Τιάγκο Ροντρίγκες: Ένας ρομαντικός storyteller που κάνει ενδιαφέρον το ευρωπαΐκό θέατρο
Aφού ολοκληρώθηκε το άτυπο τρίπτυχο του Τιάγκο Ροντρίγκες πάνω στη θεματική της οικογένειας με τις παραστάσεις «Ο χορός των εραστών», «Η απόσταση» και «By heart» μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι ο Πορτογάλος σκηνοθέτης κάνει λιτά αριστουργήματα με αγάπη, και για την αγάπη
Περιεχόμενα
Να ξεκινήσουμε ανάποδα, από το τέλος, από το συμπέρασμα που δεν είναι άλλο από την παραδοχή ότι ο Πορτογάλος Τιάγκο Ροντρίγκες κάνει ενδιαφέρον το ευρωπαΐκό θέατρο, και μάλιστα με τον πιο απλό τρόπο: χωρίς πλούσια σκηνικά και εντυπωσιακά κοστούμια, χωρίς πολλούς ηθοποιούς στη σκηνή, χωρίς φιοριτούρες και μοντερνιές πολλαπλών αναγνώσεων, και κυρίως, με λιτά κείμενα, γεμάτα ουσία, νόημα και «ανθρωπινότητα». Ο Τιάγκο Ροντρίγκες, σκηνοθέτης, συγγραφέας και καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ της Αβινιόν, είναι ένας ρομαντικός παραμυθάς του σύγχρονου θεάτρου με έργα που μας αφορούν -τι πιο πρωταρχικό από τις ανθρώπινες σχέσεις- και ναι, μπορούμε πλέον να ισχυριζόμαστε ότι τον γνωρίζουμε καλά ως καλλιτέχνη αφού η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση έχει παρουσιάσει αρκετές παραγωγές του.
Κι αν μείνουμε μόνο, για οικονομία χώρου, στις φετινές αυτές είναι τρεις: «Ο χορός των εραστών», «Η απόσταση» και «By heart», με τις δύο τελευταίες να αποτελούν ένα δίπτυχο που απολαύσαμε μόλις τις προηγούμενες ημέρες. Και οι τρεις παραστάσεις όμως, μαζί, συνθέτουν ένα άτυπο τρίπτυχο που αγγίζει την θεματική της οικογένειας εντασσόμενες στην καρδιά του φετινού προγραμματισμού της Στέγης πάνω στην έννοια των οικογενειακών δεσμών. Ενώ καθόλου εκτός της συνολικής συλλογιστικής του πάνω στην ανθρωπότητα είναι και οι προηγούμενες δουλειές του που είδαμε, «Η Καταρίνα και η ομορφιά να σκοτώνεις φασίστες» και «Hecuba, not Hecuba».

Αξέχαστος «Χορός των εραστών»
Βασικά ο «Χορός των εραστών» μπαίνει με… λαθροχειρία στο κείμενο, αφού είναι περσινή μεγάλη επιτυχία, που επαναλήφθηκε φέτος. Παραμένει όμως, τουλάχιστον για εμένα προσωπικά, από τις πιο δυνατές θεατρικές εμπειρίες των τελευταίων ετών. Ο Νίκος Καραθάνος και η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου πρωταγωνίστησαν σε ένα ευφυές έργο που χτίστηκε πάνω στον πυρήνα των ανθρώπινων σχέσεων- την ανάγκη να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε- ένα έργο απολύτως ειλικρινές, τρυφερό, τόσο μα τόσο οικείο που κατέληγε σπαρακτικά προσωπικό, με απίστευτο ρυθμό και ακριβή σκηνοθεσία, ένα έργο που δεν τελείωνε με το χειροκρότημα και το κλείσιμο της κουίντας, αλλά τρύπωνε μέσα σου για μέρες, ίσως και λίγο παραπάνω. Αυτή η απλή φρασούλα που επαναλαμβανόταν σε λούπα «έχουμε χρόνο», με τις φωνές του Καραθάνου και της Τριανταφυλλίδου να ηχούν σαν μία, πώς μας διαπερνούσε όσο προχωρούσε η παράσταση, μια υπενθύμιση ότι ο χρόνος μας προσπερνά σαν την άμμο που γλιστράει από το χέρι μας, με αυτή την αίσθηση ότι κάποτε την πιάσαμε αλλά μας ξέφυγε χωρίς να το καταλάβουμε. Για αυτό ας ζήσουμε, στο εδώ και τώρα. Όσο προλαβαίνουμε να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε.

Τόσο κοντά, αλλά τόσο μακριά
Μια δυαδική σχέση, αυτή τη φορά πατέρα-κόρης, είναι ο πυρήνας και του έργου «Η απόσταση», η πιο πρόσφατη δουλειά του Πορτογάλου που έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο Φεστιβάλ της Αβινιόν, και εμείς είδαμε την προηγούμενη εβδομάδα στη Στέγη. Πάνω στην ιδέα ότι ένας πατέρας και μια κόρη κατοικούν σε διαφορετικούς πλανήτες εν έτει 2077, ο Ροντρίγκες μιλάει για την απόσταση των σχέσεων μέσα σε έναν κόσμο που καταρρέει, εκπίπτουν οι αξίες, καταστρέφεται το περιβάλλον, η αντίστροφη μέτρηση της ανθρωπότητας έχει αρχίσει. Ίσως η ελπίδα να βρίσκεται κάπου αλλού στο σύμπαν-αλλά και πώς καταλλήγεις εκεί; με τι κριτήρια μπαίνεις στην κάστα των λίγων και εκλεκτών; Κι εκτός Γης, πάλι οι έχοντες τον πλούτο απολαμβάνουν τα προνόμια της ευκαιρίας για μια άλλη ζωή; Υπάρχει πραγματική ισότητα κάπου στο σύμπαν;
Ο πατέρας, (τι ωραίος ηθοποιός ο Adama Diop) γιατρός, προσγειωμένος και πρακτικός, εμποτισμένος με τις ανθρωπιστικές αξίες του διαφωτισμού και πίστη στον άνθρωπο κόντρα στις ημέρες και τα έργα του. Η κόρη (Alison Dechamps), τολμηρή και μάλλον ονειροπόλα με το ίδιον της νεότητας να είναι το μεγαλύτερο προσόν, προσφέρει τον εαυτό της σε ένα πείραμα 225 χιλιόμετρα μακριά στον Άρη, υπόκειται σε ένα πρωτόκολλο λήθης που θα την κάνει σιγά σιγά να ξεχάσει τη ζωή της στη Γη και να ανακαλύψει ένα άλλο (;) μέλλον στον Κόκκινο Πλανήτη, εκεί όπου μεταφέρονται οι Επιλήσμονες, όσοι θέλουν να ξεχάσουν την μέχρι τώρα πορεία της ανθρωπότητας που δεν έμαθε από τα λάθη και την ιστορία της. Σαν να ήρθε η ώρα να δώσουμε λογαριασμό στη φύση αλλά και στον εαυτό μας…
Δύο γενιές καταρχάς σε σύγκρουση, δύο διαφορετικές κοσμοαντιλήψεις που πασχίζουν να συναντηθούν, αλλά μόνο σε κοινές θύμησες το καταφέρνουν, ένας πατέρας και μια κόρη οι οποίοι επικοινωνούν με γράμματα, όπου μοιράζονται τις κοινές τους μνήμες μέχρι να σβηστούν από το μυαλό της κόρης εντελώς. Ο πατέρας φοβάται ότι θα τον ξεχάσει, αγωνιά ακόμα και για τα μικρά, τις γήινες καθημερινές απολαύσεις όπως το λάδι («μα δεν έχει ελαιόλαδο στον πλανήτη Άρη», της λέει), θυμίζοντας μας ότι οι άνθρωποι είμαστε φτιγμένοι από χώμα και νερό, τρώμε, πίνουμε, ζούμε και αγαπάμε τη μουσική, όπως το τραγούδι που ακούγεται στην παράσταση, το «Sonhos» του Caetano Veloso, υπέροχα μελαγχολικό, που μοιάζει να εκμηδενίζει για λίγο την μεγάλη χιλιομετρική απόσταση μεταξύ τους και να δημιουργεί στιγμές εγγύτητας πιο αληθινές ακόμα και από όταν πατέρας και κόρη βρίσκονταν στον ίδιο πλανήτη, ίσως και στο ίδιο δωμάτιο. Έστω για λίγο, τόσο μακριά αλλά τόσο κοντά…

Η KGB, τα καθάρματα και τα Σονέτα του Σέξπιρ
Κι αν στο «By heart» η σκηνή προΰποθέτει την παρουσία περισσότερων ανθρώπων, όχι όμως ηθοποιών αλλά δέκα εθελοντών από το κοινό που καθοδηγούνται από τον ίδιο τον σκηνοθέτη σε μια προσπάθεια να αποστηθίσουν ένα σονέτο του Σέξπιρ σε ζωντανό χρόνο, πάλι μια δυαδική σχέση υποκινεί και καθορίζει την ιδέα, το στήσιμο και την εξέλιξη της πολύ πρωτότυπης αυτής παράστασης, που κρύβει την τρυφερή χειρονομία ενός εγγονιού (του Ροντρίγκες) προς την γιαγιά του, μεταμφισμένη σε ένα έξυπνο, χιουμοριστικό και συγκινητικό παιχνίδι στη σκηνή.
Το «By heart» είχε παρουσιαστεί στη Στέγη πριν από δέκα χρόνια και τώρα του δόθηκε, και δικαίως, ένας δεύτερος κύκλος ζωής για δύο μέρες. Την ιδέα είχε εμπνευστεί ο Ροντρίγκες όταν η γιαγιά του άρχισε να χάνει την όραση της και του ζήτησε να της διαλέξει ένα βιβλίο για να αποστηθίσει, να το μάθει απέξω, by heart, κι εκείνος διάλεξε ένα σονέτο του Σέξπιρ. Αυτή η προσωπική εμπειρία του έδωσε το έναυσμα να διερευνήσει τη μνήμη ως μέσον αντίστασης όχι μόνο στην λησμονιά αλλά και σε πράξεις ολοκληρωτισμού- «Όταν δέκα άνθρωποι αποστηθίσουν ένα ποίημα, δεν υπάρχει πια τίποτα που μπορεί να κάνει η KGB, η CIA ή η Γκεστάπο. Το ποίημα θα επιβιώσει» είχε πει ο Τζορτζ Στάινερ και ο Ροντρίγκες ανακαλεί καίρια τη συγκλονιστική αυτή φράση. Κάνει αναφορές και σε άλλες προσωπικότητες του πνεύματος, που προφανώς θαυμάζει, όπως ο Σκοτ Φιτζέραλντ, ο Μπορίς Πάστερνακ, ο Ρώσος ποιητής Όσιπ Μαντελστάμ αλλά και, καθόλου τυχαία, το βιβλίο «Φαρενάιτ 451» του Ρέι Μπράντμπερι με τίτλο που υποδεικνύει στους πόσους βαθμούς καίγεται ένα βιβλίο…
Σε μια εποχή όπου όλοι μιλάμε για το πόσο δύσκολο είναι πια να θυμόμαστε τις τρέχουσες υποχρεώσεις μας γιατί είμαστε «καμένοι», σε μια εποχή όπου η ικανότητα της μνήμης αναλώνεται σε ένα σωρό άχρηστες πληροφορίες και όπου η διάσπαση προσοχής είναι τόσο καθολική ώστε να έχει γίνει ξαφνικά χαρκτηριστικό του dna του ανθρώπινου είδους, ο Τιάγκο Ροντρίγκες καλεί δέκα θεατές στη σκηνή για να αποστηθίσουν τους πρώτους δεκατέσσερις στίχους από το Σονάτο 30 του Σέξπιρ που τους διδάσκει ο ίδιος στα ελληνικά, και πίσω από αυτή την διαδικασία που καταλήγει στην πορεία πολλές φορές διασκεδαστική, υπάρχει η ιδέα ότι οι λέξεις που επιλέγουμε, άρα και οι σκέψεις, ορίζουν τον πολιτισμό και την ταυτότητα της ύπαρξης μας. Κι αυτό είναι ό,τι πιο συγκινητικό και βαθιά ρομαντικό ακούσαμε εδώ και πολύ καιρό. Όμορφο σαν τους πρώτους δεκατέσσερις σεξπιρικούς στίχους που αντηχούν ξανά και ξανά στην παράσταση «By heart»:
Όταν μες στα συνέδρια της σιωπηλής μου σκέψης
Γλυκά καλώ τις μνήμες μου πραγμάτων περασμένων
Κηδεύω τον χαμό πολλών που ήδη έχω κηδέψει
Θρήνο παλιό εκ νέου θρηνώ, χρόνο ακριβό χαμένο
Κλαίνε τους φίλους τη νυχτιά του αχρονολόγητου Άδη
Θρήνων διαγραμμένα χρέη θυμούνται και θρηνούν,
Πενθούνε την απώλεια μορφών μες το σκοτάδι.
Έτσι μπορώ να λυπηθώ με λύπες που ΄χουν λιώσει,
Θρήνο στον θρήνο κλαίω βαρύ τα θλιβερά μου αθροίζω
Ποσά του πενθημένου πένθους που ήδη έχω πληρώσει
Λες και δεν πλήρωσα ποτέ, ξανά τα υπολογίζω.
Μα αν σε σκεφτώ, φίλε ακριβέ, σε μια μόνο στιγμή
Οι απώλειες θα ανακτηθούν κι η λύπη θα χαθεί.
Σονέτο 30, Σέξπιρ.
