Το «Cape Fear» ήρθε με βίντατζ αέρα στη streaming εποχή
Ένα τίμιο ριμέικ με τον Χαβιέ Μπαρδέμ σε πανύψηλα επίπεδα, το νέο θρίλερ της Apple TV+ προβλέπεται μια από τις τοπ σειρές της σεζόν.
Περιεχόμενα
Ο Νικ Αντόσκα πιάνει το λογοτεχνικό θρίλερ «The Executioners» (1957) του Τζον Ντ. ΜακΝτόναλντ και το «κουμπώνει» στο σήμερα, φέρνοντας στo Apple TV+ την πρώτη τηλεοπτική διασκευή της πρωτότυπης ιστορίας, ένα μοντέρνο θρίλερ βγαλμένο από τα παλιά. Ανατριχιαστικές ερμηνείες, καλτ αισθητική και άπαικτη σκηνοθεσία συνθέτουν το τρίτο «Cape Fear», με τον Χαβιέ Μπαρδέμ στον ρόλο του κακοποιού Μαξ Κέιντι και την Έιμι Άνταμς στον ρόλο της δικηγόρου που τον κατέστρεψε, το οποίο μας συστήθηκε με δυο ανατριχιαστικά πρώτα επεισόδια που μας κάνουν να αδημονούμε για τα επόμενα οκτώ. Από το υποκριτικό στυλ μέχρι τη χρήση της κάμερας και τα επιμελώς ενσωματωμένα jump scares, η σειρά δείχνει να αντλεί έμπνευση από τα κλασικά ομότιτλα φιλμ του 1962 και του 1991, ενώ ταυτόχρονα αποτίει φόρο τιμής σε αυτά με πολλαπλούς τρόπους – μπροστά και πίσω από την κάμερα.

Μικρές παραλλαγές, σταθεροί συντελεστές
Το πρωτότυπο στόρι αφηγείται την ιστορία εκδίκησης ενός κατά συρροή βιαστή και δολοφόνου (Κέιντι), ο οποίος αποφυλακίζεται μετά από 8 χρόνια με σκοπό να εκδικηθεί τον Τομ Μπόουντεν, τον δικηγόρο υπεύθυνο για τον εγκλεισμό του, βασανίζοντας τον ίδιο, την γυναίκα του και την κόρη του. Το ολόφρεσκο «Cape Fear» περιπλέκει ελαφρώς τα πράγματα. Ο Κέιντι του Αντόσκα αποφυλακίζεται μετά από 17 (!) χρόνια, ενώ υπεύθυνους για την καταδίκη του θεωρεί τόσο την δικηγόρο που τον εκπροσωπούσε, Άννα (Άνταμς) όσο και τον εισαγγελέα της δίκης, Τομ Μπόουντεν (Πάτρικ Γουίλσον), οι οποίοι είναι επίσης ζευγάρι. Βγαίνοντας από την φυλακή θα αφοσιωθεί στην προσωπική κατάρρευση του καθενός ξεχωριστά και της οικογενειακής τους συνθήκης συνολικά, βάζοντας στην εξίσωση της εκδίκησής τον γιο, την κόρη τους, και άλλα… πλάσματα του κοντινού τους περιβάλλοντος.
H σειρά θυμίζει την χιτσκοκική ατμόσφαιρα της πρώτης και πιο πιστής στο βιβλίο κινηματογραφικής εκδοχής του Τζέι Λι Τόμσον (1961), αλλά πλησιάζει στη δεύτερη εκδοχή του 1991, στην οπτική του Μάρτιν Σκορσέζε και στον παρανοϊκό Κέιντι του Ρόμπερτ Ντε Νίρο. Αναπόφευκτο άλλωστε, αφού ο Σκορσέζε αναλαμβάνει εδώ ρόλο εκτελεστικού παραγωγού (το ίδιο και ο Στίβεν Σπίλμπεργκ, ο οποίος επιτέλεσε εκτελεστικός παραγωγός και για το «Cape Fear» του ’91). Πρόκειται για δύο ονόματα που εξηγούν σε μεγάλο βαθμό την προσέγγιση που επιλέγει ο Αντόσκα: γραφικές εικόνες, σύνθετοι χαρακτήρες, βραδύκαυστο στόρι. Παράλληλα, ο Χαβιέ Μπαρδέμ αναλαμβάνει έναν ρόλο απαιτητικό εκ των πραγμάτων αλλά και λόγω του προκατόχου του, του οποίου η σοκαριστική ερμηνεία συζητιέται ακόμα. Και ενώ είναι εμφανές πως ο Ντε Νίρο έχει επηρεάσει τον τηλεοπτικό Κέιντι, ταυτόχρονα ο Μπαρδέμ έχει καταφέρει να κάνει τον χαρακτήρα εντελώς δικό του – τόσο που δεν επιτρέπει καν σύγκριση.

Ο «θάνατός» σου η (χλιδάτη) ζωή μου
Πυρήνας του «Cape Fear» είναι η σύγκρουση – του αδικημένου με τους υπαίτιους, του παρελθόντος με το παρόν και του «τίποτα» με τα «πάντα». Ο Μπαρδέμ αξίζει χειροκρότημα για μια συγκλονιστική εισαγωγική εμφάνιση που τον φέρνει από το σκοτάδι στο φως, την οποία χειρίζεται με απόλυτη άνεση, επιστρατεύοντας σώμα, φωνή και έκφραση. Κυρίως όμως ο Ισπανός ηθοποιός δείχνει να διασκεδάζει με τον χαρακτήρα του, όσο ο Κέιντι με τα «παιχνίδια» του – δηλαδή τα θύματά του. Όταν ο Κέιντι συναντά πρώτη φορά τη δικηγόρο του μετά την αποφυλάκισή του, διαγράφεται μπροστά μας ένα αντιστρόφως ανάλογο: τα χρόνια που εκείνος βούλιαζε στην ανυπαρξία, εκείνη απογειωνόταν, καταλήγοντας με ακριβά ρούχα, σπίτια και αμάξια, μια πετυχημένη καριέρα και μια ενωμένη οικογένεια. Της απευθύνει τον λόγο για να της πει πως βίωσε χιλιάδες θανάτους, κοιτώντας της με ένα βλέμμα που συμπληρώνει «όσο εγώ έχανα εσύ κέρδιζες – και θα πληρώσεις γι’ αυτό». Το πιο ανατριχιαστικό, βέβαια, είναι η ψυχραιμία με την οποία στέκεται απέναντί της. Δε νευριάζει, δεν υψώνει φωνή, δε βιάζεται. Την κοιτάει και της χαμογελάει, σαν να της λέει «περίμενε».

Το κακό πράγμα αργεί να γίνει
Η σειρά αφηγείται μια κλασική ιστορία εκδίκησης, με κύριο εργαλείο της το περιθώριο του χρόνου, το οποίο λειτουργεί σε δύο επίπεδα: σεναρίου και φορμά. Η Άννα «παγώνει» στην είδηση πως ο Κέιντι αποφυλακίζεται γιατί αντιλαμβάνεται το ντισαβαντάζ της: εκείνος εισέρχεται στις ζωές τους έπειτα από 17 χρόνια συσσωρευμένου θυμού και διεξοδικού σχεδιασμού της αποκλειστικής αποστολής του, ενώ εκείνη και η οικογένεια της είναι παντελώς απροετοίμαστοι. Οι Μπόουντεν έρχονται ξαφνικά αντιμέτωποι με έναν αδικημένο κατάδικο, προπονημένο και εξοργισμένο, ο οποίος εκπέμπει από το πρώτο του λεπτό στην οθόνη απόλυτη, απειλητική σιγουριά. Ένας «αναγεννημένος» νεκρός που δεν έχει τίποτα να τον περιμένει εκεί έξω – μόνος του σκοπός και κίνητρο είναι η καταστροφή τους, μια καταστροφή την οποία παίρνει τον χρόνο του για να καταφέρει.
Ο Κέιντι έχει αγριεμένη μούρη, στέρεο βήμα και βλέμμα που σου παγώνει το αίμα. Όμως το πιο τρομακτικό και επικίνδυνο χαρακτηριστικό του, είναι η υπομονή του. Όπως τα θύματά του, έτσι και ο θεατής, δεν έχει ιδέα «από πού θα του ‘ρθει», ούτε και πότε. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Αντόσκα δίνει στον χαρακτήρα 10 ωριαία επεισόδια, τα οποία ισοδυναμούν με 10 ώρες στις οποίες βρισκόμαστε σε επιφυλακή, περιμένοντας κάτι κακό να συμβεί. Η αγωνία μας πυροδοτείται από συγκεκριμένα σκηνοθετικά τρικς αλλά διοχετεύεται στην μακρά διάρκεια που προσφέρει το τηλεοπτικό φορμά: όσο περισσότερος ο χρόνος, τόσο περισσότερες «εκπλήξεις» ενδέχεται να προκύψουν (στις ταινίες λες κι ένα «δυο ώρες είναι, θα περάσουν»). Κι αν αρχικά ξενερώσαμε που τα επεισόδια κυκλοφορούν σε εβδομαδιαία βάση, σε δεύτερη σκέψη καταλήγουμε πως μάλλον το «Cape Fear» είναι μάλλον πιο εύκολο να μεταβολιστεί σε μικρο-δόσεις. Και αυτό είναι δείγμα ενός πολύ καλού θρίλερ.
Η σειρά προβάλλεται στο Apple TV+ με νέο επεισόδιο κάθε Παρασκευή.