«Cleansed»: Μια ιστορία αγάπης, ακραίας βίας, υψηλού συμβολισμού και ευγενούς ποίησης
Ο Δημήτρης Καραντζάς επιλέγει τον δρόμο της ποίησης και μετατρέπει σε προτέρημα την έλλειψη γραμμικής δραματουργίας σε αυτό το γεμάτο συμβολισμούς έργο της Σάρα Κέιν που βρίθει ακραίας σωματικής βιαιότητας
Περιεχόμενα
«Δεν επινοώ πολλά στα αλήθεια. Ρίχνω μια ματιά γύρω μου. Μισώ την ιδέα του θεάτρου ως ρεπορτάζ και δεν θα έλεγα ποτέ ότι είμαι δημοσιογράφος, αλλά όταν μιλάμε για τη βία στα έργα μου, η φαντασία μου δεν είναι τόσο γαμημένα άρρωστη». Αυτό το απόσπασμα από συνέντευξη της Σάρα Κέιν το 1998 θα μπορούσε να είναι η απάντηση απέναντι σε κάθε σχόλιο ότι το έργο της συνολικά είναι διαστροφικό και στείρα προκλητικό. Κι αν περιοριστούμε στο «Cleansed»- εξέχον δείγμα του θεάτρου «In yer face»- αρκεί το «μια ματιά γύρω μου» να το αποκωδικοποιήσουμε στα επίκαιρα της δεκαετίας του ’90. Η φαντασία της είναι όντως λιγότερο «γαμημένα άρρωστη» από τις εικόνες που έσκαγαν σε απευθείας τηλεμετάδοση από τον πόλεμο στη Βοσνία, την σφαγή στη Σρεμπρένιτσα, τους βιασμούς και τις τερατωδίες, ενταγμένα μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της μετα-θατσερικής Βρετανίας όπου είχε διαλυθεί το κοινωνικό κράτος και δεν υπήρχε θεσμική θωράκιση για κάθε είδους ευαλωτότητα, ψυχική ή σωματική.
Υπάρχει και πιο συγκεκριμένο, απτό παράδειγμα έμπνευσης από την πραγματικότητα που δεν είναι άλλο από τον χαρακτήρα του Ρόμπιν-ένα από τα επτά πρόσωπα του «Cleansed». Στην ίδια πάλι συνέντευξη, η Βρετανίδα συγγραφέας είχε αποκαλύψει ότι ο Ρόμπιν ήταν εμπνευσμένος από έναν νεαρό μαύρο άντρα ο οποίος ήταν φυλακισμένος στην νήσο Ρόμπεν μαζί με τον Νέλσον Μαντέλα. Ο νεαρός ήταν καταδικασμένος σε σαρανταπέντε χρόνια φυλάκισης, αλλά καθώς ήταν αναλφάβητος, δεν είχε αίσθηση της διάρκειας της ποινής του και του μεγέθους της σε χρονικό ορίζοντα ζωής. Όταν ο Νέλσον Μαντέλα και μερικοί άλλοι τον έμαθαν να διαβάζει και να μετράει, συνειδητοποιώντας τι σήμαιναν αυτά τα χρόνια για τη ζωή του, αυτοκτόνησε. Και ο Ρόμπεν στο έργο αυτοκτονεί, όπως ακριβώς, και με τον ίδιο τρόπο θα έκανε η Σάρα Κέιν η οποία κρεμάστηκε με τα κορδόνια της στην τουαλέτα της ψυχιατρικής κλινικής όπου νοσηλευόταν το 1999.

«Cleansed» σήμερα
Βλέποντας κανείς στο παρόν το «Cleansed» – «Καθαροί πια» στο ανέβασμα του Λευτέρη Βογιατζή το 2001 και στη μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη δεν μπορεί παρά να κάνει τις αναγωγές με τους πολέμους της διπλανής (μας) πόρτας σε Μέση Ανατολή και Ουκρανία, το στρίψιμο του τιμονιού όλο και δεξιότερα στην παγκόσμια διακυβέρνηση, την άνοδο της ακροδεξιάς, την επαναδιαπραγμάτευση για ελευθερίες και δικαιώματα. Μέσα σε μια τέτοια μεγάλη εικόνα του κόσμου και με ίδιο και απαράλλακτο εις τους αιώνες των αιώνων το αίτημα και την ανάγκη για ελευθερία και αγάπη, ξανασυναντάμε σήμερα τους έξι ήρωες του «Cleansed»-επτά με τον βασανιστή τους, τον Τίνκερ- να προσπαθούν να επιβιώσουν σε έναν κόσμο που τους ακρωτηριάζει σωματικά και ψυχικά.
Η Σάρα Κέιν έχει τοποθετήσει τους χαρακτήρες του «Cleansed» σ’ ένα Πανεπιστημιακό Ίδρυμα, το οποίο διαχειρίζεται ο Τίνκερ. Έξι πρόσωπα, παράταιρα και περιθωριακά, ανάμεσα τους γκέι, τοξικοεξαρτημένοι και ψυχικά ασθενείς, προσπαθούν να βρούνε την ταυτότητα τους, να αγαπήσουν και να αγαπηθούν, να υπάρξουν. Συνοπτικά, ο Γκράχαμ ψάχνει τον θάνατο, η Γκρέις ψάχνει τον αδελφό της και θέλει να γίνει αυτός, ο Καρλ ζητάει απόλυτη δέσμευση, ο Ροντ ψάχνει την ανεξαρτησία, ο Ρόμπιν προσπαθεί να σταματήσει τη φωνή που ακούει στο κεφάλι του, η Γυναίκα θέλει να βρει κάποιον να την σώσει και να την αναβαπτίσει. Ο Τίνκερ θα τους υποβάλλει – και θα υποβάλλει εαυτόν – στις πιο σκληρές δοκιμασίες, ακραίους βασανισμούς, για να τους εξιλεώσει (η για να τους τιμωρήσει;). Κι αν σήμερα, τριάντα χρόνια μετά τη συγγραφή του, το «Cleansed» δεν μπορεί πια να μας σοκάρει, σίγουρα έχει ακόμα τη δύναμη να μας ταρακουνήσει, και πολύ περισσότερο να μας υπενθυμίσει ότι όποιον δρόμο κι αν επιλέγουμε, ο προορισμός είναι ένας, η αγάπη. Και η ίδια η Σάρα Κέιν, άλλωστε, ως μια «ιστορία αγάπης» έλεγε ότι το έγραψε.

Η παράσταση
Να ξεκινήσουμε από μια παραδοχή. Κάθε παράσταση που ανεβάζει ο Δημήτρης Καραντζάς είναι από μόνη της πολιτιστικό γεγονός, κι αυτό είναι αδιαμφισβήτητο προσωπικό του κεκτημένο. Το επιβεβαιώνει σε κάθε νέο του βήμα, που μάλιστα αυξάνει την τόλμη με γεωμετρική πρόοδο. Το πιστοποιεί όμως, και το γεγονός ότι δεν έχει τυποποιηθεί ούτε επαναπαυτεί στις σκηνοθετικές του ευκολίες, δεν ακολουθεί μανιέρα, χωρίς βέβαια, αυτό να σημαίνει ότι δεν έχει προσωπική ταυτότητα. Απρόβλεπτος στην επιλογή των έργων και πλουραλιστικός στην σκηνοθετική τους προσέγγιση, κάθε φορά επαναφευρίσκει τον εαυτό του. Θέλει πάντως, και γενναιότητα το να ανεβάσεις το «Cleansed», αυτό το τόσο δύστροπο εξ ορισμού έργο και για το οποίο η ίδια η συγγραφέας του ομολογούσε «αποφάσισα να γράψω ένα έργο που δε θα μπορούσε ποτέ να γίνει ταινία, που δε θα μπορούσε ποτέ να γυριστεί για την τηλεόραση, που δε θα μπορούσε να γίνει διήγημα. Το μόνο που θα μπορούσε να κάνει κανείς με αυτό το έργο θα ήταν να το ανεβάσει στο θέατρο». Ναι, αλλά με τι μέσα να προσεγγίσει κανείς αυτό το γεμάτο συμβολισμούς κείμενο που βρίθει ακραίας σωματικής βιαιότητας, κι όλα αυτά για να μιλήσει για την αγάπη, για να της δηλώσει αιώνια πίστη και να την προτάξει τελικά ως την πιο ριζοσπαστική πολιτική πράξη;
Ο Καραντζάς αυτή τη φορά επιλέγει τον δρόμο της ποίησης και μετατρέπει σε προτέρημα την έλλειψη γραμμικής δραματουργίας καθώς με τις εναλασσόμενες σκηνές μπορεί να παίξει πιο δημιουργικά στο πεδίο της αφαίρεσης και να περπατήσει στις μύτες πάνω στο νοερό σύνορο των συμβολισμών και του ρεαλισμού. Όπως η συγγραφέας καλούσε το κοινό να εξερευνήσει τα πεδία αντοχής και ορίων αποφασισμένη να τραβήξει στα άκρα το μαρτύριο των χαρακτήρων για να τους οδηγήσει στην κάθαρση αφού η αγάπη είναι η μόνη απάντηση απέναντι στη βία και τον αυταρχισμό, έτσι κι ο εκάστοτε σκηνοθέτης οφείλει να εξερευνήσει νέους θεατρικούς κώδικες. Κι ο Καραντζάς στήνει τον δικό του γύρω από αγκαθωτά πλέγματα λυρισμού και ποίησης που αναδεικνύουν την καρδιά του «Cleansed», που δεν είναι άλλη από την ανθρώπινη λαχτάρα για αγάπη.
Η πιο όμορφη σκηνή της παράστασης είναι όταν συναντώνται τα δύο αδέρφια, η Γκρέις και ο Γκράχαμ, και παίζουν χορεύοντας χαρούμενα και ανάλαφρα σαν μικρά παιδιά που δεν έχουν γνωρίσει ακόμα ποιό το κόστος της αγάπης και πόσες πληγές μπορεί να αντέξει ένα σώμα, κι έπειτα αγκαλιάζονται και φιλιούνται και καταλήγουν σαν πρωτόπλαστοι στον κήπο με τα κίτρινα λουλούδια, εκεί που θα φυτρώσει, κόντρα σε όλα, κι ένα μεγάλο ηλιοτρόπαιο μπρος στα μάτια μας.
Αξιέπαινη η δουλειά του Τάσου Καραχάλιου στην κινησιολογία-πολλές οι απαιτήσεις της συγκεκριμένης παράστασης- της Εύας Μανιδάκη στα σκηνικά που φιλοξενούν πολλούς τόπους και επιτρέπουν στον πανταχού παρών Τίνκερ να εισβάλλει από παντού και της Ιωάννας Τσάμης στα κοστούμια με την επιλογή μιας ωραίας χρωματικής παλέτας που δένει αρμονικά και με το σκηνικό. Συνοδοιπόροι στο εγχείρημα με καίριες παρεμβάσεις και προσαρμογές οι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου και η μουσική του Γιώργου Ραμαντάνη.

Οι ερμηνείες
Οι παραστάσεις του Δημήτρη Καραντζά δεν είναι συνήθως δουλειές πρωταγωνιστών, αλλά συνόλου ηθοποιών. Σαν να τους κουρδίζει στον ίδιο τόνο, να τους εμφυσεί μια αξιοζήλευτη πειθαρχία. Οι ερμηνείες που αποσπά από τους ηθοποιούς του είναι σαν να συνθέτουν ένα αρχιτεκτονικό οικοδόμημα στέρεο και με αλληλοεξαρτώμενα τα επιμέρους. Κι αυτό δεν είναι μειονέκτημα, αλλά ουσιαστικό προτέρημα. Δεν βλέπουμε συχνά σε μια παράσταση οι ηθοποιοί να υπηρετούν ευλαβικά τον ίδιο σκοπό με μια αίσθηση θρησκευτικού καθήκοντος (θα ανατρίχιαζε η Σάρα Κέιν με τον όρο), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν λάμπουν ο καθένας ξεχωριστά. Ο Χρήστος Λούλης, σε μια σημαντική στιγμή της θεατρικής του πορείας, μας θυμίζει γιατί θεωρείται ένας εκ των κορυφαίων της γενιάς του. Είναι ο αδυσώπητος Τίνκερ, ο βασανιστής του Ιδρύματος, αυτός που κακοποιεί τα σώματα ώστε να στερέψει και η τελευταία σταγόνα αγάπης. Η παρουσία του παραπέμπει περισσότερο σε γραφειοκράτη υπάλληλο – είναι άραγε ο Τίνκερ το γρανάζι ενός μηχανισμού κι όχι μια μεμονωμένη διαβολική και διεστραμμένη εξαίρεση; Αυτός έχει και τον πιο άκαμπτο σωματικά ρόλο σε αντίθεση με τους υπόλοιπους και είναι απολύτως καθοριστική η ερμηνεία του, αφού τελικά εκπροσωπεί την συστημική βία.
Μαίρη Μηνά και Δημήτρης Καπουράνης είναι ταιριαστοί και συγχρονισμένοι ως ντουέτο των δύο αδερφών, σαν ο ένας να είναι φυσική προέκταση του άλλου, που αυτό άλλωστε απαιτείται αφού η Γκρέις ενδύεται μέχρι και το φύλλο του αδερφού της. Η Μηνά έχει τον πιο σύνθετο ρόλο, φέρει την επιθυμία να χαθεί μέσα στο σώμα του αδερφού της, να μετουσιωθεί σε κάποιον άλλον, να απολέσει και την ταυτότητα φύλου («-Τι θα άλλαζες; -Το σώμα μου. Για να ‘μαι κι απέξω όπως το νοιώθω μέσα μου»). Ο Καπουράνης, πιο αραχνοΰφαντος, την ακολουθεί σαν φευγαλέα παρουσία, περισσότερο ως σκιά, ίσως ως συναισθηματικός τόπος της Γκρέις, εκεί όπου την οδηγεί η επιθυμία της.

Ο Νικολάκης Ζεγκίνογλου στο θεατρικό του ντεμπούτο είναι αποκάλυψη, κάνει μια σαρωτική ερμηνεία-με κορύφωση την τελική άλαλη κραυγή-ως Καρλ καταθέτοντας το σώμα του ως τόπο μαρτυρίου, βωμό θυσίας, που όμως, επιμένει, σε κάθε στάδιο ακρωτηριασμού από τον Τίνκερ, να ορκίζεται αιώνια αγάπη στον Ροντ του Γιώργου Ζυγούρη που στέκει ανήμπορος απέναντι στον σταδιακό ακρωτηριασμό μέχρι κι ο ίδιος να κληθεί να αποδείξει την αγάπη του («δεν είναι ο θάνατος το χειρότερο που μπορούν να σου κάνουν, μπορούν να σου πάρουν τη ζωή χωρίς να σε σκοτώσουν»). Ο Ρόμπεν του Θανάση Ραπτόπουλου είναι συγκινητικός, έχοντας χτίσει μια γνήσια παιδική αθωότητα που αποτυπώνεται και στο πώς βιώνει τον φόβο, εκπροσωπώντας την ευαλωτότητα στην πιο αγνή της μορφή-δεν μπορεί καν να κατανοήσει τη σκληρότητα. Εύπλαστη και ερωτική η Νατάσα Εξηνταβελώνη ως Γυναίκα.
Δεν θυμάμαι άλλο θεατρικό έργο όπου το σώμα να κυριαρχεί και να μετουσιώνεται σε τόπο εξουσίας αλλά και κάθαρσης, σε τόπο θρησκευτικού μαρτυρίου. Έχουμε βέβαια, κινηματογραφικά αντίστοιχα, το «Δαμάζοντας στα κύματα» του Λαρς φον Τρίερ και το «Σαλό, 120 μέρες στα Σόδομα» του Πιερ Παόλο Παζολίνι. Τι είναι τελικά το «Cleansed»; Ένα καταγγελτικό μανιφέστο; Ή μια απεγνωσμένη προσευχή; Βγαίνοντας από την παράσταση, έξω στην φασαρία της Πειραιώς, θέλεις να ρουφήξεις μια τζούρα καθαρού αέρα να πάει βαθιά στα πνευμόνια και να κάνεις μια μικρή παύση προτού σε πάει η ζωή παρακάτω ψάχνοντας ηλιοτρόπια να φυτρώνουν στα τσιμέντα.
Tips

«Cleansed» στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. Θα συνεχιστεί την επόμενη σεζόν από 28 Σεπτεμβρίου έως 20 Οκτωβρίου

