οποίο δεν επιστρέφει κανείς. Θα τον θυμάμαι πάντα να αγαπά το ψάρι με πάθος και, αμέσως μετά, να ζητά λίγο σαλάμι αέρος με ψωμί «για να χορτάσει». Ήταν ένας από τους τελευταίους μεγάλους εραστές της Πλατείας Βικτωρίας, από εκείνους που περνούσαν ολόκληρη τη μέρα στα στέκια της. Από το 1996 ως το 1999 τον πετύχαινα σχεδόν καθημερινά, γιατί βρισκόμουν κι εγώ εκεί, στις ίδιες διαδρομές και στις ίδιες γωνίες, την εποχή που προσπαθούσα να σπουδάσω σκηνοθέτης στη Μεγάλη του Γένους Σχολή της δικής μου νεότητας.
Φεύγοντας, διασχίσαμε με τη Λου την όμορφη Βικτώρια, μια πλατεία που την έχουν φρικτά εγκαταλείψει, μα εξακολουθεί πεισματικά να κρατά κάτι από την παλιά της αρχοντιά. Σταθήκαμε ύστερα στην Πατησίων, κοιτάζοντας εκείνον τον νοητό διάδρομο απογείωσης κοσμοναυτών, σαν να περιμέναμε ακόμη μια λευκή υπόσχεση να περάσει από μπροστά μας και να μας πάρει μαζί της.
