«Κριεκούκης»: Στη Μάνδρα πριν ακόμα γίνει Δήμος
Επίσκεψη στην χασαποταβέρνα που εδώ και 57 χρόνια κρατά ζωντανή μια παράδοση κρέατος που αξίζει να γνωρίσεις.
Ο «Κριεκούκης» βρίσκεται στη Μάνδρα εδώ και 51 χρόνια, και αυτό από μόνο του κάτι λέει. Δεν είναι από αυτά τα μαγαζιά που εμφανίστηκαν ξαφνικά επειδή έγινε μόδα το κρέας, οι κοπές και τα λοιπά. Είναι ένα μαγαζί που πατάει σε μια περιοχή με ιστορία στο καλό κρέας και σε μια παράδοση που δεν φτιάχτηκε για το Instagram, αλλά για να χορταίνουν άνθρωποι.
Η Μάνδρα είχε από παλιά στενή σχέση με το κρέας. Τη βοηθούσε η ανοιχτή γη, τα κοπάδια, οι βοσκοί, τα βοσκοτόπια και όλη αυτή η λογική της κουζίνας που δεν φοβάται τη λιπαρότητα, τη μυρωδιά, την ένταση. Βέβαια, τα τελευταία χρόνια μεγάλο μέρος αυτής της γης έγινε αποθήκες, εταιρείες, logistics και ό,τι άλλο φέρνει η εποχή. Παρ’ όλα αυτά, η γαστρονομική μνήμη δεν χάθηκε.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Στη γαστρονομική κουλτούρα της Αττικής υπάρχει ένα ολόκληρο κεφάλαιο γραμμένο από την αρβανίτικη παράδοση: τα τζόλια, οι πίτες, το πρόβατο, η γίδα, τα αρνιά, τα εντόσθια και, γενικά, αυτές οι πληθωρικές, έντονες γεύσεις που δεν ζητούν συγγνώμη από κανέναν. Είναι κουζίνα καθαρή, λαϊκή, τίμια και βαθιά νόστιμη. Δεν θα σου κάνει φιγούρα με τσιμπιδάκια και αφρούς. Θα σου βάλει το πιάτο κάτω και θα σου πει «φάε».
Η κεντρική πλατεία της Μάνδρας είναι ωραία, έχει έναν χαρακτήρα δικό της, και ο «Κριεκούκης» είναι πλέον εξαιρετικός. Βέβαια, δυστυχώς, η τρέλα με τις κοπές έχει φτάσει και εκεί. Μόλις μπαίνεις στον εσωτερικό χώρο, βλέπεις τις κοπές να σε κοιτάνε, σαν να σου λένε «εδώ είμαστε κι εμείς». Δεν λέω, ωραίες είναι, αλλά κάπου έχω κουραστεί λίγο με αυτή τη λατρεία του κρέατος σε βιτρίνα. Παρ’ όλα αυτά, επειδή είμαι αδύναμος άνθρωπος, φυσικά και δοκίμασα.
Πήραμε τα βασικά που θα παίρναμε σε μια ταβέρνα της Μάνδρας: τζόλια, χωριάτικη σαλάτα, τζατζίκι, παϊδάκια αρνιού και κοκορέτσι. Τα τζόλια ήταν αυτό που έπρεπε, απλά, λαϊκά και νόστιμα. Η χωριάτικη τίμια, το τζατζίκι σωστό, τα παϊδάκια πολύ καλά, με αυτή τη γεύση που θες όταν πας σε τέτοιο μαγαζί. Από όλα, το απογοητευτικό ήταν το κοκορέτσι. Κάπου φταίω κι εγώ, γιατί τους πίεσα να μου το κόψουν, ενώ μου είχαν πει ότι θα υπάρξει κάποια καθυστέρηση. Να ξέρετε, οι μάστορες έχουν πάντα δίκιο και πρέπει να τους ακούτε. Αν σου λέει ο άνθρωπος «άστο λίγο ακόμα», το αφήνεις. Δεν παριστάνεις τον ειδικό.
Όσο και να ήθελα να μην μπω στη λογική των κοπών, είπα να δοκιμάσω και το μοσχάρι τους και επέλεξα πικάνια. Δεν σας κρύβω ότι στον «Κριεκούκη» έγινε μάλλον η ανατροπή. Κανονικά, σε ένα τέτοιο μαγαζί θα περίμενες να κυριαρχεί το αρνοερίφιο, να πεις δηλαδή «εδώ ήρθα για παϊδάκι, για κοκορέτσι, για παράδοση». Κι όμως, το μοσχάρι ήταν εξαιρετικό. Ίσως και καλύτερο, πιο καθαρό, πιο γευστικό, πιο σωστά ψημένο από αυτό που περίμενα. Και αυτό, για τα δικά μου δεδομένα, είναι μικρή βόμβα.
Γενικά, δεν σας κρύβω ότι ο «Κριεκούκης» ήταν καλός. Πολύ καλός, για την ακρίβεια, ειδικά αν πας με σωστές προσδοκίες. Είναι ένα μαγαζί που τιμά την περιοχή του, κρατάει την παράδοση, αλλά προσπαθεί να πατήσει και λίγο στο σήμερα με τις κοπές και το πιο προσεγμένο στήσιμο. Αυτό που δεν σας προτείνω είναι να πάτε Σαββατοκύριακο.
Όχι γιατί δεν θα φάτε, αλλά γιατί νομίζω ότι μια καθημερινή θα σας προσέξουν καλύτερα, θα έχουν περισσότερο χρόνο, θα είναι όλα πιο ήρεμα και, τελικά, θα φάτε ακόμα καλύτερα. Και σε τέτοια μαγαζιά η ηρεμία μετράει. Θες τον μάστορα συγκεντρωμένο, όχι να τρέχει πάνω κάτω με δέκα τραπέζια να τον φωνάζουν.
Μην ξεχάσω και το απαραίτητο tip και τους κερασμένους λουκουμάδες.



