H «Τελευταία Έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ» κέρδισε το μεγάλο στοίχημα
Περιεχόμενα
«Η Τελευταία Έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ» του Στίβεν Κινγκ που είδαμε στο σινεμά το 1994 σε σκηνοθεσία του Φρανκ Ντάραμποντ δεν είναι ένα ακόμα δράμα φυλακών, είναι κυρίως ένας ύμνος στην ελπίδα, τη φιλία και το ανυπότακτο πνεύμα της ελευθερίας. Το ανατρεπτικό της φινάλε, δεν είναι απλά ένα λυτρωτικό χάπι εντ, αλλά ένα τέλος που ταιριάζει απολύτως στον ήρωα, τον Άντι Ντουφρέιν, ο οποίος επιμένει να διατηρεί την ανθρωπιά του και το δικαίωμα στο όνειρο, κόντρα στις πιο αντίξοοες συνθήκες, αυτές που συνθλίβουν κάθε ίχνος αξιοπρέπειας και ανθρωπιάς. Ο Άντι Ντουφρέιν είναι ο νέoς τρόφιμος στο σωφρονιστικό ίδρυμα του Σόουσανκ («Rita Hayworth and the the Shawshank Redemption» ο αρχικός τίτλος της νουβέλας»), ένας τραπεζικός υπάλληλος με υψηλές ευθύνες που καταδικάστηκε σε ισόβια για την δολοφονία της γυναίκας του και του εραστή της, έγκλημα το οποίο αρνείται ότι έχει διαπράξει. Κανείς δεν περιμένει ότι θα βγει ζωντανός από τη βία της φυλακής, σωματικής και ψυχικής. Ο μόνος τρόπος να γλιτώσει από τον εφιάλτη, όχι μόνο του εγκλεισμού αλλά και της σωματικής κακοποίησης από τους άλλους κρατούμενους, είναι να διατηρήσει την ελπίδα ότι μια μέρα θα είναι ξανά ελεύθερος. Από τα μαρτύρια του δίνεται μια διέξοδος όταν βοηθά έναν δεσμοφύλακα να γλιτώσει τον φόρο κληρονομιάς και ο διεφθαρμένος διευθυντής των φυλακών αξιοποιεί τις λογιστικές του ικανότητες για διάφορες κομπίνες για υπεξαίρεση χρημάτων.
Το μεγάλο στοίχημα
Η τάση της μεταφοράς ταινιών στο θέατρο τα τελευταία χρόνια έχει γίνει ακόμα πιο έντονη. Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα έχει πάντοτε ενδιαφέρον το πώς θα επιλέξει ένας σκηνοθέτης να αφηγηθεί στη θεατρική συνθήκη μια ιστορία που έρχεται από τον χώρο του κινηματογράφου, έχει οπτικοποιηθεί με πολύ συγκεκριμένο τρόπο, και ειδικά όταν έχει και την φόρα της επιτυχίας. Όσο πιο αγαπητή η ταινία, τόσο πιο μεγάλη η πρόκληση. Μια τέτοια περίπτωση είναι η «Τελευταία Έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ» ένα χολιγουντιανό δράμα που πατά στην παράδοση του κλασικού αμερικάνικου σινεμά και διατηρεί την δημοφιλία του εδώ και τριάντα χρόνια. Για αυτό και μιλάμε καταχρηστικά για μεταφορά ταινίας στο θέατρο κι όχι μεταφορά βιβλίου, για την ακρίβεια νουβέλας.

Η παράσταση
Είναι η πρώτη φορά που το έργο παρουσιάζεται στην ελληνική θεατρική σκηνή. Αξιοποιώντας τη διασκευή των Βρετανών Όουεν Ο’ Νιλ και Ντέιβ Τζόουνς το καλλιτεχνικό δίδυμο, Δημήτρης και Ορέστης Σταυρόπουλος έστησε την θεατρική μεταφορά πρωτίστως πάνω στις ερμηνείες και στη δύναμη της αφήγησης. Ο ρόλος του αφηγητή και κατάδικου Ρεντ, τον οποίο υποδύεται ο Δημήτρης Παπανικολάου είναι κομβικός στην εναλλαγή των σκηνών, που γίνεται και με έναν κινηματογραφικό τρόπο με τις σκηνές να εναλλάσσονται σαν σεκάνς που διαδέχεται η μία την άλλη. Σύμμαχος στη γενικά λιτή σκηνοθεσία που αναδεικνύει την δύναμη της ιστορίας και εμπιστεύεται τις εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών είναι το απλό σκηνικό της Εύας Μανιδάκη με τα σκούρα υψωμένα τείχη χωρίς πολλές πολλές λεπτομέρειες ώστε να αλλάζουν με φυσικότητα στο ίδιο σκηνικό οι επιμέρους χώροι δράσεων, ένα μεγάλο κουτί που ανοίγει στο κέντρο του για το κελί του Άντι Ντουφρέιν. Ωραία η επιλογή του Νίκου Βλασσόπουλου να φωτίσει με πιο ζεστά χρώματα το κελί – κάπως παρηγορητική απέναντι στο ζοφερό περιβάλλον και σαν μια μικρή ένδειξη ότι εκεί, στα λίγα τετραγωνικά, ζει και βασιλεύει η ελπίδα και η ανθρωπιά- όπου κυριαρχεί στον τοίχο του βεβαίως, η ομορφιά της Ρίτα Χέιγουορθ. Η μουσική του Τριανταφύλλου είτε υπογραμμίζει την αγωνία είτε λειτουργεί ανακουφιστικά, σαν μικρή ανάσα από το πνιγηρό περιβάλλον, κι όχι τυχαία εδώ η επιλογή της κλασικής μουσικής. Οι Δημήτρης και Ορέστης Σταυρόπουλος σοφά τονίζουν το στοιχείο του ονείρου, ότι ακόμα κι έτσι, ακόμα κι εκεί, ο Άντι Ντουφρέιν μπορεί ακόμα να ονειρεύεται, να κρατάει την ελπίδα ζωντανή, κι αυτός ίσως είναι ο μόνος τρόπος να διατηρήσει την αξιοπρέπεια του, αυτήν που με τόση λύσσα συγκρατούμενοι και δεσμοφύλακες, και τελικά το ίδιο το σωφρονιστικό σύστημα προσπαθούν να εκμηδενίσουν. Οι σκηνοθέτες καταφέρνουν να χτίσουν την αποπνικτική ατμόσφαιρα και το ζόφο των φυλακών, κρατούν καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης έναν καλό ρυθμό, χωρίς να χάνεαι καθόλου η ροή της ιστορίας και κυρίως κερδίζουν το μεγάλο διακύβευμα που τελικά δεν είναι άλλο από το να πείσουν τον θεατή να ξεχάσει για δύο ώρες την δύναμη της εικόνας του σινεμά. Εάν κάποιος δεν έχει δει την ταινία, η παράσταση αυτή είναι μια ωραία ευκαιρία να ανακαλύψει κανείς μια συγκινητική ιστορία για έναν πεισματάρη και ονειροπόλο ήρωα.

Photo: Πάτροκλος Σκαφίδας
Οι ερμηνείες
Ο χαρακτήρας του Άντι Ντουφρέιν «ευτυχεί» στην ερμηνεία του Νίκου Ψαρρά, στον οποίο, αναπόφευκτα, πέφτει το μεγάλο ερμηνευτικό βάρος. Γιατί ο Άντι Ντουφρέιν δεν είναι απλώς ένας χαρακτήρας με ονοματεπώνυμο, είναι ένα σύμβολο υψηλών ιδανικών. Της ελπίδας, του ελεύθερου πνεύματος, της ανθρωπιάς. Ο Ψαρράς τον υποδύεται περίφημα, αναδεικνύει το θάρος και το πείσμα του, είναι πειστικός στις σκηνές των βιασμών από τους συγκρατούμενους του, συγκινητικός όταν «σπάει» και λυγίζει, λαμπερός όταν ελπίζει και δεν το βάζει κάτω, σαφής και θαραλλέος όταν μπαίνει στα παπούτσια ενός ήρωα που παρά τα βασανιστήρια και τον εξευτελισμό καταφέρνει να παραμείνει άνθρωπος. Νίκος Ψαρράς και Δημήτρης Παπανικολάου έχουν την καλή χημεία που απαιτείται ώστε να πείσουν ότι μέρα τη μέρα, μέσα σε ένα ανατριχιαστικό περιβάλλον που δεν σηκώνει καλοσύνες και δεσμούς, σφυρηλατείται μια βαθιά φιλία. Ο Παπανικολάου κάνει μια μετρημένη ερμηνεία που ταιριάζει στην ψυχραιμία και την σοφία του χαρακτήρα που υποδύεται, επικεντρωμένη στην χαραμάδα ανθρωπιάς που ξεπηδά από το πιο αδυσώπητο σκοτάδι. Ο Μάνος Βακούσης είναι απεχθής και όσο στακάτος χρειάζεται ως διεφθαρμένος διευθυντής, ανήθικος, δήθεν ευσεβής, αλλά ασεβής απέναντι στην ανθρώπινη ζωή. Ο Γιάννης Μποσταντζόγλου στον ρόλο του βιβλιοθηκάριου Μπρουκς είναι απολύτως ταιριαστός και συγκινητικός στο τραγικό του τέλος-η δική του ιστορία σνοίγει το πολύ σοβαρό ζήτημα του ιδρυματισμού. Τι να την κάνεις την ελευθερία όταν δεν ξέρεις τι να την κάνεις; Συνολικά είναι πολύ καλή όλη η ομάδα: Νέστορας Κοψιδάς, Γιώργος Ρούφας, Κρις Ραντάνοφ, Αναστάσης Γεωργούλας, Βασίλης Μπεσίρης, Αντώνης Χρήστου, Νίκος Ιατρού.
Highlight: Ο Νίκος Ψαρράς με την ερμηνεία του αναδεικύει γιατί ο Άντι Ντουφρέιν δεν είναι απλώς ένας χαρακτήρας με ονοματεπώνυμο, είναι ένα σύμβολο υψηλών ιδανικών.
Το αναπάντεχο: Οι σκηνές βιασμού θα μπορούσαν να υπονοούνται ή να βρίσκονται στο περιθώριο, έγινε όμως, η γενναία επιλογή να μην κρυφτούν.
Μας έκανε…ΚΛΙΚ. Ο ζεστός φωτισμός του κελιού λειτουργεί κάπως παρηγορητική απέναντι στο ζοφερό περιβάλλον και σαν μια μικρή ένδειξη ότι εκεί, στα λίγα τετραγωνικά, ζει και βασιλεύει η ελπίδα και η ανθρωπιά
Κάνουμε…ταμείο: Οι αδερφοί Σταυρόπουλοι κερδίζουν το μεγάλο στοίχημα να πείσουν τον θεατή να ξεχάσει για δύο ώρες την δύναμη της εικόνας του σινεμά.
Cinema trivia: Ο Στίβεν Κινγκ έχει ζήσει ως συγγραφέας λαμπρές δόξες στο σινεμά. «Η Τελευταία Έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ» παραμένει όμως, η πιο δημοφιλής μεταφορά ιστορίας του στον κινηματογράφο. Θα έβαζα από κοντά και το εφηβικό «Στάσου Πλάι μου» που σκηνοθέτησε ο Ρόμπερτ Ράινερ. Η «Λάμψη» αξίζει μια υψηλή θέση αλλά ήταν ο ίδιος ο Κινγκ που γκρίνιαζε ότι ο Κιούμπρικ έκανε ό,τι ήθελε με το βιβλίο του.
Tips

* Στο Θέατρο Άνεσις. Θα συνεχιστεί και την επόμενη σεζόν.
