Το σκοτάδι των The Cure θα αντανακλά για πάντα φως
Η κορυφαίοι των 80s έρχονται στην Αθήνα για χάρη του EJEKT Festival κι εμείς θυμόμαστε γιατί καμιά ταμπέλα δεν κατάφερε να τους φορεθεί.
Περιεχόμενα
Το να γράφεις σε δημοσιογραφικά πλαίσια για κάτι που προσωπικά αγαπάς είναι πάντα πρόκληση, αφού καλείσαι να τσεκάρεις συνεχώς πως οι υπερβολές αποφεύγονται και πως μια απαραίτητη απόσταση, μια αμεροληψία, διατηρείται. Αυτά σκεφτόμουν ξεκινώντας το παρόν κείμενο και σύντομα ανακουφίστηκα, συνειδητοποιώντας πως η υποκειμενική μου άποψη για το εν προκειμένω θέμα-υποκείμενο δεν αποκλίνει από τα αντικειμενικά γεγονότα: οι The Cure είναι μια από τις καλύτερες μπάντες στην ιστορία της μουσικής. Και έρχονται στο ΟΑΚΑ (Telekom Center Athens) στις 15 Ιουλίου, στα πλαίσια του EJEKT Festival. Προφανώς, πρόκειται για ένα λάιβ που δεν χάνεται με ευκολία, και αυτό ισχύει ανεξάρτητα από το εάν έχεις ξαναδεί ζωντανά τους «γκοθάδες» Βρετανούς.

Πέρα από την ιστορική σημασία της κάθε συναυλίας τους, οι The Cure εγγυώνται εδώ και δεκαετίες εκστατική ενέργεια που ξεπερνά τα μουσικά όρια, ενώ η ερχόμενη αθηναϊκή τους συμπεριλαμβάνει και ένα πραγματικά ενδιαφέρον line-up, με τους Ματ Μπέρνινγκερ των The National και τους Nothing But Thieves. Καθώς ετοιμαζόμαστε, λοιπόν, για μια μεγαλειώδη μουσική βραδιά με τον Ρόμπερτ Σμιθ in the flesh στη σκηνή του ΟΑΚΑ – ανατριχιαστικό από μόνο του, «ξεφυλλίζουμε» τη δισκογραφία της μπάντας που αποφεύγει τις ταμπέλες, παρ’ ότι έκανε περισσότερα για την post-punk από οποιοδήποτε άλλο σχήμα της γενιάς της. Θυμόμαστε, λοιπόν, μέσα από 5 διαχρονικά και ενδεικτικά κομμάτια, πως οι The Cure δεν αντιλαμβάνονται περιορισμούς, μόνο ανοιχτότητα – και γι’ αυτό η μουσική τους μας αγγίζει τόσο σταθερά και τόσο ουσιαστικά.
1. 10:15 Saturday Night («Three Imaginary Boys», 1979)
2. A Forest («Seventeen Seconds», 1980)
Οι The Cure δεν αντιστέκονται στην κατηγοριοποίηση αποκλειστικά μέσω των τραγουδιών τους, παρ’ ότι η δισκογραφία τους είναι σπουδαία και ποικιλόμορφη – από καθαρό rock και πρωτόγονο post-punk μέχρι χορευτικά pop hits και γκόσπελ ύμνους. Περισσότερο συγκινεί ο τρόπος με τον οποίο κάνουν μουσική, δηλαδή το εξής παράδοξο: η ποικιλία των ειδών με τα οποία πειραματίζονται δεν αποσκοπεί στην ικανοποίηση ενός όσο το δυνατόν ευρύτερου μουσικού κοινού, αλλά προκύπτει λόγω της αδιαφορίας τους απέναντι σε αυτήν. Τα κάνουν όλα όχι για να αρέσουν σε όλους. Τα κάνουν όλα γιατί μπορούν, γιατί ποτέ δεν τους ενδιέφερε να αρέσουν σε όλους – μάλλον γιατί ήξεραν πως έτσι κι αλλιώς αυτός δεν είναι ποτέ ένας ρεαλιστικός στόχος, και αυτή η συνειδητοποίηση είναι η αφετηρία της απόλυτης ελευθερίας.
3. One Hundred Years («Pornography», 1982)
Οι ασυμβίβαστοι Βρετανοί έπαιζαν και παίζουν για την πάρτη τους (complimentary). Και αυτό ήταν πάντα το πιο γοητευτικό στοιχείο τους, το οποίο σε δελεάζει όσον αφορά τη μουσική-γέννημά του, και σε εμπνέει σε επίπεδα πολύ πιο υπαρξιακά – εκτός αν είσαι κομπλεξικός. Ακούγοντας The Cure στο σχολείο (συγκεκριμένα το 8ο άλμπουμ τους «Disintegration» και ακόμα πιο συγκεκριμένα το δεύτερο μισό του), αναρωτιόμουν από πού κι ως πού με κατακλύζει τόση ευφορία. Αφού το νιώθω πως αυτό που ακούω έχει βουτηχτεί στο σκοτάδι. Μεγαλώνοντας (κι εγώ κι εκείνοι), κατάλαβα πως περισσότερο από «θλίψη», τα τραγούδια τους εκπέμπουν μια ειλικρίνεια τόσο καθαρή που καταλήγει να ταυτίζεται με αισιοδοξία (ό,τι κι αν κάνεις, καν’ το με την καρδιά σου – και άλλα κλισέ). Και αυτό σημαίνουν για πολλούς. Ένα «σκοτεινό» φως.
4. Just Like Heaven («Kiss Me, Kiss Me, Kiss Me», 1987)
5. Drone:Nodrone («Songs of a Lost World», 2024)

