Βραβεία Ίρις 2026: Κι εσύ και η «Αρκουδότρυπά» σου!
Ενόψει των «ελληνικών Όσκαρ», μιλήσαμε με τον Στέργιο Ντινόπουλο και τη Χρυσιάννα Παπαδάκη για το βουκολικό κουίρ παραμύθι τους.
Ενώ μετράμε τις μέρες αντίστροφα για τα βραβεία της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, σκεφτόμαστε τις αγαπημένες μας ταινίες που θα τιμηθούν φέτος. Στα βραβεία Ίρις, που θα λάβουν χώρα την Τετάρτη 17 Ιουνίου στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση, με παρουσιαστές τον Θανάση Αλευρά και τη Ζέτα Μακρυπούλια, θα γιορτάσουμε για άλλη μια φορά τις πιο επιτυχημένες ελληνικές παραγωγές της χρονιάς.
Στο πλαίσιο της προετοιμασίας μας, μιλήσαμε με τους σκηνοθέτες Χρυσιάννα Παπαδάκη και Στέργιο Ντινόπουλο, το ντουέτο που μας έφερε τη βουκολική «Αρκουδότρυπα», για την πραγματικότητα του να γυρίζεις μια ταινία στην Ελλάδα, το γυναικείο βίωμα και τις δημιουργούς που τους εμπνέουν. Οι δυο τους είναι υποψήφιοι στην κατηγορία Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη, δίπλα στην Αμέρισσα Μπάστα («Μικρές Ανάσες») και τον Βασίλη Κεκάτο («Οι Άγριες Μέρες Μας»).
Η «Αρκουδότρυπα» μας μεταφέρει στο ορεινό χωριό της Τύρνας, όπου η Αννέτα (Πάμελα Οικονομάκη) αποκαλύπτει στην Αργυρώ (Χαρά Κυριαζή) πως, όχι μόνο έχει μείνει έγκυος, αλλά σχεδιάζει να φύγει από το χωριό και να μετακομίσει στη Λάρισα με τον αστυνομικό σύντροφό της. Μια πεζοπορία που καταλήγει στην Αρκουδότρυπα, μια σπηλιά με μια μεταφυσική μυθολογία χτισμένη γύρω της, βρίσκει τα κορίτσια τσακωμένα. Στο αυθόρμητο αποχαιρετιστήριο πάρτι που λαμβάνει χώρα το ίδιο βράδυ, η ήδη πολύπλοκη σχέση τους μπερδεύεται ακόμη περισσότερο.

Πώς βιώσατε τη μετάβαση από τις ταινίες μικρού μήκους στις μεγάλου; Υπήρχαν αλλαγές δημιουργικά ή πρακτικά στη διαδικασία παραγωγής; Επίσης, βρήκατε την υποστήριξη που περιμένατε από τους θεσμούς;
Σ.Ν: Μια ταινία μεγάλου μήκους είναι μαραθώνιος, δεν είναι σπριντ. Νομίζω μπήκαμε με άγνοια κινδύνου στην μεγάλου μήκους (που βέβαια χωρίς αυτη την τόλμη δεν θα είχαμε μπορέσει να κάνουμε) και δεν φανταστήκαμε ποτέ ότι θα ήταν ένα ταξίδι σχεδόν τεσσάρων ετών. Δημιουργικά αλλά και παραγωγικά ηταν πάνω κάτω η ίδια η προσέγγιση στην μικρού και στην μεγάλου – επειδή ήταν μηδαμινό το μπάτζετ μας και στις δύο περιπτώσεις, έπρεπε να είμαστε δημιουργικα και προγραμματικά ευέλικτοι, να στηριχτούμε πάνω στο χωριό, στο τοπίο, και στους συνεργάτες μας, και να διατηρήσουμε το DIY σκεπτικό που είχαμε απο την μικρού. Πρέπει να κάνεις πολλά με λιγα και να στηριχτείς στις σχέσεις. Η βασική διαφορά ήταν ότι είναι πολλές παραπάνω οι μέρες γυρισμάτων, τα πρόσωπα, και οι τοποθεσίες. Ήθελε πολύ προετοιμασία και σχεδιασμό απο πρίν, και μια διάθεση προσαρμογής στην πραγματικότητα. Ένω ξεκινήσαμε εντελώς DIY, μας βοήθησαν διάφορη θεσμοί στην πορεία, και το (πρώην) ΕΚΚ, όπως και το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, μέσω του προγράμματος Works-in Progress. Παρόλα αυτά, ήταν ένα σούπερ low-budget εγχείρημα, το οποίο απαίτησε πολύ δουλειά από μερικά (τοτε) πιτσιρίκια που κανονικά θα την έκανε ένα ολόκληρο γραφείο παραγωγής. Αλλά πιστεύω αυτή η εμπειρία μας έκανε δυνατότερους. Παθαίνεις και μαθαίνεις.
Το γυναικείο βίωμα βρίσκεται κατά κάποιο τρόπο στον πυρήνα της αφήγησης της «Αρκουδότρυπας». Πώς επιλέξατε να επικεντρωθείτε εκεί; Υπήρχαν πτυχές που σας δυσκόλεψαν;
Χ.Π.: Πολλές γυναίκες, ειδικά μιας μεγαλύτερης ηλικίας από εμάς που ανήκουν σε άλλη γενιά, ταυτίστηκαν πολύ με τις συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι ηρωίδες στη ταινία. Η επικέντρωση στο γυναικείο βίωμα έγινε μάλλον ασυνείδητα, γιατί απλά μας ενδιέφεραν συγκεκριμένα αυτά τα άτομα. Πιο συνειδητή και εσκεμμένη ήταν η προσπάθεια να αποφύγουμε στερεότυπα και μονοδιάστατους χαρακτήρες. Σίγουρα δεν θέλαμε να συμβάλουμε στην αναπαραγωγή αφηγήσεων που ενισχύουν τα κλισέ και τις οπισθοδρομικές ιδέες για γυναίκες, οικογένεια κ.λ.π. Η δυσκολία σε αυτό είναι να μπορείς να εξετάζεις συνεχώς το ίδιο σου το μυαλό σαν δημιουργός, να ψάχνεσαι και να επαναεξετάζεις τις ίδιες σου ιδέες χωρίς εγωισμό και να αποδομείς τις υποθέσεις που κουβαλάς ήδη από τις αφηγήσεις που έχουμε καταναλώσει όλοι δυστυχώς σαν μέλη μιας ατελούς κοινωνίας.

Και στην «Αρκουδότρυπα», όπως και στις άλλες ταινίες της κατηγορίας, η οικογένεια λειτουργεί ως πεδίο σύγκρουσης και οι ήρωες αναζητούν έναν τρόπο διαφυγής από αυτή. Τι σας τράβηξε σε αυτή τη δυναμική; Επειδή πρόκειται για ιστορίες ενηλικίωσης, έχει να κάνει με την «επαναστατική νεότητα»;
Χ.Π.: Δεν ξέρω αν θα έλεγα ότι στην Αρκουδότρυπα οι ηρωίδες «συγκρούονται» με τις οικογένειές τους. Από την μία έχουμε την Αργυρώ, η οποία θέλει να συνεχίσει τον τρόπο ζωής που έχει «κληρονομήσει» από τον πατέρα της. Εκεί βέβαια υπάρχει μία σύγκρουση, αλλά δεν έχει να κάνει με την ταυτότητα της Αργυρούς όσο την γενικότερη κοινωνική και οικονομική πίεση να φύγει ένα νέο άτομο από την επαρχία, ακόμα και αν δεν θέλει. Από την άλλη, η Αννέτα απορροφάται από μία άλλη οικογένεια, και προσπαθεί να βρει κάποια αίσθηση ελευθερίας και χαράς μέσα σε αυτήν την καινούργια και αλλόκοτη δυναμική. Άρα χωρίς να είναι η κλασική σύγκρουση νέου ήρωα με οικογένεια, σίγουρα υπάρχουν στοιχεία επαναστατικότητας που σχετίζονται και με την ενηλικίωση. Συχνά στις συζητήσεις μας με την ομάδα σχολιάζαμε ότι η ενηλικίωση έχει πολλά στάδια και συνεχίζει για πολλά χρόνια και μετά την εφηβεία, όταν πια θεωρούμαστε ενήλικες αλλά παρόλα αυτά δεν ξέρουμε ακόμα ποιοι είμαστε και πως να είμαστε. Με αυτήν την έννοια ταυτιζόμασταν και εμείς με της ηρωίδες, ενώ ήμασταν εικοσάρηδες που είχανε ζήσει ξέχωρα από την οικογένεια μας αρκετά χρόνια ήδη.

Υπάρχουν σκηνοθέτες ή συγκεκριμένες ταινίες από τους οποίους/ες αντλείτε έμπνευση;
Σ.Ν.: Συγκεκριμένα για την «Αρκουδότρυπα», υπήρχαν κάποια έργα που συζητήσαμε συχνά – οι παιχνιδιάρικες ταινίες της Αλίτσε Ρορβάχερ και της Ανιές Βαρντά, όπως και η εμβυθιστική χεράτη κάμερα στις ταινίες της Άντρεα Αρνολντ. Δομικά σκεφτήκαμε και άλλες ταινίες όπως το «Moonlight» και την «Υπηρέτρια» που παίζουν παιχνίδια με τον χρόνο στην αφήγηση τους. Η αλήθεια είναι ότι μας τραβάει και ο ευρωπαϊκος arthouse κινηματογράφος (τα αργά πλάνα, η εμβυθιστική κινηματογράφηση), ενώ ταυτόχρονα έχουμε και κάποιες καταβολές στην αμερικάνικη σεναριογραφία (όπου ο χαρακτήρας είναι το επίκεντρο και οι σκηνές πάντα υπηρετούν το αφηγηματικό τόξο). Πάνω απ όλα θέλαμε να κάνουμε μια ταινία που ναι μεν θίγει σημαντικά ζητήματα, αλλα ταυτόχρονα είναι φαν και με παλμό. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχαμε δει παρόμοια ταινία στον Ελληνικό κινηματογράφο που να συνδυάζει τα στοιχεία που αγαπάμε, κάτι που μας παρακίνησε πολύ να γράψουμε την «Αρκουδότρυπα».
Υπάρχουν σχέδια για κάποιο μελλοντικό πρότζεκτ;
Σ.Ν.: Πρέπει πρώτα να κάνουμε καμιά «σοβαρή» δουλειά για να βιοποριστούμε! Τα πράγματα για καλλιτέχνες στην Ελλάδα δεν είναι εύκολο – πρέπει κανείς να κάνει ζογκλερικά (είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά) για να μπορέσει να επιβιώσει. Επίσης, τα κινηματογραφικά πρότζεκτ παίρνουν πολλά χρόνια, οπότε απαιτείται πολλή υπομονή και πίστη. Τώρα που τελειώνει το ταξίδι της «Αρκουδότρυπας», ανοίγει χώρος για νεέ πρότζεκτ, αλλά σιγά-σιγά. Γράφουμε και οι δύο καινούργιες ταινίες και ανυπομονούμε για το μέλλον.
