Στην «Κουζίνα» με …«τροφή» για σκέψη
Καταγγελτικό και βαθιά πολιτικό θέατρο μέσα στους τέσσερις τοίχους μιας κουζίνας; Κι όμως, γίνεται. Ο Γιώργος Κουτλής σκηνοθετεί δυναμικά έναν πολυπρόσωπο θίασο όπου εντυπωσιάζει ο σαρωτικός Μιχάλης Σαράντης
Περιεχόμενα
Στην «Κουζίνα» του θεάτρου «Κιβωτός» είναι πολύ καλά ακονισμένα τα μαχαίρια. Σαν κοφτερή λεπίδα κόβει ο λόγος και η κοινωνική κριτική. Γιατί μπορεί το σκηνικό και ο δραματουργικός χώρος δράσης να είναι όντως μια κουζίνα με κατσαρολικά, σεφ, λαντζέρηδες και σερβιτόρους, αλλά όλο αυτό δεν είναι παρά μια μεταφορά για ένα έργο βαθιά πολιτικό, το οποίο γεννήθηκε από την μαχητική γραφή του φημισμένου Βρετανού συγγραφέα Άρνολντ Γουέσκερ (1932-2016), μέλος μιας εκλεκτής γενιάς συγγραφέων που είχε την απήχηση κινήματος με το όνομα (και πράγμα) «Angry Young Men» το οποίο τάραξε τη δεκαετία του πενήντα τα νερά του αγγλικού θεάτρου με έργα που αμφισβητούσαν τις ταξικές ιεραρχίες και τα πολιτικά στερεότυπα της Βρετανίας και μάλιστα, σε μια συγκυρία όπου η Βρετανία κόμπαζε αλαζονικά ότι δήθεν «είμαστε καλύτερα από ποτέ». Ο ριζοσπαστισμός στην κοινωνική ματιά και την γραφή ήταν μάλλον μονόδρομος για τον Άρνολντ Γουέσκερ, ο οποίος ήταν γέννημα θρέμμα του ανατολικού Λονδίνου και της εργατικής τάξης εκ καταγωγής ως γιος μετανάστη κομμουνιστή Ρωσοεβραίου ράφτη κι έζησε ως παιδί από πρώτο χέρι την οικονομική επισφάλεια που τον ακολούθησε και στα μετέπειτα χρόνια της ενήλικης ζωής αφού ακόμα κι όταν έγινε δεκτός στη Βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης, καθώς δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να σπουδάσει, έκανε διάφορες δουλειές, όπως εργάτης σε αγροτικές εργασίες, βοηθός ξυλουργού, βοηθός υδραυλικού, βοηθός μάγειρα και αρτοποιός, για να μπορέσει τελικά να σπουδάσει σε σχολή κινηματογράφου στο Λονδίνο.
Κουζίνα α λα ελληνικά
Η «Κουζίνα» είναι το πρώτο του έργο, γράφτηκε το 1956, και βασίζεται στις εμπειρίες του-προφανώς και στον θυμό του- από όταν δούλεψε σε εστιατόριο του Παρισιού. Η δράση εκτυλίσσεται σε ένα πολυσύχναστο εστιατόριο κατά τη διάρκεια μιας ημέρας, όπου μάγειρες από διαφορετικές χώρες «σκοτώνονται» για να ετοιμάσουν, και οι σερβιτόρες να εξυπηρετήσουν, έναν ατελείωτο όγκο παραγγελιών και στο περιθώριο να τολμήσουν να ονειρευτούν και να ονειροπολήσουν. Αυτό είναι με λίγα λόγια η υπόθεση του έργου, αλλά κάτω από τις γραμμές βράζει μια πολιτική αλληγορία για τις εργασιακές συνθήκες, τον καπιταλισμό και τον σύγχρονο τρόπο ζωής όπου η δουλειά δεν είναι απλά μέσον επιβίωσης αλλά έχει περάσει στην κλίμακα της αυτοπραγμάτωσης, κι αυτό από μόνο του είναι θλιβερό.
Όσα υπονοεί και όσα λέει η «Κουζίνα» δεν έχουν εθνικό πρόσημο, αρκεί μια ματιά στον κόσμο γύρω μας. Και στα καθ’ ημάς βρίσκουν ευθεία σύνδεση στη γενιά των 700 ευρώ, αναφορά στα νέα παιδιά που έμπαιναν στον εργασιακό στίβο κάπου εκεί στα χρόνια του 2004 και των Ολυμπιακών Αγώνων, που έδωσε σκυτάλη και στην επόμενη γενιά, της κρίσης και των μνημονίων με μισθούς πεντακοσίων ευρώ, και με την μέγγενη ΔΝΤ και επιτροπειών να καταλύουν και τα εργασιακά δικαιώματα που «έπεφταν» στο πεδίο των διαπραγματεύσεων σαν ντόμινο, το ένα μετά το άλλο. Μια γενιά που κατέληξε να σέρνει τον χορό του brain dream-τα μπογαλάκια μας και σ’ άλλη χώρα. Αλλά κι αν θελήσουμε να μείνουμε στην μικρή εικόνα, στην κυριολεκτική μετάφραση της κουζίνας, σε μια χώρα που στηρίζει τον τουρισμό, και μεγάλο κομμάτι του ΑΕΠ της, στην εστίαση, δεν είναι εξαίρεση η εκμετάλλευση εργαζομένων, χωρίς ηλικιακό πλαφόν, νέοι και μεσήλικες, όλοι μαζί στο ίδιο καζάνι βράζουν.

Η παράσταση
Όσο οι θεατές παίρνουν τη θέση τους ορισμένοι ηθοποιοί βρίσκονται ήδη στη σκηνή-πρώτη εικόνα που βλέπουμε μία σερβιτόρα να σφουγγαρίζει κάτι κόκκινο χυμένο στο πάτωμα. Να ‘ναι σάλτσα, να ‘ναι αίματα από κρέατα; Ένας συμβολισμός ότι θα «χυθεί αίμα»; Η απάντηση έρχεται σε μία από τις πρώτες ατάκες που ακούμε σε λίγα λεπτά: «Είναι καλά τα φράγκα αλλά θα φτύσεις αίμα» θα πούνε σε λίγο στον καινούργιο βοηθό μάγειρα. Η παράσταση έχει αρχίσει, όλοι οι εργαζόμενοι είναι στην κουζίνα, ξεκινά η πυρετώδης προετοιμασία μέσα σε όλα και για ένα παιδικό πάρτι γενεθλίων με 42 άτομα, κι αυτό μόνο το μεσημέρι γιατί το βράδυ το πρόγραμμα έχει πρόταση γάμου «σαμπάνια, Τζορτζ Μάικλ να παίζει και τ’ αρχ@δι@ μου κουνιούνται».
Υπάρχει μια ένταση, την προηγούμενη ημέρα ο Αντρέι (Μιχάλης Σαράντης) και ο Μαξ (Γιώργος Κατσής) πιάστηκαν στα χέρια, ο πρώτος έβγαλε μαχαίρι, κι αυτό δεν είναι καν σοκαριστικό «δε χρειάζεται να έχουν κάνει φυλακή για να βγάλουν μαχαίρι, φτάνει που δουλεύουν εφτά στα εφτά», λέει κάποιος. Η σερβιτόρα φτάνει καθυστερημένη, της τα χώνουν, άργησε το τρένο δικαιολογείται αυτή, προτείνει να κάνει διπλοβάρδια για να ισοφαρίσει. Στα πρώτα λίγα λεπτά το πλαίσιο έχει τεθεί. Άγχος, ανασφάλεια, επιβίωση μέρα με τη μέρα για να βγει κι αυτός ο μήνας, ζωές στον αέρα. Από όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Η παλιοζωή δεν κάνει διακρίσεις. Πολωνία, Σκωτία, Αλβανία, Γκάνα, Τυνησία, είναι πραγματικά πολυεθνική η ομάδα αυτής της κουζίνας και δουλεύει στο κόκκινο, πώς αλλιώς θα βγει το μεροκάματο του τρόμου. Δεν θα μπορούσε να έχει χαμηλούς τόνους αυτή η παράσταση. Της ταιριάζει η δυναμική σκηνοθεσία του Γιώργου Κουτλή. Ανεβοκατεβάζει την κλίμακα με την ένταση στο μεγαλύτερο μέρος να κορυφώνεται, είναι φρενήρης ο ρυθμός, τα κατσαρολικά παίρνουν φωτιά, άψογος ο συγχρονισμός τους στα μουσικά μέρη, τα μαγειρικά σκεύη γίνονται μουσικά όργανα (ρυθμική διδασκαλία, Γιώργος Μπουκαούρης και χορογραφία – κινησιολογία, Αλέξανδρος Σταυρόπουλος). Την οπτική του Γιώργου Κουτλή υποστηρίζουν οι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου και τα σκηνικά – κοστούμια της Ελένης Στρούλια. Καθοριστική φυσικά και η μετάφραση της Ελένης Κουτσιούμπα, η διασκευή του Μιχάλη Πητίδη και του Γιώργου Κουτλή και η δραματουργία του Πρόδρομο Τσινικόρη.
Ο Κουτλής έχει ενορχηστρώσει μια πολύ ζωντανή παράσταση που δεν χαλαρώνει, δεν ξεχειλώνει καθόλου, έχει ροή και παλμό, και κρατάει συνεχώς ψηλά τους τόνους. Θα ήθελα έναν τόνο πιο κάτω την ένταση, κάποιες στιγμές πάει να αγγίξει το όριο της φασαρίας. Είναι όμως, ανάσα βαθιά οι ήπιες, ήρεμες, γλυκές σκηνές ανάμεσα στον Μιχάλη Σαράντη και την Ιωάννα Δερμετζίδου με την ερωτική σκηνή να ξεχωρίζει αλλά και αυτή όπου της ετοιμάζει κάτι νά φάει, μάλλον ένα σάντουιτς – είναι τόσο ανακουφιστικό το φαγητό να γίνεται φροντίδα και όλη η διαδικασία έτσι όπως την κάνει ο Σαράντης είναι συγκινητική (και) μέσα στην απλότητα της. Λίγο αργότερα θα ακουστεί ότι το φαγητό είναι το τραπέζι της γααγιάς που μαζεύει την οικογένεια για χαρές και λύπες. Ναι, κι αυτοί, οι εργαζόμενοι, θα κάνουν αυτό το μοίρασμα συναισθημάτων μιάμιση αργότερα, όταν η κουζίνα θα είναι ένα βομβαρδισμένο τοπίο. Άντε πέρασε κι αυτή η βάρδια. Κι είναι ακόμα ζωντανοί.

Οι ερμηνείες
Ο Γιώργος Κουτλής έκανε εξαιρετικό κάστινγκ και καθοδήγησε τους ηθοποιούς του με μαεστρία. Αγαπάει άλλωστε τα πολυπρόσωπα έργα κι έχει αποδείξει ότι είναι ένα από τα μεγάλα ατού του η καθοδήγηση πολλών ηθοποιών- κι εδώ δεκατέσσερις ηθοποιοί είναι στη σκηνή. Βγάζει βέβαια, και έναν άσο από το μανίκι, τον Μιχάλη Σαράντη ο οποίος εδώ είναι κάτι σαν… φυσικό φαινόμενο. Παίζει με μεγάλη ένταση, υψηλές σωματικές απαιτήσεις, πηδά απάνω από τους πάγκους σαν αίλουρος, κουτρουβαλιέται στα σκαλιά και συνεχώς τον περιμένεις να εκραγεί, πράγμα που συμβαίνει στο τέλος σε μια στιγμή απόλυτης σωματικής κατάρρευσης και βαθιάς υπαρξιακής εκμηδένισης. Δεν καταφεύγει όμως, σε υπερβολές, έχει βρει το μέτρο του μέσα στην παραφορά της συνθήκης. Όταν ρίχνει τους τόνους για τις ερωτικές σκηνές, για να σιγοψιθυρίσει λόγια αγάπης στην καλή του και να την παρασύρει στο όνειρο του να ζήσουν σε ένα σπιτάκι σε κάποιο βουνό της Πολωνίας, είναι ευαίσθητος και τρυφερός, μέχρι πάλι την επόμενη «πρίζα».

Όλοι οι ηθοποιοί είναι καλοκουρδισμένοι στον ίδιο τόνο, δεν φαλτσάρει κανείς, είναι σαν ορχήστρα που έχει λιώσει στις πρόβες. Σε αυτή την πολύβουη κουζίνα, που είναι σαν κυψέλη με μέλισσες που εργάζονται αδιάκοπα, θα ξεχωρίσω τον Γιώργο Κατσή ως Μαξ, τον σκληροτράχηλο της κουζίνας που δεν κάνει όνειρα πλέον γιατί φοβάται ότι δε θα βγούνε αληθινά, και δεν είναι καθόλου μελό όταν το λέει αυτό, ίσα ίσα ο Κατσής έχει χτίσει τον κυνισμό του χαρακτήρα του, τον θαυμάσιο Χρήστο Σαπουντζή ως αθυρόστομο σεφ, ξεπεσμένο πρώην τηλεστάρ, τον Πολύδωρα Βογιατζή πειστικό ως σνομπ αφεντικό που παρομοιάζει την βάρδια με τον πόλεμο όπου πρέπει οι εργαζόμενοι να δώσουν τη ζωή τους και τον γλυκύτατο Γιλμάζ Χουσμέν ως νεοφερμένο βοηθό. Πολύ καλοί και οι υπόλοιποι, ο καθένας βάζει το λιθαράκι του σε αυτή την μικρογραφία της κοινωνίας που έχει φόντο τηγάνια, χύτρες, απορροφοτήρες, πάγκους μαγειρικής: Σαμουήλ Ακίνολα, Δανάη Καλούτσα, Ιλιάνα Καραπασιά, Ειρήνη Μακρή, Γιώργος Μπουκαούρης, Gary Salomon, Αναστασία Στυλιανίδη, Πήτερ Τζέικς.
TIPS

Η «Κουζίνα» στο Θέατρο Κιβωτός θα συνεχιστεί και την επόμενη σεζόν
