«Η Δίκη»: εντυπωσιακή και υπνωτιστική

«Η Δίκη»: εντυπωσιακή και υπνωτιστική

Ο Άρης Μπινιάρης «διαβάζει» τον Κάφκα μέσα από τη μουσική φόρμα σε μια παράσταση υπνωτιστική που θυσιάζει όμως το κείμενο χάριν ενός εντυπωσιακού φορμαλισμού

Η «Δίκη» είναι από τα κατεξοχήν λογοτεχνικά κείμενα που για να διαβαστούν και να ερμηνευτούν, είναι αδύνατον να αποκοπούν από την εποχή τους αλλά και από την πραγματική ζωή του συγγραφέα. Ο Κάφκα έγραψε την ιστορία του Γιόζεφ Κ. το 1914 στις απαρχές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου με τα εθνικοσοσιαλιστικά κινήματα να αρχίζουν τότε να αποκτούν έδαφος προετοιμάζοντας μερικά από τα μεγαλύτερα δεινά που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα ενώ σε όλα τα χρόνια της ζωής του τον ακολουθούσαν τα βαθιά ριζωμένα μέσα του τραύματα μιας δύσκολης παιδικής ηλικίας εξαιτίας του αυταρχικού πατέρα του που τον «προίκισε» με ένα δυσβάσταχτο αίσθημα ενοχής. Ο αριστοτεχνικός συνδυασμός του πνεύματος της εποχής με τα ψυχικά τραύματα οδήγησε στην έμπνευση ενός απελπισμένου κι αδυσώπητα εγκλωβισμένου χαρακτήρα, ήρωα ενός αριστουργήματος της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ο Κάφκα παρέδωσε στην ανθρωπότητα ένα από τα πιο επιδραστικά έργα που προέβλεψε την άνοδο του φασισμού και του ναζισμού. Οι δύσκολες μέρες που περίμεναν τον μισό τότε πλανήτη και διαιωνίστηκαν με άλλες μορφές ολοκληρωτισμού καθ’ όλο τον 20ο αιώνα, ήταν εκεί γραμμένες στις σελίδες αυτού του δύστροπου βιβλίου, που δεν χαρίζεται εύκολα σε θεατρικές μεταφορές. Για να είμαστε πάντως, ακριβείς, δεν πρόσφερε ο ίδιος ο Κάφκα το βιβλίο του στην ανθρωπότητα. Αυτός το προόριζε για την αφάνεια. Είχε δώσει εντολή λίγο πριν πεθάνει στον καλό του φίλο Μαξ Μπροντ να κάψει όλα του τα χειρόγραφα. Ευτυχώς για εμάς ο Μπροντ προέβη στην ασεβή πράξη της παράκουσης της εντολής του νεκρού, τα διέσωσε και τα εξέδωσε.

«Δίκη» εις το διηνεκές…

Να θυμίσουμε την πλοκή. Ο Γιόζεφ Κ. είναι ένας συνηθισμένος και μάλλον αδιάφορος τραπεζοϋπάλληλος. Ξαφνικά ένα πρωινό δύο άγνωστοι εισβάλουν στο σπίτι του, του ανακοινώνουν ότι έχουν εντολή να τον συλλάβουν και να τον οδηγήσουν στον ανακριτή. Το «έγκλημα» του δεν του ανακοινώνεται ποτέ, η μόνη συμβουλή που του παρέχεται είναι να σταματήσει να αντιστέκεται («η ήττα σας είναι η επιλογή σας να πολεμήσετε»). Η περιπέτεια του εξελίσσεται σε εφιάλτη κι όσο ο Γιόζεφ Κ. διατυμπανίζει την αθωότητα του τόσο χάνεται μέσα στον λαβύρινθο του παραλόγου και τίποτα δεν υποδεικνύει ότι μπορεί να φτάσει, ή έστω ότι είναι κοντά, στην έξοδο. Η εξουσία είναι τόσο απόλυτη που μάλλον δεν έχει νόημα το κατηγορητήριο, ούτε καν η ύπαρξη του εξαρχής. Αρκεί που επιλέχθηκε από το Σύστημα. Αυτό ξέρει και έλκεται από την ενοχή.

Η δύναμη της εξουσίας που καταδεικνεύει την αδυναμία του μεμονωμένου ατόμου απέναντί της είναι το ανοιχτό εις το διηνεκές στιβαρό και πρώτο μήνυμα που συνοψίζεται και σε μερικές ακόμα κομβικές έννοιες στην ανάγνωση της «Δίκης»: δικαιοσύνη, παραλογισμός της εξουσίας, γραφειοκρατία, ενοχή. Ειδικά η τελευταία, η ενοχή, είναι μάλλον ο πυρήνας του έργου και οι υπόλοιπες γυρνούν γύρω από αυτήν σαν δορυφόροι, αλλά χωρίς αυτή θα έμεναν μετέωροι. Για αυτό και η «Δίκη» δεν είναι μόνο ένα κοινωνικοπολιτικό έργο, αλλά και βαθιά υπαρξιακό. Το άτομο μόνο του και απέναντι του, όχι απλά όλοι οι άλλοι, αλλά ένα σωρό έννοιες με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα: Κράτος, Κοινωνία, Σύστημα, Θρησκεία, Επιστήμη. Ακόμα και η Τέχνη αφήνει τον Γιόζεφ Κ. αβοήθητο. Όσο τα σαφή όρια των ελευθεριών θα παραμένουν υψηλό διακύβευμα κόντρα σε κάθε προσπάθεια να συρρικνωθούν, να καταστούν σχετικά και εξαρτώμενα, η «Δίκη» του Κάφκα θα παραμένει τρομακτική και αναγκαία υπενθύμιση ότι ο εφιάλτης βρίσκεται πάντα σε απόσταση αναπνοής.

Ελίνα Γιουνανλή

Η παράσταση

Ο Άρης Μπινιάρης έχει διαμορφώσει το προσωπικό του φορμαλιστικό και υψηλής αισθητικής ύφος, με τη μουσική φόρμα στην καρδιά του και όλα τα υπόλοιπα γύρω της ομόκεντροι κύκλοι ενός σκηνοθετικού οράματος που είναι τα τελευταία χρόνια συνεπές στο χαρακτηριστικό του στυλ. Τον ίδιο δρόμο ακολουθεί και στην «Δίκη».

Η έναρξη είναι εντυπωσιακή με τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο ως Γιόζεφ Κ. να περικυκλώνεται από τους υπόλοιπους χαρακτήρες, να ακούγεται η φωνή του απελπισμένη «τι έχω κάνει… σα σκυλί…», ο ρυθμός της μουσικής να συντονίζεται με τους χτύπους της καρδιάς μας, και να περνάει από κάτω, διάχυτο στην πλατεία, το κλειστοφοβικό αίσθημα του έκπληκτου και απεγνωσμένου ήρωα, αυτό που θα τον ακολουθήσει σε όλο το έργο. Η καταιγιστική ρυθμική αρχή που είναι σαν να βλέπεις χορικό με διονυσιακά στοιχεία θα κλείσει τον κύκλο της ακριβώς μιάμιση ώρα αργότερα στο ίδιας λογικής φινάλε, κι αυτή η αισθητική αρμονία είναι που δεν αφήνει τίποτε να ξεφύγει από την στέρεα δομημένη και ολοκληρωμένη σκηνοθετική πρόταση.

Η εξαιρετική μουσική του Τζεφ Βάγγερ δεν είναι συνοδευτική ή υπογραμμιστική είναι αναπόσπαστο στοιχείο της σκηνοθεσίας και για αυτό τόσο καθοριστική, αρωγός στην δυστοπία. Η μουσική φόρμα, άλλωστε, είναι γρανάζι του σκηνοθετικού μηχανισμού του Άρη Μπινιάρη στην απόδοση του κειμένου (την υπογράφει ο ίδιος), ζωτικό μέρος του όλου (συνόλου). Κίνηση – μουσική – λόγος είναι το τριαδικό σχήμα πάνω στο οποίο χτίζεται μια συμπαγής προσέγγιση, εντυπωσιακή και υπνωτιστική, που όμως αδικεί τον λόγο. Είναι στιγμές που ένιωσα ότι θυσιάστηκε το κείμενο στο βωμό ενός φορμαλισμού που πράγματι είναι μαγικός-χωρίς να διολισθαίνει σε εφετζίδική πρόθεση-αλλά δεν αφήνει το κείμενο όχι απλά να αναπνεύσει, σε σημεία ούτε να ακουστεί. Κι αυτό το τελευταίο είναι κυριολεκτικό.

Τα μινιμάλ σκηνικά (επίσης του Άρη Μπινιάρη) με τις αυστηρής γραμμής πολυθρόνες και τα φωτιστικά να κρέμονται πάνω από κάθε μία, όλα απολύτως τακτοποιημένα και γεωμετρικά άψογα, στήνουν ένα ψυχρό περιβάλλον που αναδύει την αίσθηση της απειλής και θυμίζουν αίθουσα αναμονής σε οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία, στην πλέον καλαίσθητη μορφή βέβαια. Οι φωτισμοί (του Στέφανου Δρουσιώτη) κατευθύνουν το βλέμμα, η μουσική το αίσθημα και συντονίζονται με τον ρυθμό μιας συνολικής εμπειρίας. Απολύτως ταιριαστά τα μοντέρνα κοστούμια σε λιτές γραμμές της Ηλένιας Δουλαδίρη, που κάνουν και ωραία αντίστιξη με τις πιτζάμες του ήρωα.

Ελίνα Γιουνανλή

Οι ερμηνείες

Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος έχει χτίσει την ερμηνεία του πάνω στο στοιχείο της έκπληξης («ζω σε μια ευνομούμενη πολιτεία και οι νόμοι υπερασπίζονται τις ελευθερίες του ανθρώπου», αντιτείνει). Αποδίδει πειστικά τον εγκλωβισμό σε έναν εφιάλτη, περνά με ευελιξία στη φάση της παραίσθησης, της παράνοιας, της ενοχής (ζητά συγγνώμη που γίνεται βάρος στη δική του δίκη, σκάβει στην παιδική του ηλικία μήπως καταλάβει τι έκανε λάθος, «Και στο τέλος, από εκεί που δεν υπήρχε απολύτως τίποτα, ξαφνικά ξεφυτρώνει μια μεγαλοπρεπέστατη ενοχή» συνειδητοποιεί κάποια στιγμή ο Γιόζεφ Κ.), της παράδοσης άνευ όρων σε έναν εχθρό που δεν έχει πρόσωπο, και τελικά της κατάρρευσης. Κάνει ξεκάθαρο μέσα από το βλέμμα του τρόμου -στιγμές θυμίζει τρόφιμο ψυχιατρικής κλινικής ή σωφρονιστικού ιδρύματος- ότι ακόμα και τα πιο βαθιά υπαρξιακά μας θέματα ορίζονται σε αλληλεξάρτηση με τον δημόσιο βίο, το Κράτος, την Κοινωνία, τους Θεσμούς και τους Νόμους και είναι αλληλένδετα με την ταυτότητα του πολίτη άρα και με τους μηχανισμούς του συστήματος, ακόμα και με αυτόν της γραφειοκρατίας, που συνθλίβουν το άτομο και την Αλήθεια.

Αξίζουν τα εύσημα σε όλους τους ηθοποιούς: Εβίτα Αγαΐτση, Αλέξη Βιδαλάκη, Αγγελική Δεληθανάση, Θανάση Ισιδώρου, Βασίλη Καζή, Κωνσταντίνο Μαγκλάρα, Κλέαρχο Παπαγεωργίου, Σωτήρη Τσακομίδη και Νικόλα Χατζηβασιλειάδη. Καταθέτουν καλοκουρδισμένες ερμηνείες με αφετηρία τις σωματικές δυνατότητες και την πλαστικότητα του ανθρώπινου σώματος (κίνηση- Χορογραφία: Αλέξανδρος Σταυρόπουλος) σαν μηχανικές φιγούρες, κι αν ήταν απαιτητική σε αυτόν τον τομέα η παράσταση. Δε θα μπορούσαν να κινούνται «κανονικά», δεν εντάσσονται σε ένα «κανονικό κράτος». Δεν τους ξεφεύγουν οι κινήσεις ούτε μια σταλιά, δεν έχουν τίποτα περιττό, κάθε σπασμωδική κίνηση έχει νόημα, κάθε υπερβολή έχει λόγο που υπάρχει. Απαραίτητα και τα γκροτέσκα πρόσωπα, σαν προσωπεία του παραλογισμού. Οι μορφές γύρω από τον Γιόζεφ είναι απειλητικές αλλά είναι και γελοίες, όπως είναι και το παράλογο της ανθρώπινης ύπαρξης. Ρεαλισμός και σουρεαλισμός, παραμορφώσεις και αντανακλάσεις συνυπάρχουν στις κατάλληλες δόσεις, στο ζυγισμένο μέτρο ώστε όλοι οι ηθοποιοί να συντονίζονται άψογα σε μια πολύ συγκεκριμένη και αυστηρή σκηνοθετική γραμμή. Το έντονο στοιχείο του φιληδονισμού ειδικά στις δύο γυναικείες ερμηνείες αναδεικνύει εύστοχα τις σαδομαζοχιστικές τάσεις της εξουσίας. Εν ολίγοις, η πειθαρχημένη και συγχρονισμένη ερμηνεία των ηθοποιών αναδεικνύει τον συλλογικό μηχανισμό εξουσίας που έχει απέναντι του ο Γιόζεφ Κ.

Highlight: Η παράσταση κλείνει όπως άρχισε, με ένα ομαδικό διονυσιακό χορικό που σφίγγει σαν μέγγενη γύρω από τον Γιόζεφ Κ. Η «Δίκη» του Μπινιάρη αναδεικνύει έξοχα τι σημαίνει «καφκικός».
Το αναπάντεχο: Η σκηνή με τους συγγενείς, που φορούν τα γερασμένα, αποκρουστικά και παραμορφωμένα προσωπεία και χορεύουν σαν χτικιά γύρω από τον Γιόζεφ Κ, είναι εξαιρετική.
Μας έκανε…ΚΛΙΚ: Κίτρινα πλαστικά γάντια κουζίνας, μαύρες μεγάλες σακούλες σκουπιδιών, κουβάς και σφουγγαρίστρα, όλα αντικείμενα που χρησιμοποιούνται για την καθαριότητα, στήνουν μια ενδιαφέρουσα σημειολογία ίσως για την ανάγκη «καθαρότητας» των κρατικών μηχανισμών.
Κάνουμε…ταμείο: Το θέατρο του Άρη Μπινιάρη είναι σαν τελετουργία, μαγικό και υπνωτιστικό. Έχει σαφή ταυτότητα που δεν έχει κακοφορμίσει, ακόμη, ως στείρα μανιέρα. Αυτή τη φορά όμως, αφήνει την αίσθηση ότι θυσίασε το κείμενο στον φορμαλισμό.
Cinema trivia: Ο Όρσον Γουέλς έκανε την «Δίκη» (1962) έναν αριστοτεχνικό κινηματογραφικό εφιάλτη με εξπρεσιονιστικά στοιχεία με πρωταγωνιστή τον Άντονι Πέρκινς, την Ρόμι Σνάιντερ, την Ζαν Μορό και τον ίδιο. Σε πιο κλασικές και ακαδημαΐκές σκηνοθετικές γραμμές κινήθηκε ο Ντέιβιντ Χιουζ στην δική του «Δίκη» (1993) με τον Χάρολντ Πίντερ να υπογράφει το σενάριο και πρωταγωνιστές τον Κέλι Μακλάχαν Τζόσεφ Κ. και τον Άντονι Χόπκινς εξαιρετικό στον ρόλοτου ιερέα.

Tips

* Θα συνεχιστεί στο Θέατρο Ark και την επόμενη σεζόν.

Σχετικές καταχωρίσεις

Σχετικά άρθρα