EJEKT Festival | Florence and the Machine: Τι σημαίνει στ’ αλήθεια «παρουσία»;

EJEKT Festival | Florence and the Machine: Τι σημαίνει στ’ αλήθεια «παρουσία»;

Η έναρξη του φετινού EJEKT μάς βρήκε να ανατριχιάζουμε για άλλη μια φορά στο μυθικό performance της μοναδικής Βρετανίδας.

Οι Florence and the Machine έχουν έρθει πολλές φορές στην Αθήνα. Πρόκειται για μια μπάντα που έχει χτίσει μια σταθερή σχέση με το κοινό της εν γένει, και ειδικότερα με το αθηναϊκό – η ίδια η frontwoman συνδέεται βαθιά με την Ελλάδα, συγκεκριμένα με την ελληνική μυθολογία, η οποία ανέκαθεν επηρέαζε την κοσμοθεωρία και κατ’ επέκτασιν τη στιχουργία της. Το χθεσινό live του βρετανικού σχήματος στα πλαίσια του EJEKT Festival, επιβεβαίωσε γιατί επιστρέφουμε ξανά και ξανά με μια ακόρεστη επιθυμία να «υπακούσουμε» στα τραγούδια-ξόρκια της μοναδικής Φλόρενς Γουέλς, η οποία στάθηκε μπροστά μας με την χαρακτηριστική απόκοσμη αύρα της αλλά και με μια πρωτοφανή ευγνωμοσύνη.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις





Πρόσθεσε το Exodos στη Google

Suede γεύση βανίλια

Δεν κρύβω πως παρόλα τα high του φετινού συναυλιακού καλοκαιριού, οι απανωτές καυτές μέρες των τελευταίων τριών εβδομάδων που έχω περάσει ορθοστασία κάτω από κάποιο μεγάλο stage, έχουν επιφέρει μια κάποια κούραση. Το live των Florence ήταν εξαρχής από τα προσωπικά άχαστα, ωστόσο, σε μια απόπειρα αυτοσυντήρησης, κατευθύνθηκα χθες προς το ΟΑΚΑ σχετικά αργά, συμφιλιωμένη με τις μειωμένες αντοχές μου και υπολογίζοντας να προλάβω έστω τους Suede. Έτσι κι έγινε. Οι εναλλακτικοί Βρετανοί brit-popers έφεραν στο EJEKT του 2026 αέρα 90ίλας, με όλη τη σημασία της έννοιας: υπερβολικό πάθος για τον όχι-και-τόσο deep στίχο τους, καλτ σκοτεινά γραφικά και μια ενέργεια που δυστυχώς δεν βρήκε ανταπόκριση, με τον frontman να επιμένει να μάς ζητάει να του τραγουδήσουμε ρεφρέν τα οποία δεν γνωρίζαμε – και σχεδόν θέλαμε να του ζητήσουμε συγγνώμη. Ενδιαφέρουσα επιλογή opener, που όμως αποφάνθηκε κάπως άκυρη, αφού μάλλον το κοινό των Florence and the Machine δεν ταυτίζεται με αυτό των Suede. Δε σημαίνει ότι δεν μπορέσαμε να απολαύσουμε το performance τους, αλλά ήταν σίγουρα χλιαρό σε σχέση με αυτό που περιμέναμε, και με αυτό που ακολούθησε.

Όλα αλλάζουν κι όλα ίδια μένουν

Ακολούθησε το σετ της Φλόρενς, ένα λάιβ με ψυχή και αλλιώτικη ενέργεια. Η Βρετανίδα επανήλθε την περασμένη χρονιά μετά από ένα σοβαρό επεισόδιο υγείας, μια αποβολή εξωμήτριας εγκυμοσύνης, με το 6ο και πιο προσωπικό της άλμπουμ «Everybody Scream» – έναν «δωδεκάλογο» στον οποίο διερευνά την εγγύτητα της ζωής με τον θάνατο, την κατάσταση του να υπάρχεις σε ένα γυναικείο σώμα, να φιλοδοξείς και να ματαιώνεσαι, να ερωτεύεσαι και να αδειάζεις, να επιβιώνεις, να πιστεύεις. Ξεκινώντας το σετ με το ομότιτλο τραγούδι της νέας εξομολογητικής δουλειάς της, έγινε αισθητό πως η Φλόρενς στεκόταν διαφορετικά στα πόδια της και απέναντί μας – η εμπειρία της την «έλουσε» με μια νέα συνειδητότητα, με μια πλήρη απενοχοποίηση. Το νιώσαμε εντονότερα στην καθηλωτική εκτέλεση του «One of the Greats» και στο απόλυτα ταιριαστό στη μυθολογία της «Sympathy Magic».

Όσο μεγαλώνει η δισκογραφία ενός καλλιτέχνη, τόσο επηρεάζονται τα set list τους. Έτσι, το χθεσινό live των Florence and the Machine κατάφερε να χωρέσει επιτυχίες της μπάντας, από το «Shake it Out», μέχρι το «Rabbit Hole» και το «Never Let Me Go», αλλά θυσίασε και αγαπημένα κομμάτια, όπως το «Ship to Wreck» και το «No Light, No Light», και το τελετουργικό «Big God». Κράτησε ευτυχώς το powerhouse «What Kind of Man» και το συγκλονιστικά προφητικό «King» («I never knew my killer / would be coming from within»). Κι εμείς κρατήσαμε, όπως πάντα, την ασυνήθιστη ταπεινότητα μιας καλλιτέχνιδας που δεν θεωρεί καθόλου δεδομένη, όχι μόνο την παρουσία της στην σκηνή, αλλά και στον κόσμο.

Όσοι πιστοί (και μη) προσέλθετε

Όπως προανέφερα, φέτος, έχω καταλήξει σε πολλές συναυλίες, σε κάποιες μόνη και σε άλλες με παρέα. Συζητώντας για τα καλοκαιρινά live μέχρι τώρα, υπήρχαν πολλοί δικοί μου που ήταν αβέβαιοι ως προς το αν τελικά θα κλείσουν εισιτήριο ή όχι, τείνοντας συχνότερα προς το όχι. Τελικά, ήταν το όνομα της Florence που έφερε ένα ομόφωνο «ναι» και με ένωσε με πολλά αγαπημένα μου άτομα. Κάποιοι την είχαμε ξαναδεί, είτε μαζί είτε χώρια, άλλοι ήρθαν για πρώτη φορά με μια αίσθηση «επιτέλους!», και άλλοι ήρθαν για την εμπειρία, χωρίς ιδιαίτερη κάψα. Κατά τη διάρκεια του μυσταγωγικού live, πείστηκα εκ νέου για μια αλήθεια που προσπαθούσα από καιρό να εξηγήσω και δεν κατάφερνα ποτέ κάτι καλύτερο από μια εκτενέστερη εκδοχή του «you had to be there». Προσπαθώ ξανά: ανεξάρτητα από το αν και πόσο αγαπάς την μουσική τους, οι Florence and the Machine περνάνε «κάτω από το δέρμα σου» – αγγίζουν συλλογικά το κοινό σαν ρεύμα. Είναι δύσκολο για ένα σώμα να μην ανατριχιάσει στο άκουσμα της Φλόρενς καθώς αγγίζει νέα ύψη και βάθη, αλλά και βλέποντας την φωνή της να βγαίνει από μέσα της σαν ένα ζωτικής ανάγκης «άδειασμα».

The dog days are never over

Οι Florence and the Machine δεν είναι η αγαπημένη μου μπάντα. Παρ’ όλα αυτά, συνειδητοποίησα φεύγοντας πως είναι η μπάντα που έχω δει περισσότερες φορές live στη ζωή μου, γεγονός που αποδίδω τόσο στην τυχαιότητα (έχουν έρθει πολλές φορές σε μέρη κοντά μου) όσο και σε μια προσήλωση που προκύπτει από την εγγυημένα μυσταγωγική φύση του performance της τραγουδίστριας. Μια γυναίκα που γράφει για τη ζωή της μέσα από έναν συνεχή διάλογο με την ζωή την ίδια – κανένα entitlement, καθαρή τέχνη και διάχυτη ευγνωμοσύνη. Πώς να μην επιστρέφεις κοντά της;

Σχετικές καταχωρίσεις

Σχετικά άρθρα