Βραβεία Ίρις 2026: οι «Άγριες Μέρες Μας», ένα ερωτικό γράμμα στο έργο της Άντρεα Άρνολντ
Ο Βασίλης Κεκάτος μας δίνει μια γεύση από τη δημιουργική του διαδικασία και μας μίλά για τα μελλοντικά του σχέδια.
Η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου προετοιμάζεται για να δώσει τα βραβεία της φετινής χρονιάς κι εμείς δε θα μπορούσαμε να ανυπομονούμε περισσότερο. Η λαμπερή τελετή των βραβείων Ίρις θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 17 Ιουνίου στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση, με παρουσιαστές τη Ζέτα Μακρυπούλια και τον Θανάση Αλευρά. Σε αυτό το πλαίσιο, μιλήσαμε με τους υποψήφιους στην κατηγορία του Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη, τον Βασίλη Κεκάτο («Οι Άγριες Μέρες Μας»), την Αμέρισσα Μπάστα («Μικρές Ανάσες») και τους Χρυσιάννα Παπαδάκη και Στέργιο Ντινόπουλο («Αρκουδότρυπα») για τις ταινίες τους, την εμπειρία του να δημιουργείς στην Ελλάδα και τα σχέδιά τους για το μέλλον.
Μετά από τις πολυβραβευμένες μικρού μήκους του («Η Απόσταση Ανάμεσα στον Ουρανό κι Εμάς», «Η Σιγή των Ψαριών Όταν Πεθαίνουν») και μια τηλεοπτική σειρά («Milky Way»), ο Βασίλης Κεκάτος δοκίμασε τις δυνάμεις του στο μεγάλου μήκους ντεμπούτο του, «Οι Άγριες Μέρες Μας». Στην ταινία ακολουθούμε τη Χλόη (Δάφνη Πατακιά), μια νεαρή γυναίκα που το σκάει από το σπίτι της και γίνεται μέλος μιας ετερόκλητης ομάδας νομάδων που ζουν τη ζωή με τους δικούς τους ρομαντικούς κανόνες.
Ο σκηνοθέτης μας έδωσε μια γεύση από τη δημιουργική του διαδικασία και μας μίλησε για τα μελλοντικά του σχέδια.

Πώς βιώσατε τη μετάβαση από τις ταινίες μικρού μήκους στις μεγάλου; Υπήρχαν αλλαγές δημιουργικά ή πρακτικά στη διαδικασία παραγωγής; Επίσης, βρήκατε την υποστήριξη που περιμένατε από τους θεσμούς;
Προσωπικά η μετάβαση που βίωσα ήταν κάπως παράδοξη. Διότι δεν έπρεπε να μεταπηδήσω από τη φόρμα της μικρού μήκους σε εκείνη της μεγάλου. Από τη στιγμή που είχα γυρίσει νωρίτερα μια σειρά, έπρεπε να οπισθοχωρήσω από τη φόρμα της αχανούς αφήγησης σε μια αξιοσημείωτα μικρότερη. Το να μετακινείσαι από τα 9 Και τα 15 λεπτά φιλμικού χρόνου στα 480, μου φάνηκε εξαιρετικά ευκολότερο από το να επιστρέψω απ’ τις 8 ώρες στη 1μιση. Το δύσκολο είναι πάντα να πεις λιγότερα, όχι περισσότερα. Πέραν του ότι από κεκτημένη ταχύτητα γύρισα οφέλιμο υλικό 3μιση ωρών. Μου ήταν πραγματικά οδυνηρό να αποχωριστώ όλα αυτά τα πράγματα που αγαπούσα για να φτάσω στη δραματουργία που θα εξυπηρετούσε μια κλασική αφήγηση και συνεπώς όλους τους ξένους παραγωγούς και διανομείς που είχαν εμπλακεί στο πρότζεκτ μου. Θυσίασα εξέλιξη χαρακτήρων, σημαντικές σκηνές και ίσως και την πλοκή της ταινίας μου. Φτάνοντας να έχω στα χέρια μου κάτι που έμοιαζε κάπως με την ταινία που γύρισα ή φανταζόμουν. Αλλά σίγουρα δεν ήταν απολύτως το όραμα μου.
Τωρα, όσον αφορά τη βοήθεια των θεσμών. Ήρθε την ώρα που ήρθε, αλλά ήταν σημαντική. Μαζί με τα funds από άλλες ευρωπαϊκές χώρες που μας βοήθησαν και την αρωγή ιδιωτικων φορέων όπως η Στέγη του ιδρύματος Ωνάση, μας δόθηκε η δυνατότητα να κάνουμε μια ταινία με πραγματικά δυνατή παραγωγή και να πληρωθούν ολοι όπως προβλέπεται. Πράγμα εξαιρετικά σπάνιο.
Το γυναικείο βίωμα βρίσκεται κατά κάποιο τρόπο στον πυρήνα της αφήγησης και των τριών ταινιών που είναι υποψήφιες στην κατηγορία. Πώς επιλέξατε να επικεντρωθείτε εκεί; Υπήρχαν πτυχές που σας δυσκόλεψαν;
Ίσως το ότι μεγάλωσα με πολλές γυναικείες φιγούρες δίπλα μου, με μόνη αντρική αυτή του πατέρα μου, από πολύ νωρίς με έκανε να νιώθω πραγματικά κοντά στις γυναίκες. Πολύ πιο κοντά από ότι στους άντρες. Συνεπώς, όταν πάω να περιγράψω τον συναισθηματικό κόσμο μιας γυναίκας, δεν είναι προφανώς ένα βίωμα μου, αλλά είναι κάτι που έχω εξερευνήσει πολύ. Φυσικά, μπορεί να βαδίζω στα τυφλά και να έχω μια βεβαιότητα που δε μου ανήκει δικαιωματικά. Και μια γυναίκα να βρει χίλια λάθη σε αυτά που φτιάχνω. Αλλά το ένστικτο που με οδηγεί τείνω να το εμπιστεύομαι.
Συγχρόνως είχα την τύχη στη συγγραφή του σεναρίου να με συντροφεύουν δύο υπέροχες γυναίκες, η Γλυκερία Παππά και η Νεφέλη Αθανασάκη, που με τη δική τους καθοδήγηση μπόρεσα να φτάσω όσο πιο κοντά μπορούσα σε κάτι που να έχει μια ειλικρίνεια. Ιδιαίτερα το βλέμμα της Γλυκερίας πάνω στο έργο μου, από την πρώτη κιόλας γραφή, 6 χρόνια πίσω, ήταν καταλυτικό ως προς το πώς θα αφηγηθώ αυτή την ιστορία για να είναι πέρα από το βίωμα μιας γενιάς, το βίωμα της Χλόης. Το βίωμα μιας νέας κοπέλας.
Επιπροσθέτως, πολύ σημαντική για την κατανόηση ενός γυναικείου χαρακτήρα και της πολυπλοκότητας του έχει υπάρξει η συμπόρευση και συνύπαρξη με την εδώ και 10 χρόνια παραγωγό μου, Ελένη Κοσσυφίδου. Μια από τις πιο σπάνιες και ιδιαίτερες γυναίκες που έχω γνωρίσει στη ζωή μου. Μαζί της μαθαίνω κάθε μέρα. Και τέλος, φυσικά η ίδια η συνεργασία μου με τη Δάφνη Πατακιά ως προς τη δημιουργία του χαρακτήρα που υποδύθηκε υπήρξε κάτι πολύ παραπάνω από πολύτιμη. Δεν ήμουν μόνος μου σε όλο αυτό.

Και στις «Άγριες Μέρες Μας», η οικογένεια λειτουργεί ως πεδίο σύγκρουσης και οι ήρωες αναζητούν έναν τρόπο διαφυγής από αυτή. Τι σας τράβηξε σε αυτή τη δυναμική; Επειδή πρόκειται για ιστορίες ενηλικίωσης, έχει να κάνει με την «επαναστατική νεότητα»;
Δεν έχει να κάνει με την οικογένεια αλλά με ένα σύστημα. Με τη συνήθεια. Το status quo. Η ηρωίδα μου φεύγει από ένα σύστημα, πηγαίνει σε ένα άλλο, συγκρούεται με αυτό αλλά παραμένει απλώς επειδή κα μόνο το έχει επιλέξει. Δεν της επιβλήθηκε. Η οικογένεια στη ζωή της συμβολίζει ακριβώς αυτή τον Λεβιάθαν. Δεν είναι κάθε οικογένεια αυτο όμως. Ούτε προσπάθησα να θίξω κάτι τέτοιο. Αυτό που ίσως ήθελα να πω είναι πως την οικογένεια μας οφείλουμε να την επιλέγουμε κάθε μέρα. Ακόμα και τη βιολογική μας. Αυτό είναι και το μόνο πράγμα που μπορεί να μας χαρίσει με μεγάλη γεναιοδωρία τη δυνατότητα να αγαπάμε. Οχι συμπλεγματικά. Αλλά βαθιά και ειλικρινά.

Υπάρχουν σκηνοθέτες ή συγκεκριμένες ταινίες από τους οποίους/ες αντλείτε έμπνευση;
Αγαπώ βαθιά το ανεξάρτητο αμερικανικό σινεμά. Συνεπώς οι αναφορές μου βρίσκονται κυρίως εκεί. Το κινηματογραφικό αλλά και το φωτογραφικό σύμπαν του Λάρι Κλαρκ έχει παίξει μεγάλο στη γλώσσα που προσπαθώ να αναπτύξω. Η ποίηση κα οι εικαστικές εμμονές του πρώιμου Τέρενς Μάλικ επίσης. Ταινίες του όπως το «Βadlands» και το «Days of Heaven» εχουν αποτελέσει σταθμούς που επιστρέφω με την παραμικρή αφορμή από την πρώτη μέρα που βρέθηκα σε γύρισμα. Το κράμα συναισθηματισμού, χιουμορ και σκληράδας που εμφανίζονται στις πρώτες ταινίες του Ντέιβιντ Γκόρντον Γκριν, επίσης έχουν υπάρξει όχι επιρροή αλλά μάλλον συνάντηση, εφόσον ήρθα σε επαφή με το έργο του αφότου ολοκλήρωσα το «Milky Way», όπου ήδη είχα αρχίσει να αρθρώνω κάτι δικό μου.
Υστερα είναι η Άντρεα Άρνολντ (προφανώς), αφού μάλλον ολόκληρη η ταινία μου είναι ένα ερωτικο γραμμα σε αυτήν και το αμερικανικό ντεμπούτο της, «American Honey». Αυτό συνέβη γιατί ήταν η ταινία που με έκανε να πάρω ένα διάλειμμα από τον υπερρεαλισμό που είχα ασχοληθεί στις πρώτες μου ταινίες μικρού μήκους. Εκεί είδα οτι ο ρεαλισμός είναι κάτι που θέλω να εξερευνήσω. Γιατί μπορεί να είναι εξίσου μαγικός. Κι ακόμη κι αν ήταν απλώς μια στάση στη διαδρομή μου, χαίρομαι πολύ που την έκανα.
Υπάρχουν σχέδια για το μέλλον;
Μετά την πρεμιέρα των «Άγριων Ημερών» στο Φεστιβάλ Βερολίνου πέρυσι και την κυκλοφορια τους στους κινηματογράφους σε Ελλάδα και εξωτερικό, σκέφτομαι να επιστρέψω στην τηλεοπτική φορμα, πριν κάνω το επόμενο βήμα μου στον κινηματογράφο. Αυτή την εποχή αναπτύσσω μια limited σειρά με τη Foss Productions. Δεν ξέρω αν θα πραγματοποιηθεί ή όχι αλλά σε αυτήν αφιερώνω το κύριο κομμάτι του δημιουργικού χρόνου μου. Πρόκειται για ένα crime comedy που λέγεται «High Season» και αφορά τη βία, την παράνοια, τη γελοιότητα κα τη μελαγχολία που πλήττει κάθε καλοκαίρι τα νησιά με την έναρξη της τουριστικής σεζόν.