«Τζένη Τζένη»: Ούτε μοιρολατρικός θρήνος, ούτε μελιστάλακτο hommage, αλλά μια περήφανη γιορτή
Η απόφαση του Νίκου Καραθάνου να σκηνοθετήσει την ανάλαφρη κωμωδία της Finos Film ξεκίνησε ίσως ως μια λοξή επιλογή για να καταλήξει σε μια από τις πιο εμπνευσμένες, θα έλεγα και αληθινά ρομαντικές, προτάσεις της χρονιάς.
Περιεχόμενα
Η “Τζένη-Τζένη” σε σκηνοθεσία του Ντίνου Δημόπουλου (1966) και σενάριο των Κώστα Πρετεντέρη-Ασημάκη Γιαλαμά ανήκει στην κατηγορία των φιλμ που φέρουν μυθικές αφηγήσεις για μια παλιά Ελλάδα, χαρούμενη και φωτεινή, ανάλαφρη, αλλά όχι ελαφριά, και τις αγκαλιάζουν με χιούμορ, τρυφερότητα και αθωότητα, ακόμα και για να μιλήσουν για την πολιτική. Μάλλον εκ του περισσού, αλλά να σκαλίσουμε λίγο στη μνήμη και την υπόθεση αυτής της αισθηματικής κωμωδίας που διαδραματίζεται στις Σπέτσες. Η Τζένη, η κόρη του Κοσμά Σκούταρη, ενός τοπικού κομματάρχη, αναγκάζεται να κάνει εκβιαστικά έναν λευκό γάμο με τον Νίκο Μαντά ανιψιό του πολιτικού αντιπάλου του πατέρα της, για να σώσει την οικογένειά της από τη χρεοκοπία. Ο ψεύτικος γάμος θα καταλήξει σε έρωτα και θα μας χαρίσει στη μεγάλη οθόνη ένα από τα πιο αβίαστα χάπι εντ του ελληνικού σινεμά που τόσο έχουμε ανάγκη να βλέπουμε και να ξαναβλέπουμε στην μικρή μας πια οθόνη. Και για να μιλήσουμε και για την διαχρονικότητα του έργου, μπορούμε να την συνοψίσουμε με μία λέξη: ρουσφετολογία. Ποτέ δεν πεθαίνει. Το ρουσφετολογικό αλισβερίσι, οι μικροπολιτικές, τα ηθικά διλήμματα και η αλαζονεία περιφέρονται ως έννοιες και θεματικές σαν δορυφόροι γύρω από αυτό το χαριτωμένο love story που έζησαν στο κινηματογραφικό πανί η Τζένη Καρέζη και ο Ανδρέας Μπάρκουλης.
Η παράσταση
Η επιλογή του Νίκου Καραθάνου να διηγηθεί αυτή την ιστορία σήμερα, δε θα έλεγα να την αναβιώσει-γιατί πώς αναβιώνεις κάτι που είναι ακόμα τόσο έντονα ζωντανό αφού έχει γίνει τατουάζ στο δέρμα μας, μάλλον έχει γλιστρήσει και πιο βαθιά, έχει εγγραφεί στον κυτταρικό κώδικα του ελληνικού DNA– δεν αποδεικνύει μόνο την διαχρονικότητα ενός κινηματογραφικού έργου που στην καρδιά του χτυπάει ένας λόγος κέντημα και μια ζωντανή σκηνοθεσία. Αποδεικνύει ακόμα ότι μια εμπνευσμένη σκηνοθετική ματιά που δεν θρηνεί μοιρολατρικά για το παρελθόν, ούτε του κάνει ένα μελιστάλακτο homage, μπορεί να το γιορτάσει περήφανα, τόσο με δέος και σεβασμό όσο και με πηγαία χαρά, επιστρέφοντας σε αυτό για να φωτίσει τους δύσκολους καιρούς μας όχι με φως ξενόφερτο και δανεικό αλλά καθαρά ελληνικό όπως αυτό που καίει εκτυφλωτικά μες στο κατακαλόκαιρο. Η παράσταση «Τζένη Τζένη. Ένα ηλιόλουστο ρέκβιεμ» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά είναι μια γιορτή με χαρμολύπη σαν ένα μάζεμα γύρω από το κυριακάτικο τραπέζι που μοσχοβολά το γιουβέτσι της γιαγιάς και η χωριάτικη σαλάτα έχει λάδι και ελιές από το χωριό και αρχίζουμε να λέμε ιστορίες και τραγούδια.

Η παράσταση, έτσι όπως φαίνεται να την οραματίστηκε ο Καραθάνος με σύμμαχο τη δυναμική διασκευή– δραματουργική επεξεργασία του Γιάννη Αποσκίτη, στοχεύει στις λεπτές ζώνες του μεγάλου συναισθήματος, στα μεταξύ και τα ενδιάμεσα, στο γέλιο που πέφτει στις κηδείες και το κλάμα που ρίχνουμε στους γάμους. Η έναρξη δίνει τον τόνο. Εμφανίζεται στη σκηνή ο Νίκος Καραθάνος ως Κοσμάς Σκούταρης, με βήματα βαριά, σε ομιχλώδες σκηνικό, ψελλίζει ξεψυχισμένα «ο Γκόρτσος, ο Γκόρτσος», σηκώνει το ποτήρι κάνοντας την κίνηση του στην υγειά σας ή μας;-δεν έχει σημασία. Πίσω του οι τηλεοράσεις δεν παίζουν, η οθόνη δείχνει τα κλασικά ασπρόμαυρα «χιόνια». Εισαγωγή λοιπόν, με ατμόσφαιρα και αίσθημα δράματος που θα παραχωρήσει βέβαια τη θέση του στην ελαφράδα, ίσως όχι ελαφρότητα της Finos Film, αλλά η αίσθηση τραγικότητας θα επανέρχεται και σε άλλες στιγμές, και κυρίως στην ίδια την παρουσία του Καραθάνου, στον τρόπο που επέλεξε να σταθεί ως Παπαγιαννόπουλος, πιο μελαγχολικός, σαν ένα μελτέμι κόντρα στο αεράκι της ανάλαφρης κωμωδίας.
Οι σκηνές μιούζικαλ, τα ομαδικά χορευτικά (κίνηση Αμαλία Μπένετ) που εκτυλίσσονται μέσα σε σκιές και καπνούς, υποφωτισμένα και κάποιες στιγμές σαν παράλληλη δράση, είναι δυναμικά, παραπέμπουν και σε χορικό αρχαίου δράματος. Σαν να συντονίζουν την ψυχή στο συνολικό συναίσθημα. Γενικά η μία σκηνή βγαίνει μέσα από την άλλη, έχει «μοντάρει» τόσο ωραία ο Καραθάνος την δράση που κυλάει αβίαστα. Έξοχες και οι σκηνές slow motion. Όταν ο Μαντάς του Χρήστου Λούλη δίνει τον πρώτο πολιτικό λόγο του φτάνοντας στο νησί και τους χτυπάει ένας ανεμιστήρας για να δείξει τον αέρα που έρχεται και τους σηκώνει, είναι χάρμα. Όπως είναι θαυμάσια η σκηνή όπου ο Άγγελος Παπαδημητρίου τραγουδά “Το μεγάλο μυστικό μου” του Κώστα Καπνίση (στην ταινία βλέπουμε την νεαρή Νόρα Βαλσάμη αλλά το ερμηνεύει στην πραγματικότητα η Καίτη Χωματά) αφού μας έχει ξεγελάσει η Χαρούλα Αλεξίου πιάνοντας το μικρόφωνο, τελικά μόνο για να του το δώσει. Θα ήθελα σε εκείνο το σημείο καθ’ όλη τη διάρκεια της χαμηλόφωνης εκπληκτικής ερμηνείας-με τόσο ωραία φωτισμένη τη σκηνή– να έπεφτε η ένταση στην υπόλοιπη δράση. Είναι μια στιγμή που της αξίζει εκκλησιαστική ησυχία. Η δε σκηνή του νυφικού κρεβατιού είναι όχι μόνο η παράδοση της Finos Film στα καλύτερα της αλλά μεταπηδά σε άλλη πίστα, στην κατηγορία της καλής σκρούμπολ αμερικάνικης κωμωδίας.

Οι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου είναι εκπληκτικοί ειδικά στις υποφωτισμένες σκηνές, που άλλοτε τονίζουν την ατμόσφαιρα, άλλοτε φτιάχνουν την συνθήκη, κι άλλες φορές μετατρέπουν τους ηθοποιούς σε σκιές (του παρελθόντος ή του παρόντος;) αλλά και σε φιγούρες του θεάτρου σκιών. Τα σκηνικά του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη συνηγορούν κι αυτά υπέρ του θεάτρου σκιών και γενικά εντυπωσιάζουν με τον τρόπο με τον οποίο βρίσκονται σε διαρκή διάλογο με τη δράση και τους χαρακτήρες, μπαινοβγαίνοντας μάλιστα κάποιες φορές στη δράση όπως ας πούμε το εκκλησάκι που πάει κι έρχεται, και πάνω στο οποίο σκαρφαλώνουν, πηδούν, ανεβοκατεβαίνουν οι ηθοποιοί. Ο χώρος είναι διαμορφωμένος ώστε να στήνει και τόπους μνήμης αλλά και τόπους εξέλιξης των δράσεων. Δεξιά, υπερυψωμένη, η αυτοκρατορικά κόκκινη οικία Κασσανδρή με την φωτογραφία Καρέζη- Μπάρκουλη πίνακα στον τοίχο, αριστερά το ταπεινό Σκουταρέικο με το πελώριο μπάνερ του Κωνσταντάρα δίπλα του και στο κέντρο το ευέλικτο πεδίο που, με την φιγούρα του Διονύση Παπαγιαννόπουλου να δεσπόζει, μεταμορφώνεται σε λιμάνι καφενείο, ξενοδοχείο, μπουζουξίδικο. Το λογότυπο της Φίνος Φιλμ δεξιά και αριστερά σε περίοπτη θέση ορίζει το σκηνικό, το πλαίσιο, την ταυτότητα. Παραδίπλα και τα κινέζικα ιδεογράμματα-τι είναι fake και τι αληθινό;
Το «Τζένη Τζένη» είναι από αυτές τις σπάνιες δημιουργικά περιπτώσεις όπου σκηνοθεσία-φωτισμοί-σκηνικά είναι καλοραμμένα σφιχτά πάνω στο ίδιο “κοστούμι”, στο “σώμα” της παράστασης. Έξοχα και τα κοστούμια του Άγγελου Μέντη, ωραία εμπνευσμένα από τα πρωτότυπα. Οι καλοί μουσικοί της τετραμελούς μπάντας (Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Βαγγέλης Παρασκευαΐδης, Αλέξης Στενάκης, Δημήτρης Τίγκας) οι οποίοι εκτελούν την μουσική του Άγγελου Τριανταφύλλου, που παραπέμπει περισσότερο σε δράμα παρά σε κωμωδία, ενώ την περισσότερη ώρα συνοδεύουν ωραία τη δράση και συντονίζουν τον παλμό και την ροή, σε ορισμένες φάσεις κουράζουν ως έναν αδιάκοπο μουσικό χαλί που θα έπρεπε να μπαίνει διακριτικά στο pause για να αναπνεύσει ο λόγος. Ξεχωρίζει η σκηνή όπου ο μουσικός παίζοντας κλαρίνο ακολουθεί τον Καραθάνο ο οποίος κατευθύνεται στο κέντρο της σκηνής για να ξαπλώσει, πίσω στο φόντο βλέπουμε την εικόνα ενός δάσους με έλατα, και δώστου το κλαρίνο ηπειρώτικο και αρχοντικό, ένας αγέρωχος λυγμός που ορίζει μουσικά τι εστί το δικό μας ρέκβιεμ.
Ωστόσο δεν μπορώ να μην επισημάνω και κάποιες «παραφωνίες». Τις μάσκες με το πρόσωπο του Παπαγιαννόπουλου που εμφανίζονται παραπάνω από μία φορά. Τα προσωπεία επίσης, του Σταυρίδη, του Αυλωνίτη και της Βασιλειάδου που περνούν στο φόντο την ώρα που ο Καραθάνος λέει στον Λούλη «γαμπρέ έλα να σου γνωρίσω το σόι σου» και το μυαλό μας οδηγείται από τη σκηνοθεσία στο δικό μας σόι της κινηματογραφικής ιστορίας. Την σκηνή όπου ο Κώστας Μπερικόπουλος αναπαριστά την χαρακτηριστική κίνηση του Κωνσταντάρα με τις γυμναστικές εκτάσεις που κάνει για να μπει στην πισίνα-σκηνή από άλλη ταινία. Μια τόσο καλοσκηνοθετημένη, με μεράκι και πραγματική έμπνευση παράσταση, δε χρειάζεται καθόλου ευκολίες, λαΐκισμούς και συναισθηματικούς εκβιασμούς που περισσότερο αφαιρούν παρά προσθέτουν.
Συνολικά, η παράσταση δεν αφήνει γεύση νοσταλγίας, ένα συναίσθημα που έχει φορεθεί τόσο πολύ ώστε τείνει να γίνει τάση η μυθοποίηση μιας εικόνας και μιας εποχής που λειτουργεί τελικά σαν παραμορφωτικός φακός ενός πιο σύνθετου παρελθόντος. Το «Τζένη Τζένη. Ρέκβιεμ για ένα ηλιόλουστο καλοκαίρι» ξεκίνησε ίσως ως μια λοξή επιλογή για να καταλήξει σε μια από τις πιο εμπνευσμένες, θα έλεγα και αληθινά ρομαντικές, προτάσεις της χρονιάς. Δεν ξέρω εάν γυρνώντας σε αυτές τις συλλογικές αναμνήσεις μπορούμε να επανεφεύρουμε τον εαυτό μας, σίγουρα όμως ο ήλιος του ελληνικού καλοκαιριού παραμένει λαμπερός.

Οι ερμηνείες
Η παράσταση φυσικά ποντάρει στις καλές ερμηνείες. Και είναι από τις περιπτώσεις που πραγματικά δε θα μπορούσε να είχε γίνει ιδανικότερο κάστινγκ. Συνολικά, οι ηθοποιοί βρίσκονται με έναν τρόπο στην ασφάλεια της ζώνης παιξίματος εκείνης της εποχής-όχι βέβαια, ότι αυτό είναι κάτι εύκολο να πλησιάσεις δηλαδή τον κωμικό τρόπο εκείνων των ηθοποιών χωρίς να τον μιμηθείς- προσδίδοντας όμως, νέα χάρη και στυλ. Το δίδυμο Χρήστος Λούλης και Γαλήνη Χατζηπασχάλη (Μπάρκουλης-Καρέζη) είναι από τα πιο απολαυστικά ντουέτα που έχουμε δει στο θέατρο, με απίστευτη χημεία μεταξύ τους που επιτρέπει στον καθένα χωριστά να αναδείξει την κωμική φλέβα του και να καταστήσει το χάπι εντ φινάλε απολύτως απαραίτητο, απολύτως αληθινό, ένα απλό τέλος που το φέρνει η ίδια η ζωή και κανένας άλλος. Ο Λούλης χτίζει έναν καινούργιο Νίκο Μαντά διατηρώντας με μέτρο τα στοιχεία της ελαφρότητας, του αλαφροΐσκιωτου-πώς αλλιώς θα τον έκαναν ό,τι ήθελαν οι θείοι του;- του αδέξιου, του αμήχανου, και στο τέλος του ερωτοχτυπημένου. Μακάρι οι σκηνοθέτες να τον καλούν συχνότερα σε κωμωδίες. Την Γαλήνη Χατζηπασχάλη χαίρεσαι να την βλέπεις πάνω στη σκηνή, ευχαριστιέσαι την δική της «Τζένη», σε κάνει αβίαστα να γελάς και να λυπάσαι. Είπαμε και παραπάνω, η σκηνή του γάμου είναι από τις πιο ωραίες γνήσια κωμικές σκηνές που έχουμε παρακολουθήσει τα τελευταία χρόνια κι αν ήταν σε ταινία θα μιλούσαμε για σκηνή ανθολογίας. Ο Κώστας Μπερικόπουλος χτίζει έναν ωραίο και πειστικό Μίλτο Κασσανδρή και μαζί με την Χαρούλα Αλεξίου, την δολοπλόκα και καπάτσα σύζυγο του-τι ωραία βλέμματα αλαζονείας ρίχνει η Αλεξίου ως Ντιάνα Σασσανδρή και τι απόλαυση να την βλέπουμε στο θέατρο, να παίζει, να τσαλακώνεται, να πλάθεται σε ζωντανό χρόνο- φτιάχνουν ένα κωμικό ντουέτο που σαν να ξεπήδησε από τα αυθεντικά καρέ του ελληνικού κινηματογράφου. Δοκιμασμένη βέβαια, η χημεία τους από τον τηλεοπτικό «Μαέστρο» αλλά εδώ βρίσκονται στην απαιτητική συνθήκη της κωμωδίας, και μάλιστα θεατρικής.

Καταπληκτική η ιδέα του Καραθάνου να χτίσει ο Άγγελος Παπαδημητρίου από το μηδέν την φιγούρα της Ματίνας Σκούταρη, την οποία και μπόλιασε ο ηθοποιός με πινελιές χιούμορ και μετρημένη κινησιολογία που πάει το μυαλό σε παλιές γυναίκες που κρατούσαν τα σπίτια όρθια. Είναι μια δυνατή γυναίκα που πείθει ότι μεγάλωσε την Τζένη όταν ορφάνεψε από μάνα. Μαγική η σκηνή του τραγουδιού-αναφέρθηκε παραπάνω. Η δε Ζέτα Μακρυπούλια έχει την κοψιά της Finos Film και είναι τόσο ταιριαστή σε όλα, στο ρόλο της Υβόννης Καρίπα, στο σκηνικό, εν τέλει στην παράσταση. Σπαρταριστή και αστεία στον ρόλο της μητέρας της, η Ιωάννα Μαυρέα. Με άνεση ο Γιάννης Κότσιφας αναπαρέστησε τον παπά-καρτούν και τους άλλους ρόλους του, ικανοί και οι υπόλοιποι του καστ Αλέξανδρος Σκουρλέτης, η Ιωάννα Μπιτούνη, και ο Θάνος Μαγκλάρας.

Για το τέλος, άφησα τον Νίκο Καραθάνο ο οποίος επέλεξε για τον δικό του ρόλο, του Κοσμά Σκούταρη, έναν τόνο δραματικό που δεν κινήθηκε στα κωμικά μονοπάτια όπως οι υπόλοιποι κι έχει ενδιαφέρον πώς επανασυστήνει με νέα ματιά και οπτική τον χαρακτήρα του Παπαγιαννόπουλου, επηρεάζοντας τελικά το αίσθημα που μας αφήνει συνολικά αυτή η παράσταση η οποία μας θυμίζει ότι η επιστροφή σε αυτές τις ταινίες είναι πάντα ανάσα βαθιά, ένα μαλακό μαξιλάρι για να γείρουμε πάνω του και να αποκοιμηθούμε αφού έχουμε γελάσει ή και μελαγχολήσει. Δε ‘πα να καταρρέουν τα πάντα γύρω μας το ελληνικό σινεμά είναι βράχος σταθερότητας, μια ξέρα όπου ξαποσταίνουμε αφού έχουμε πελαγο… δρομήσει. Και το «Τζένη Τζένη» του Νίκου Καραθάνου το πιο αγνό και ευγενές love letter στον ελληνικό κινηματογράφο που είδαμε εδώ και καιρό.
Tips

Στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά έως τις 31 Μάϊου.
