EJEKT Festival | The Cure: Παραδομένοι στο άχρονο
The Cure, Φώτο: Μαρίζα Καψαμπέλη

EJEKT Festival | The Cure: Παραδομένοι στο άχρονο

Δεύτερη μέρα σερί στο ΟΑΚΑ για τους εμβληματικούς The Cure και δύο openers που μας έβαλαν στο κλίμα με τον πιο αυθεντικό τρόπο.

Το φετινό EJEKT προσέφερε ένα χορταστικό 2ήμερο, με την ιέρεια Florence που μας συνεπήρε το βράδυ της 14ης Ιουλίου, και το «γεμάτο» χθεσινό line-up με αποκορύφωμα τους ιστορικούς The Cure και την διάχυτα ειλικρινή ενέργεια την οποία γενναιόδωρα σκόρπισαν στο ποικιλόμορφο κοινό του Telekom Center, και η οποία ελπίζουμε να μείνει μαζί μας έστω λίγο ακόμα. Σε αντίθεση με την πρώτη μέρα του φεστιβάλ, η δεύτερη έδωσε χώρο για ένα πολύωρο pleasure trip με ροκ θεματική, η αφετηρία του οποίου μας βρήκε να «καιγόμαστε» από τις 6 παρέα με τον υποδειγματικά παρών Ματ Μπέρνινγκερ των The National. Ακολούθησε ένα ξεσηκωτικό διάλειμμα με τους Βρετανούς Nothing But Thieves και ο μεγαλειώδης επίλογος των εμβληματικών The Cure, στο άκουσμα των οποίων έρχεται και η συνειδητοποίηση της ατέλειωτης επιδραστικότητάς τους: ό,τι ακολούθησε μουσικά, έχει κάτι δικό τους.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις





Πρόσθεσε το Exodos στη Google

Η θλίψη δεν ήταν ποτέ τόσο όμορφη

Matt Berninger, Φώτο: Μαρίζα Καψαμπέλη

Για τους φαν των The National, ή αλλιώς των «sad dads» της indie-rock, η χθεσινή συναυλιακή μέρα ξεκίνησε από νωρίς και όχι ψύχραιμα, αφού βιαστήκαμε να υποδεχτούμε τον frontman τους, Ματ Μπέρνινγκερ – αν ένας μεσήλικας straight άνδρας μπορούσε να με έχει να λιώνω στους 35 βαθμούς για χάρη του, είναι αυτός. Η φωνή της εναλλακτικής 2000s μπάντας (που ακόμα δεν έχει καταφέρει να έρθει στην Ελλάδα), και ένας από τους κορυφαίους στιχουργούς της γενιάς του, μας υποδέχτηκε υπερστυλάτος και αφιλτράριστος χθες το απόγευμα, σε ένα συναυλιακό highlight με τραγούδια από την σύντομη solo δισκογραφία του: τα παλιότερα τρυφερά «One More Second» και «Distant Axis», αλλά και τα εκρηκτικά κομμάτια του περσινού άλμπουμ «Get Sunk».

Η σταθερά εξομολογητική γραφή του και η ανθρωπινότητά του σωματοποιούνται καθώς τραγουδά το ανέμελο «Bonnet of Pins» και το ματαιωτικό «Frozen Oranges». Χάνεται σε μια σπαρακτική εκτέλεση του «Nowhere Special», με το οποίο νιώθει πως εκτονώνει ακατανόητο θυμό και μας απολογείται γι’ αυτό, μας διαλύει με τα «Slow Show» και «Terrible Love» των National, μας παροτρύνει να πίνουμε νερό και να κάνουμε ναρκωτικά, και μας αποχαιρετά. Κατά τη διάρκεια του σετ του σύρθηκε στα πατώματα, σκαρφάλωσε τα κάγκελα, μας έπιασε τα χέρια και χόρεψε δίπλα μας, αβίαστα και επιτακτικά – όπως ένας σπουδαίος καλλιτέχνης που αποτάσσεται τη σπουδαιότητά του γιατί θέλει να υπάρχει και να πονάει μαζί με τον κόσμο.

Κάπως σέξι indie-rock?

Nothing But Thieves, Φώτο: Μαρίζα Καψαμπέλη

Υποδεχόμαστε τους Βρετανούς indie-rockers, πέντε αγόρια που μοιάζουν ταυτόχρονα nerds και αλήτες, οι οποίοι αρνούνται οποιαδήποτε τέτοιου είδους ταμπέλα – είναι απλά εδώ για να παίξουν. Άλλωστε, η δισκογραφία τους αγγίζει ένα εκτενές φάσμα της ροκ, με εκτελέσεις που θυμίζουν από Τζεφ Μπάκλεϊ μέχρι IDLES. Λίγο πριν τους The Cure, oι Nothing But Thieves μας ξεσήκωσαν με ένα ενδιάμεσο σετ που εξελίχθηκε αναπάντεχα συγκινησιακό. Ξεκινώντας με τα δυναμικά «Amsterdam» και «Is Everybody Going Crazy?», οι αφοσιωμένοι μουσικοί κατέθεσαν μια αισθησιακή εκτέλεση του «You Know Me Too Well», κατά την οποία τα φωνητικά του frontman Κόνορ Μέισον άγγιξαν σούπερ σέξι επίπεδα. Εξίσου ανατριχιαστικά αλλά σε μια απόχρωση πιο νοσταλγική ακολούθησαν τα performance των «If I Get High» και «Pacticles», επισφραγίζοντας το range μιας μπάντας που φέρνει μια αίσθηση ακατέργαστου ρομαντισμού και emo-punk ανησυχίας, συνδυασμός που «φτιάχνει» ένα εγγυημένα ζωντανό live.

Coolness χωρίς τέλος

The Cure, Φώτο: Μαρίζα Καψαμπέλη

Ετοιμαζόμαστε για The Cure. Τεράστιο το πλήθος, τεράστια και η ποικιλία του – διαφορετικά στυλ, όλες οι ηλικίες, οικογένειες, παρέες, μονάδες. Η συγκίνηση κατακλύζει πριν καν τα «φρικιά» βγουν στη σκηνή και εκτονώνεται το λεπτό που ο Ρόμπερτ Σμιθ πατά στη σκηνή, με χαρακτηριστικά μαύρα ρούχα, μαύρο μολύβι στα μάτια και κόκκινο κραγιόν στα χείλη: κλάμα στο θέαμα του ασυμβίβαστου, του άχρονου. Ξεκινώντας με «Pictures of You» και «Just Like Heaven», βυθιστήκαμε στις απαρχές του post-punk με τα «Disintegration», «Plainsong», «Fascination Street», και φυσικά «A Forest» – η ζωντανή εκτέλεση του τελευταίου με έκανε να σκέφτομαι πως αυτό παίζει τελικά να είναι ένα από τα καλύτερα τραγούδια που έχουν γραφτεί ποτέ.

Οι εμβληματικοί Βρετανοί δεν εγκαταλείπουν ποτέ τον ροκ ρομαντισμό τους, ο οποίος μεταδίδεται ακατέργαστα με τα «Lovecats» και «Close to Me». Κυρίως όμως, δεν εγκαταλείπουν την (μουσική) αποστολή τους. Οι The Cure απευθύνονται σε όλους όσους έχουν νιώσει έστω και για λίγο «διαφορετικοί». Επαναπροσδιόρισαν την έννοια του κουλ, δημιούργησαν έναν μεγαλειωδώς ελεύθερο χώρο για τους misfits και, βλέποντας τους ζωντανά, σου υπενθυμίζουν ολοκάθαρα: μείνε μακριά από την τάση, μη σε νοιάζει, δε θα βρεις τίποτα άξιο σημασίας εκεί. Έρχεται το υπερπλήρες encore, φτιαγμένο από πραγματικούς ύμνους όπως «Lullaby» και «Friday I’m In Love», και το φινάλε με «Boys Don’t Cry» (είναι 1979 και ο Σμιθ γελάει με την εύθραυστη αρρενωπότητα / είναι 2026 και ακόμα υποφέρουμε από «αγόρια που δεν κλαίνε»).

Οι The Cure μάς χάρισαν ένα set που κράτησε πάνω από δύο ώρες, το οποίο τελείωσε αφήνοντας μας με την αίσθηση πως διήρκησε μια ολόκληρη μέρα και μια φευγαλέα στιγμή ταυτόχρονα. Έχοντας δίπλα μου μια παρέα εφήβων βγαλμένη από τη νέα γενιά goth (το make-up ήταν έξτρα και άψογο, τα smartphones δεν βγήκαν από τις τσέπες τους), το άχαρο και αποπροσανατολισμένο παιδί μέσα μου ένιωθε δέος που μοιραζόταν την εμπειρία μαζί τους. Ήταν τα πιο αληθινά κουλ παιδιά. Κι αν πόνεσα λιγάκι που δεν κατάφερα μικρή να είμαι ένα από αυτά, άλλο τόσο αγαλλίασα στην σκέψη πως το πραγματικά αυθεντικό (η φιλοσοφία των The Cure, η φωνή του Ρόμπερτ Σμιθ) θα επιβιώνει πάντα, διαχρονικά και αναλλοίωτα, κουβαλώντας την υπόσχεση πως θα σε επαναφέρει στο κέντρο σου κάθε φορά που παρασέρνεσαι από την «φασαρία».

Σχετικές καταχωρίσεις

Σχετικά άρθρα