Το Netflix και η κατάρα της «διπλής οθόνης»

Το Netflix και η κατάρα της «διπλής οθόνης»

Από το «δείξε, μη λες» στο «καλύτερα να πεις, γιατί πολλοί από τους θεατές θα κοιτάνε το κινητό τους παράλληλα και δεν θα καταλαβαίνουν τι γίνεται στην ταινία σου», ή, αλλιώς, η συνθήκη της streaming πλατφόρμας.

Είμαι στον καναπέ μου και στριμάρω μία από τις εκατοντάδες ταινίες που βγαίνουν κάθε μήνα στις πλατφόρμες και εξαφανίζονται από προσώπου γης. Προφανώς, δεν είναι πολύ «σοβαρή», ούτε πολύ ενδιαφέρουσα, οπότε ανά στιγμές σκρολάρω ταυτόχρονα στο κινητό μου, αφήνοντάς τη να παίξει στην τηλεόραση ως ένας λευκός θόρυβος που συνοδεύει το σερφάρισμα στο «μικρό ίντερνετ». Μπορεί στα αυτιά του μέσου σινεφίλ να ακούγεται ως το μέγιστο αμάρτημα, αλλά ξέρω πως δεν είμαι η μόνη που έχει αυτή τη συνήθεια. Για την ακρίβεια, οι συνδρομητές του Netflix χωρίζουν την προσοχή τους σε δύο (ή ακόμη και τρεις) οθόνες τόσο συχνά, που μία από τις χιλιάδες εξειδικευμένες κατηγορίες για κάθε διάθεση, γούστο και πρόθεση ονομάζεται «casual viewing» και έχει ακριβώς αυτόν τον σκοπό: την ασυνείδητη παρακολούθηση. 

Ο εχθρός του πελάτη μου είναι δικός μου εχθρός

Η στρατηγική εμφανίστηκε από μόνη της: η καταγραφή και αξιοποίηση δεδομένων από τους συνδρομητές της έχει υπάρξει ακρογωνιαίος λίθος της επιτυχίας της πλατφόρμας. Ξεκινώντας ως μία απάντηση στην παράνοια των βίντεο κλαμπ και της καλωδιακής τηλεόρασης, το Netflix προσπάθησε να καθιερώσει τον εαυτό του ως αυτονόητη λύση, ένα μοντέλο που θα  αντικαθιστούσε την οικονομική αφαίμαξη των πελατών, προσφέροντας μία εναλλακτική στην απληστία.

Όλα ξεκίνησαν στη μέση της πρώτης δεκαετίας των 2000s, με αθώες προσθήκες στον κατάλογο της πλατφόρμας που έδιναν την εντύπωση μιας φρέσκιας ώθησης για τον ανεξάρτητο κινηματογράφο ή, τέλος πάντων, ενός ακόμη τρόπου να διανεμηθεί μία ταινία και να καταφέρει να φτάσει πολύ μεγαλύτερο κοινό από αυτό που θα προσέγγιζε ακολουθώντας τους παραδοσιακούς δρόμους. Για τις πλατφόρμες, η αγορά των δικαιωμάτων μιας indie ταινίας έδινε το προτέρημα της ποικιλίας που θα μπορούσε να προσελκύσει κάθε είδος συνδρομητή. Μετά, όμως, από μερικές ασφαλείς δοκιμές στην παραγωγή πρωτότυπου περιεχομένου σε συνδυασμό με τα στατιστικά των προτιμήσεων των θεατών, προέκυψε η ερώτηση: «γιατί να μην εξαλείψουμε τον μεσάζοντα δημιουργώντας σχεδόν αποκλειστικά δικές μας σειρές και ταινίες;». Και έτσι γεννήθηκαν τα originals που λειτουργούν ως προσωρινές καταχωρήσεις στη βιτρίνα της κάθε πλατφόρμας, τα οποία κάνουν πρεμιέρα και χάνονται μέσα στον χρόνο, χωρίς να τα παρακολουθήσει και να τα συζητήσει κανείς. 

Περιεχόμενο χωρίς περιεχόμενο;

Έκανα μία μεγάλη παράκαμψη για να επιστρέψω στο ζήτημα των οθονών. Αξίζει να σημειωθεί πως όταν μιλάμε για «δεύτερη» οθόνη, δεν εννοούμε αυτή του κινητού, αλλά αυτή της τηλεόρασής μας που δουλεύει στο background. Ένας από τους λόγους που σερφάρουμε παρακολουθώντας την αδιάφορη μεταφορά του «People We Meet on Vacation», λοιπόν, είναι πως, όσο κι αν βρίσκουμε ένα καταφύγιο από την πραγματικότητα στο εύπεπτο σύμπαν τους, είναι αληθινά βαρετά. Ακόμη κι αν θυμόμουν έστω μία σκηνή από την ταινία, θα ήταν δύσκολο να σκεφτώ κάτι να συζητήσω γι’ αυτή καθ’ αυτή, και όχι για άλλη μία προσθήκη σε ένα κύμα ταινιών που φέρει περήφανα τη σφραγίδα μηδενικού αντίκτυπου. 

Υπάρχει, ωστόσο, ένας ακόμη λόγος, τον οποίο συζητάμε συχνά αλλά σε μεγάλο βαθμό αποτυγχάνουμε να αντιμετωπίσουμε: αυτός του εθισμού, της κατακερματισμένης προσοχής, του μόνιμου καταιγισμού πληροφορίας. Έχετε σταθεί πρόσφατα σε ουρά σούπερμαρκετ χωρίς να κοιτάξετε το κινητό σας; Κάνετε ποτέ «rawdog» την αναμονή σε μία στάση λεωφορείου; Πιάνω τον εαυτό μου να βγάζει το κινητό από την τσέπη ασυνείδητα και προσπαθώ να το βάλω πάλι πίσω, αλλά η ταχύτητα με την οποία έχω μάθει να υπάρχω στην καθημερινότητά μου δε μου επιτρέπει να νιώσω άνετα με αυτή την «ηρεμία». 

Αλλά, ακόμη και η χρήση της λέξης «ηρεμία» είναι λάθος, γιατί η βόμβα ντοπαμίνης που μου δίνει η αρχική μου σελίδα στο Facebook είναι εντελώς τεχνητή. Είναι σαν να έχω συνηθίσει να δίνω μόνο το 40% της προσοχής μου σε οτιδήποτε κάνω, δίνοντας το άλλο 60% σε… τι ακριβώς; Clickbait αναρτήσεις; Βίντεο με καθαρισμούς πολύ βρώμικων χαλιών; Ακόμη καλύτερα, μια τριπλή οθόνη που θα μου επιτρέψει να παρακολουθήσω ταυτόχρονα και ένα παιχνίδι Subway Surfers; 

Η μαγεία της συλλογικής εμπειρίας

Σε πολλές περιπτώσεις, μία εμβυθιστική ταινία ή η εξωτερική πίεση των κανόνων κοινωνικής συμπεριφοράς μπορεί να μας σώσει από την εμμονή μας. Η εμπειρία μου ταιριάζει με τις απαντήσεις που μου έδωσαν οι φίλοι μου όταν τους ρώτησα. Μία σκοτεινή αίθουσα ή ένα τραπέζι που μοιραζόμαστε με την παρέα μας μπορεί να μας αποθαρρύνει από το να μένουμε κολλημένοι στα κινητά μας. Ίσως να υπάρχει κάτι στη συλλογική εμπειρία που να μας σπρώχνει να διαλέξουμε το εδώ και το τώρα αντί για τη μοναχική πλευρά του ίντερνετ στην οποία βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι. Αν μη τι άλλο, αν μας αποδεικνύει κάτι αυτό, είναι η σημασία της κινηματογραφικής αίθουσας, για ακόμη μία φορά. 

Σχετικά άρθρα