Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος-Δημήτρης Πιατάς: «Η σάτιρα της επιθεώρησης γίνεται απέναντι στους κυβερνώντες και στην εξουσία».
Λίγο πριν ξεκινήσει το ταξίδι της επιθεώρησης «Εγώ θα σας τα πω» από το Βεάκειο στις 4 Ιουνίου συναντήσαμε τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο και τον Δημήτρη Πιατά και μιλήσαμε για αυτά που θα μας... πουν, αφού πρώτα ξεκαθαρίσαμε και συμφωνήσαμε ότι «Η επιθεώρηση είναι μια σοβαρή ιστορία που έχει την ομορφιά της ελαφρότητας»
Πηγαίνοντας προς το θέατρο «Χώρα» όπου είχαμε δώσει το ραντεβού της συνάντησης μας, σκεφτόμουν πόσο παρεξηγημένο είδος είναι η επιθεώρηση, ειδικά για τις νεότερες γενιές οι οποίες την ταυτίζουν με τον τύπο του πρόχειρου θεάματος που πατά σε φτηνά αστεία, κατατάσσοντας την σε μια ίσως ευτελή, παρέκκλιση από τα υπόλοιπα θεατρικά είδη. Η αλήθεια βέβαια, είναι ότι από ένα ζωντανό λαΐκό θέαμα που όταν ξεκίνησε σατίριζε με πάθος και παρρησία την εξουσία, περνώντας μέσα από διάφορες φάσεις και σταθμούς, φτήνυνε αρκετά στην πορεία της με αποκορύφωμα τη δεκαετία του ΄90. Κι αν έχει όμως, ζήσει μεγάλες στιγμές και δόξες η επιθεώρηση μέσα στις δεκαετίες. Άλλωστε όλοι οι παλιοί μεγάλοι Έλληνες ηθοποιοί πέρασαν από αυτή, αλλά και στην πρόσφατη ιστορία μας θρυλικοί θίασοι την αναβίωσαν, της έδωσαν φρέσκια πνοή και την πολιτικοποίησαν σε δύσκολους καιρούς, Ελεύθερο Θέατρο, Ελεύθερη Σκηνή, Θεσσαλικό.
Να όμως, που μια φοβερή ομάδα δημιουργών, ο καθένας ξεχωριστά εγγύηση από μόνος του στο δικό του καλλιτεχνικό μετερίζι, μας αιφνιδίασε φέτος ευχάριστα. «Εγώ θα σας τα πω» είναι ο τίτλος της παράστασης- επιθεώρησης που σκηνοθετεί ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος σε κείμενα του Γεράσιμου Ευαγγελάτου και του Δημήτρη Χαλιώτη με την πρωτότυπη μουσική του Θέμη Καραμουρατίδη και με έναν θίασο που αποτελείται από τους εξαιρετικούς Δημήτρη Πιατά και Ελένη Κοκκίδου αλλά και τους Δημήτρη Μακαλιά, Γιούλη Τσαγκαράκη, Ζερόμ Καλούτα, Σύρμω Κεκέ, Μαρία Διακοπαναγιώτου, Αλέξη Βιδαλάκη και Θανάση Ισιδώρου. Στις 4 Ιουνίου, από το Βεάκειο θέατρο (εκεί, για τέσσερις βραδιές) θα ξεκινήσει το ταξίδι της σε πολλά ανοιχτά θέατρα της Αθήνας και στην υπόλοιπη Ελλάδα αυτή η ξέφρενη επιθεώρηση που φιλοδοξεί να γίνει η έκπληξη του καλοκαιριού και να επαναπροσδιορίσει την έννοια του λαΐκού θεάματος. Ο Δημήτρης Πιατάς, ο αγαπητός και σπουδαίος κωμικός ηθοποιός, φέρνει στο εγχείρημα την ποιότητα της παλιάς καλής επιθεώρησης κι ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος την μεγάλη σκηνοθετική του εμπειρία. Μπορεί η επιλογή του να σκηνοθετήσει επιθεώρηση να μοιάζει εκ πρώτης όψεως κάπως κόντρα, αφού τον έχουμε ταυτίσει με το πολιτικό θέατρο καθώς το θέατρο του Νέου Κόσμου έχει πρωτοπορήσει σε αυτό το είδος, να όμως που όπως μας λέει ο ίδιος θεωρεί την επιθεώρηση μεγάλο σχολείο που έχει «γράψει» μέσα του από όταν παιδάκι παρακολουθούσε τακτικά ό,τι επιθεώρηση ανέβαζε το θέατρο «Ακροπόλ».
Ας ξεκινήσουμε με τον τίτλο. «Εγώ θα σας τα πω». Τι ακριβώς θα μας πείτε;
Β.Θ.: Το τι συμβαίνει γύρω μας. Μέσω της παράστασης, μέσω της επιθεώρησης δηλαδή μιλάμε για κακώς κείμενα. Αυτό είναι και το χαρακτηριστικό γενικότερα της επιθεώρησης. Δεν είναι απλώς να γελάσουμε. Η πρώτη επιθεώρηση που έγινε στην Ελλάδα, ήταν στην Αθήνα το 1984. Στην πρώτη φάση δεν ήταν ακριβώς θέατρο με την έννοια ότι οι ηθοποιοί ήταν ερασιτέχνες, λαΐκοί κωμικοί. Εξελίχθηκε πάρα πολύ στις αρχές του 20ου αιώνα έως τις μέρες μας. Αυτό που ίσχυε σε όλες τις εποχές είναι ότι η σάτιρα γίνεται απέναντι στους κυβερνώντες και στην εξουσία.
Ακριβώς για αυτό μπορούμε να πούμε ότι με έναν τρόπο διατρέχει και την ιστορία της Ελλάδας;
Δ.Π.: Όχι μόνο την διατρέχει αλλά και την σαρκάζει και το κυριότερο απ’ όλα, λέει την αλήθεια. Είναι αυτό που δεν μπορεί να πει η ίδια η εξουσία, η οποία υποκρίνεται ότι λέει την αλήθεια ενώ εμείς που είμαστε υποκριτές και δεν χρειάζεται να υποκριθούμε λέμε τα γεγονότα όπως τα πιστεύουμε και στην πραγματικότητα εκφράζουμε την ίδια την κοινή γνώμη, πράγμα που είναι εξαιρετικά σημαντικό. Παλιά μας σεβόντουσαν και αν θέλεις μας άκουγαν τους καλλιτέχνες γιατί στην πραγματικότητα δεν κάναμε τίποτα περισσότερο από το να πιάσουμε τις ευαισθησίες, τις πίκρες και το θυμό του κόσμου.
Διαβάζω στο δελτίο Τύπου θα περιλάβετε «πρωθυπουργό, woke agenda, προδομένες θεατρόφιλες που κυνηγούν sold out, χαρούμενους εργαζόμενους του 16ωρου, αριστερούς σε κρίση ταυτότητας που αναζητούν την Ιθάκη τους» και πολλά ακόμη.
Β.Θ.: Είναι δώδεκα τα θέματα που πιάνουμε, δώδεκα νούμερα.

Το δικό σας νούμερο κ. Πιατά;
Δ.Π.: Εγώ κάνω την woke agenda, είμαι ο αντι-woke. Στην πραγματικότητα κάνουμε αυτό το σχόλιο, που αν θέλεις, και σαν χώρα φέρουμε την έννοια της υπερβολής. Βεβαίως, δεν πρέπει να υπάρχουν ταμπού, πρέπε να υποστηρίζονται οι μειονότητες και οι φωνές ανθρώπων που διεκδικούν την ταυτότητά τους και την ύπαρξή τους, αλλά προς θεού δε θα πρέπει να απαγορεύεται να υπάρχει και η απέναντι εικόνα του λόγου, και το κυριότερο απ΄όλα, κανείς δεν πρωταγωνιστεί. Αν θελήσει να πρωταγωνιστήσει είναι ενοχλητικό και αυτή τη στιγμή με κάποιο τρόπο έχει πέσει απαγορευτικό του τι είναι σωστό. Πρέπει να σαρκαζόμαστε, να έχουμε την ελευθερία να εκφραζόμαστε και το κυριότερο απ όλα, μπορούμε και να γελάμε κιόλας, δεν είναι κακό.
Η επιθεώρηση μπορεί να υπάρχει σε μια εποχή που πολλές φορές μας δεσμεύει το να είμαστε political correct;
Δ.Π.: Η επιθεώρηση δεν μπορεί να λειτουργήσει με τέτοιου είδους μπροσούρες. Η μόνη της διεκδίκηση είναι η ελευθερία η οποία περιλαμβάνει και την ελευθεριότητα, δύο έννοιες αδελφές, που πορεύονται μαζί. Η ελευθερία φέρει ηθική, η ελευθεριότητα είναι ανήθικη, αλλά δεν παύουν να είναι αδελφές. Η επιθεώρηση μπορεί να διεκδικεί και τις δύο, η εκκλησία και η εξουσία όχι.
Β.Θ.: Η επιθεώρηση έχει ιδεολογία γιατί έχουν ιδεολογία τα πρόσωπα, αλλά δεν έχει κομματικότητα. Το έχω ζήσει αυτό το πράγμα γιατί βλέπω επιθεώρηση από πάρα πολύ μικρός. Οι άνθρωποι οι οποίοι δούλευαν στην επιθεώρηση- και μιλάμε για μεγάλα θεάματα που κυριαρχούσαν σε όλη την Ελλάδα γιατί πήγαιναν και περιοδείες- έφταναν στο σύνολο τους πενήντα, πράγμα που σήμαινε ότι και συνδικαλιστικά είχαν εσωτερικό παράρτημα του σωματείου των ηθοποιών. Και υπήρχε και κάποιος εκπρόσωπος επειδή ήταν μεγάλος ο θίασος. Πολιτικά προέρχονταν από τα δύο μεγάλα κόμματα, δεξιά και αριστερά. Μπορούσαν όμως, και δούλευαν μαζί, δεν ήταν χωριστά στρατόπεδα, ήταν φίλοι, ήταν ένας θίασος που διεκδικούσε πράγματα ενωμένος. Δεν έλεγαν «α εγώ είμαι δεξιός και επειδή είναι τώρα ο Βενιζέλος εγώ δεν παίρνω μέρος». Κανείς δε γλίτωνε από τα πυρά της επιθεώρησης.
Δ.Π.: Στην εποχή τους ήταν και πολύ κολακευτικό να τους περιλάβει μια επιθεώρηση. Τώρα δεν είναι, οι πολιτικοί φοβούνται τον διασυρμό τους. Ενώ παλιά θέλανε να τους σατιρίζουν και να τους σαρκάζουν. Δεν μιλάω για πολύ παλιά, σχεδόν για χθες, Παπανδρέου, Καραμανλής, Τσάτσος, ο οποίος στα σκίτσα ήταν με μία κότα μαζί. Τους άρεσε κιόλας. Αυτό είναι και μια ίντριγκα πρόκλησης και για τον ίδιο τον πολιτικό και για το κοινό.
Μίλησα με τον Γεράσιμο Ευαγγελάτο, ο οποίος έγραψε τα κείμενα μαζί με τον Δημήτρη Χαλιώτη και μου έλεγε «Ο Πιατάς φέρνει την ποιότητα της παλιάς επιθεώρησης και ο Βαγγέλης την εμπειρία του από το σύγχρονο θέατρο, τα πολιτικά έργα και το αρχαίο δράμα». Κ. Πιατά να μιλήσουμε για την ποιότητα της παλιάς καλής επιθεώρησης;
Δ.Π.: Ασφαλώς να μιλήσουμε γαι την παλιά καλή επιθεώρηση- μου αρέσει αυτό ως σχόλιο γιατί έχω κάνει και κακή επιθώρηση. Θυμάμαι ας πούμε μια επιθεώρηση σε κείμενο του Γιάννη Καλαμίτση και με δυνατά ονόματα της εποχής, που την έλεγαν «Πως τη λένε την βαζελίνη τούρκικα». Είχε ανέβει στο θέατρο Μινώα, κοντά ’85, ήταν χάλια αλλά χάλαγε κόσμο. Πρωθυπουργός της Τουρκίας ήταν ο Οζάλ, είχαν γίνει τα σημαντικά γεγονότα με το «Χώρα». Και επειδή έμοιαζα με τον Οζάλ έβγαινα και έλεγα διάφορες τούρκικες βλακείες και γελούσε ο κόσμος. Τότε λοιπόν έγινε απόπειρα δολοφονίας εναντίον του και τον πυροβόλησαν στο χέρι. Ο Οζάλ εμφανίστηκε με επιδέσμους και δήλωσε «είμαι ζωντανός, δεν φοβάμαι». Κι εγώ λοιπόν έβγαινα στο νούμερο μου συνεχίζοντας να λέω αυτά που έλεγα πριν αλλά βαζοντας επίδεσμο στο χέρι και επί μία εβδομάδα έπαιρνα φοβερό χειροκρότημα. Έχει ομορφιά η επιθεώρηση. Είναι αέρας.
Βασικά έχω κάνει πολλή επιθεώρηση. Η ευλογία είναι ότι βρεθήκαμε με τον Βαγγέλη, έχουμε δουλέψει μαζί κωμωδία, έχουμε ανεβάσει Αριστοφάνη. Αν κάνεις Αριστοφάνη είναι σαν να κάνεις και επιθεώρηση γιατί έχει τα πολιτικά σχόλια, την ελευθερία του λόγου, τον σαρκασμό των προσώπων της εποχής εκείνης. Δεν ταυτίζω τον Αριστοφάνη με την επιθεώρηση, μην παρεξηγηθούμε. Εγω φέρω αν θέλεις την ταυτότητα του Ελεύθερου Θεάτρου και της Ελεύθερης Σκηνής. Ήμασταν τότε μια ομάδα νέα παιδιά, είχαν προηγηθεί βέβαια άλλοι πριν από εμένα. Ήταν ευλογία γιατί θεωρώ ότι αναποδογυρίσαμε το σύστημα και το ίδιο το κατεστημένο ενός θεάτρου. Μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για την εποχή της χούντας και την αμέσως επόμενη. Υπήρχε πολλή σοβαροφάνεια σε μια χώρα που δεν πρέπει να είναι σοβαρή, έχουμε ήλιο, έχουμε χιούμορ, θέλουμε να περνάμε καλά, να γελάμε. Και ξαφνικά ήρθαμε και φέραμε αυτή την νεανικότητα. Μας έλεγαν τότε παιδιά και παραμείναμε παιδιά με κάποιο τρόπο γιατί η επιθεώρηση έχει αυτό το μικρό μυστικό ότι για να παίξεις πρέπει να είσαι νέος είτε εσωτερικά είτε εξωτερικά. Αυτή τη στιγμή ο Βαγγέλης έχει νέο θίασο με έναν- δυό παλιούς ηθοποιούς.

Ποιά είναι η σχέση σας με την επιθεώρηση κ. Θεοδωρόπουλε και πόσο πρόκληση είναι για εσάς, που έρχεστε από άλλη παράδοση, το πολιτικό και σύγχρονο θέατρο, να καταπιάνεστε με αυτό το είδος;
Β.Θ.: Εμένα έτσι κι αλλιώς η κωμωδία μου αρέσει πάρα πολύ. Έχουμε κάνει και τους «Αχαρνής» του Αριστοφάνη αλλά μια μεγάλη επιτυχία του θεάτρου του Νέου Κόσμου ήταν «Ο Υπολοχαγός του Ίνισμορ» με τον Πιατά, η πιο μαύρη κωμωδία που μπορούσε να γίνει την Ελλάδα, τεμάχιζε πτώματα επί σκηνής. Εγώ έβλεπα θέατρο από πάρα πολύ μικρός, και μάλιστα επιθεώρηση, για έναν απλούστατο λόγο: ο πατέρας μου είχε μαγαζί εμποροραφείο δίπλα από το θέατρο Ακροπόλ. Από οκτώ χρονών έπαιρνα μόνος μου το λεωφορείο, κατέβαινα στο μαγαζί του πατέρα μου και μετά πήγαινα στο «Ακροπόλ». Με φρόντιζαν εκεί οι εργαζόμενοι και είχα σταθερή θέση, τελευταία σειρά-για να μην ενοχλήσω σε περίπτωση που φύγω. Έχω δει τις περισσότερες επιθεωρήσεις. Για μένα ήταν μεγάλο θεατρικό σχολείο η επιθεώρηση. Ήταν πολύτιμη εμπειρία και για αυτό που έβλεπα αλλά και για τους ανθρώπους που γνώρισα. Αργότερα, όταν βγήκα στο θέατρο έπαιξα στο «Μερικοί το προτιμούν καυτό» με τον Μίμη Φωτόπουλο, τον Αλέκο Αλεξανδράκη, τον Ντίνο Ηλιόπουλο. Μιλάμε για ανθρώπους με τρομακτική εμπειρία στην επιθεώρηση, ειδικά ο Φωτόπουλος και ο Ηλιόπουλος. Με τον Φωτόπουλο μάλιστα, γίναμε φίλοι και παραμείναμε μέχρι τον θάνατο του. Η σχέση μου λοιπόν με την επιθεώρηση ήταν τεράστια σχολή. Δεν το «πέταξα» αυτό από πάνω μου. Πέρασα μια φάση μετά το Πολυτεχνείο που λίγο τα σνομπάραμε αυτά, δηλαδή το «ελαφρύ» σε εισαγωγικά γιατί το καλό θέατρο μπορεί να έχει και ελαφράδα, όπως έχει χιούμορ η κωμωδία. Τα σνομπάριζα γιατί ήμουν ένα νέο παιδί μέσα σε όλα αυτά τα κινήματα, Πολυτεχνείο, κτλ. Στη συνέχεια όμως το ξαναγάπησα το είδος αλλά δεν έτυχε να κάνω κάτι. Τώρα μου το πρότειναν τα παιδιά, ήταν δική τους ιδέα. Αυτά που έγραψαν έχουν ωραία ποιότητα. Αλλά το κέντρο της παράστασης, ειδικά στην επιθεώρηση, είναι ο ηθοποιός. Και το λέω με πολλή αγάπη, ποντάρω πάρα πολύ στο πώς οι ηθοποιοί ο Πιατάς, η Κοκκίδου, νεότεροι άνθρωποι που όλοι έχουν θητεία στην κωμωδία, μπορούν να δώσουν το επιπλέον που έχει ανάγκη η επιθεώρηση ως χιούμορ, μέσα από την ερμηνεία τους.
Ποιές δεξιοτεχνίες χρειάζεται να έχει ένας ηθοποιός για την επιθεώρηση κ. Πιατά;
Β.Θ.: Έφερε ένα ωραίο παράδειγμα προηγουμένως ο Δημήτρης. Το Ελεύθερο Θέατρο που έκανε επιθεώρηση δεν είχε ηθοποιούς της επιθεώρησης. Ήταν άνθρωποι δημοκρατικοί, κόντρα στη χούντα, και ορισμένους τους συλλάβανε και τους έστειλαν στη φυλακή. Να ‘ναι καλά η Ξένια Καλογεροπούλου που τους έδινε μετά δουλειά γιατί δεν τους έπαιρνε κανείς. Μου έρχονται στο μυαλό ο Καμπερίδης, ο Κοτανίδης, κ.α.
Δ.Π.: Η επιθεώρηση είναι μια πολύ σοβαρή ιστορία που έχει την ομορφιά της ελαφρότητας. Όμως το βάρος της είναι πάρα πολύ σημαντικό. Ο βασικός πυρήνας των ανθρώπων της Ελεύθερης Σκηνής και του Ελεύθερου Θεάτρου ήταν ενάντια στη χούντα, τους κυνηγούσαν. Αναζητούσαν λοιπόν μια άλλη θεατρική πρόταση για να μπορέσουν να βρούνε έναν νέο θεατρικό λόγο, ο οποίος είχε χαθεί. Υπήρχε το θέατρο Τέχνης βέβαια, που ήταν όμως, μπετόν. Δεν έμπαινε κανείς, δεν έβγαινε κανείς. Υπήρχε το Εθνικό θέατρο με τον στόμφο ή όχι και το ταλέντο αναμφισβήτητα σημαντικών προσωπικότητων, αλλά υπηρετούσε ένα θέατρο το οποίο ήταν επίσης μπετόν. Διεκδικούσαν λοιπόν να βρούνε έναν νέο θεατρικό λόγο τον οποίο ανακάλυψαν στην επιθεώρηση. Ξέρεις από πού τον βρήκανε; Από τον Μπρεχτ. Γιατί το θέατρο του έχει την απόλυτη αποστασιοποίηση που σταματάει ξαφνικά τη δράση, λέει άλλα πράγματα και ξαναμπαίνει μέσα. Στην πραγματικότητα ο Μπρεχτ έφτιαξε κι αυτός μια νέα πρόταση θεάτρου την οποία βρήκε από το καμπαρέ, από το «Βαλεντάιν». Στην εποχή του Κάιζερ και της άγριας λογοκρισίας το μόνο είδος που μπορούσε να είναι ελεύθερο ήταν στα καπηλειά και στα καμπαρέ που μπορούσες να κάνεις σάτιρα πολιτική και χαρακτήρων. Και ξαφνικά ο Μπρεχτ συνειδητοποίησε ότι εάν ήθελε να κάνει ένα λαΐκό θέατρο έπρεπε να ξεκινήσει από αυτή την ιστορία. Το Ελεύθερο θέατρο διεκδίκησε να επικοινωνήσει με το κοινό και να κάνει ένα λαΐκό θέατρο πολιτικοποιημένο γιατί η επιθεώρηση που κυριαρχούσε με τα τεράστια ονόματα, ήταν ογκόλιθοι, δεν ήταν πια πολιτοκοποιημένη, είχε τελειώσει αυτή η ιστορία. Το Ελεύθερο θέατρο όμως μπήκε και την πείραξε την ιστορία, θεωρώ ότι διαμόρφωσε αρκετά πράγματα σε σχέση με την πολιτική σκηνή και με τις αλλαγές που έγιναν στην χώρα μας τότε, ριζικές αλλαγές από την Μεταπολίτευση κι έπειτα.

Όταν φτάνουμε όμως, στη δεκαετία του ’90 η επιθεώρηση έχει ξεπέσει ως είδος, πολλές φορές γίνεται συνώνυμο της γελοιότητας. Γιατί συνέβη αυτό; Μήπως όταν επικράτησε αρκετά η βωμολοχία και το γυμνό στη σκηνή;
Δ.Π.: Η βωμολοχία υπήρχε πάντα. Αν θέλεις, υπήρχε το υπονοούμενο πάντα, άλλαξε όμως και ο λόγος πια. Η χυδαιότητα μπήκε στην καθημερινότητα και η επιθεώρηση μοιραία δεν μπορούσε να σιωπήσει γιατί φωτογράφιζε αυτό που έβλεπε.
Β. Θ. : Την θέλανε την φτήνια.
Δ.Π.: Ναι αλλά δεν έπαψε ποτέ να είναι ένα λαΐκό είδος. Και είναι εξαιρετικά σημαντικό πράγμα γιατί θέλω να σου πω ότι το ελισαβετιανό θέατρο, τα έργα του Σέξπιρ, λαΐκό θέατρο ήταν απλώς σε άλλη εποχή. Ο Σέξπιρ έγραφε τον Άμλετ στα καπηλειά. Και ήταν και λαΐκό θέαμα. Δεν ξέρω πόσο εξελιχθήκαμε ή συνέβη το αντίθετο.
Είναι καταπληκτικό είδος η επιθεώρηση γιατί δεν υπάρχει ο τέταρτος τοίχος, τον έχουμε σπάσει. Απευθύνεται στον κόσμο από κάτω, πράγμα που είναι πολύ δύσκολο. Όταν ένας ηθοποιός έχει μαζί στη σκηνή συναδέλφους του κι έναν αυστηρά σκηνοθετημένο λόγο είναι καλά οχυρωμένος για να παίξει οποιαδήποτε θεατρική πράξη. Όταν ξαφνικά είσαι μόνος σου, έχεις τις λέξεις και τον λόγο σου και ένα κοινό με το οποίο μπορεί να υπάρχει και ένας διάλογος από τη στιγμή που του απευθύνεσαι, αυτό είναι συγκλονιστικό. Στην πραγματικοτητα το θέατρο πηγαίνει στον θεατή και ξαναεπιστρέφει. Οι πολύ μεγάλοι συνάδελφοι μου της επιθεώρησης είχαν τεράστιο ταλέντο και δύναμη. Είναι πάρα πολύ δύσκολο γιατί παίζεις χωρίς βοήθεια.
Ποιος θεωρείτε ότι είναι ο τελευταίος μεγάλος της επιθεώρησης;
Β.Θ.: Ο Σταμάτης Φασουλής είναι συνεχιστής και ο μόνος που δεν το φτήνυνε το πράγμα.
Από την πλευρά των ηθοποιών, έχω ακούσει από παλιότερους να λένε ότι ο Σωτήρης Μουστάκας και ο Στάθης Ψάλτης, στις καλές στιγμές τους, ήταν εξαιρετικοί.
Β.Θ.: Τον Ψάλτη τον είχα δει στις πρώτες του παραστάσεις στο Θέατρο Αλάμπρα σε ένα έργο Σέξπιρ που είχε κάνει ο Σταύρος Ντουφεξής. Και μου «έπεσε το σαγόνι» από το πόσο σπουδαίος ήτανε. Μετά έμπλεξε με τις βιντεοταινίες, το πολύ χρήμα, και χάλασε αυτό το σπουδαίο που είχε προκειμένου να χαχανίζει ο θεατής.
Δ.Π.: Ένας ηθοποιός όταν έχει επιτυχία αυτοδεσμεύεται, διεκδικεί συνεχώς την επιτυχία, και για να το πετύχει επαναλαμβάνεται. Το καταλαβαίνεις ότι στην πραγματικότητα μιμείται τον εαυτό του. Έτσι χάθηκαν πολλά σημαντικά ταλέντα. Πολιτικοποιημένος όμως, για την επιθεώρηση ήταν ο Χάρρυ Κλυνν. Ο Γιώργος Κωσταντίνου έκανε επίσης, εξαιρετικές επιθεωρησιακές ερμηνείες. Ο Σωτήρης Μουστάκας ήταν υπέροχος επιθεωρησιακός ηθοποιός. Ο Στάθης Ψάλτης ήταν ένας ηθοποιός που δεν χρειαζόταν κείμενο διότι με την ταχυγλωσσία που είχε μπορούσε να παίξει, είχε τα αστεία έτοιμα και μπορούσε να πει όποιο κείμενο του δίνανε. Έφτανε στο αστείο, πατούσε φρένο, έριχνε το αστείο και συνέχιζε. Μιλάμε για φοβερή τεχνική.
Άκουγα μια συνέντευξη του Κώστα Πρετεντέρη που βρήκα στο αρχείο της ΕΡΤ όπου έλεγε το εξής «Η πολιτική σάτιρα ακμάζει κυρίως τις εποχές που υπάρχουν κοινωνικές διαφοροποιήσεις ενώ όταν υπάρχει κάλμα πολιτική η επιθεώρηση φθίνει». Σκεφτόμουν ότι στην Ελλάδα δεν είχαμε και ποτέ κάλμα πολιτική.
Β.Θ.: Κι εγώ σκέφτομαι ότι τώρα που κάνουμε επιθεώρηση υπάρχει πολύ υλικό πολιτικό και κοινωνικό. Πολλά θέματα που δυστυχώς δεν χωράνε όλα.
Δ.Π.: Μην ξεχνάμε ότι η επιθεώρηση είναι γέλιο, είναι ευχάριστο θέαμα. Όλα αυτά που είπαμε για Μπρεχτ, ξεχάστε τα. Επιθεώρηση σημαίνει γέλιο, χαρά, χιούμορ.

Φαίνεστε πολύ χαρούμενοι με αυτή τη συνεργασία.
Δ.Π.: Ο φίλος μου ο Βαγγέλης με εντυπωσίασε όταν μου το πρότεινε γιατί η πρόταση ήρθε μετά από μια καλή μου παράσταση στην Επίδαυρο πέρυσι- που ήταν και η αιτία να πάρω για πρώτη φορά βραβείο καλύτερης ερμηνείας, εγώ ένας κωμικός ηθοποιός υποδυόμενος έναν δραματικό ρόλο, τον Πηλέα στην «Ανδρομάχη». Με πήρε λοιπόν ο Βαγγέλης και με ρώτησε «κάνουμε επιθεώρηση;». Το πρώτο πράγμα που του είπα είναι ότι πρόκειται για εξαιρετική ιδέα αλλά υπό τον όρο ότι δε θα με φωνάξουν την επόμενη χρονιά σε παράσταση στην Επίδαυρο- δεν πρέπει να λέω όχι λόγω ηλικίας (γελάει). Χαίρομαι που δεν με φώναξαν και βρίσκομαι σε αυτή την επιθεώρηση με τον Βαγγέλη.
Και για εσάς κ. Θεοδωρόπουλε φαντάζομαι είναι σημαντικό να έχετε σε αυτή δουλειά την εμπειρία του Δημήτρη Πιατά.
Β.Θ.: Εμένα μου είναι πολύτιμος. Είναι μοναδικός ο τρόπος που ξέρει να βρει το χιούμορ, το δικό του χιούμορ, στο έργο. Θεωρώ ότι ο ηθοποιός για οποιοδήποτε έργο πρέπει να βρίσκει πώς αυτό έχει σχέση και με τον ίδιο του τον εαυτό, να ξεκινάει δηλαδή με δικά του πράγματα. Αλλιώς αρχίζει το ψέμμα.
Η σημερινή εποχή, όπου το αστείο και η σάτιρα γίνονται με ταχύτητα και σε ζωντανό χρόνο στα social media, είναι εχθρός της επιθεώρησης;
Β.Θ.: Δεν το πιστεύω. Έχει μπει μέσα στο παιχνίδι και η τεχνολογία, και το stand up comedy, πολλά πράγματα που έχουν σχέση με το χιούμορ. Ευτυχώς που υπάρχουν και τα παιδιά που κάνουν stand up comedy. Αυτά που βλέπω στην τηλεόραση ως κωμικά, πολύ λίγα μπορούν να με κρατήσουν και να μην κοιμηθώ. Δεν νομίζω ότι επηρεάζεται από όλα αυτά η επιθεώρηση. Κι ο κόσμος, σήμερα, στην εποχή που ζούμε, έχει ανάγκη το χιούμορ.

*Η επιθεώρηση «Εγώ θα σας τα πω» ξεκινάει στις 4 Ιουνίου στο Βεάκειο Θέατρο, για τέσσερις βραδιές, και θα συνεχίσει: Δημοτικό Κηποθέατρο Παπάγου (17 & 18/6), Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού (23/6), Δημοτικό Θέατρο Μελίνα Μερκούρη – Βόλος (10/7), Αρχαίο Θέατρο Δίου – Δίον (12/7), Θέατρο Άλσους Μελίνα Μερκούρη, Βέροια (14/7), Υπαίθριο Θέατρο Δελφών “Φρύνιχος” – Δελφοί (18/7), Ανοιχτό θέατρο Καλαμάτας (22/8).
