Το «Tuner» είναι βασικά το «Baby Driver»
Στη νέα heist ταινία του ντοκιμαντεριστή Ντάνιελ Ρόερ βρίσκουμε ένα συμβατικό πλην ρομαντικό παιχνίδι του είδους «κάτι κερδίζεις, κάτι χάνεις».
Τα τελευταία χρόνια, ακούμε όλο και περισσότερη γκρίνια για τη «woke ατζέντα» και τα ανεπανόρθωτα πλήγματα που έχει φέρει στον κινηματογράφο μας. Και σας ρωτώ: αν αυτό ισχύει, γιατί υπάρχει πάντα χώρος μέσα μας για ακόμη μια ταινία που έχει ως πρωταγωνιστή έναν ταλαντούχο άντρα του οποίου οι ικανότητες ξεπερνούν τα όρια της ιδιοφυίας; Αυτές είναι οι φορτισμένες σκέψεις μου όσο παρακολουθώ το «Tuner», τη νέα ταινία του (γνωστότερου για τα ντοκιμαντέρ του) Ντάνιελ Ρόερ με τον χαρισματικό Λίο Γούνταλ.
Ο Νίκι (Γούνταλ) είναι ένας χορδιστής πιάνων με το «τέλειο αυτί», δηλαδή την ικανότητα να κατανοεί ακόμη και τις πιο ελάχιστες τονικές διαφορές ανάμεσα στις νότες. Με την πολλά υποσχόμενη μουσική του καριέρα να έχει ναυαγήσει εξαιτίας μιας πάθησης, εργάζεται στη Νέα Υόρκη μαζί με τον μέντορα και οικογενειακό φίλο του, τον Χάρι (Ντάστιν Χόφμαν). Όταν η υγεία του Χάρι ξαφνικά επιδεινώνεται και η περίθαλψή του δημιουργεί υπέρογκα χρέη στον ίδιο και τη γυναίκα του, ο Νίκι θα προσπαθήσει να αναζητήσει έναν τρόπο να βγάλει χρήματα γρήγορα. Σύντομα θα καταλήξει να εργάζεται για τον εργολάβο και εγκληματία Γιούρι (Λιόρ Ραζ), χρησιμοποιώντας την εξαιρετική ακοή του για να παραβιάζει χρηματοκιβώτια υπό όλο και πιο επικίνδυνες συνθήκες.

Στην βασική του ιδέα, το «Tuner» έχει ενδιαφέρον: η υπερακουσία από την οποία πάσχει ο Νίκι κάνει κάθε δυνατό ήχο αβάσταχτο, όμως λειτουργεί ταυτόχρονα ως χάρισμα και ως αδυναμία, επιτρέποντάς του να δουλέψει εξειδικευμένα αλλά όχι να μπορεί να υπάρξει στην καθημερινότητά του. Το «Tuner» παίζει με τέτοιου είδους «ζευγάρια», αφήνοντας τον ήρωά της πολύ συχνά απέναντι στην πραγματικότητα του «κάτι χάνεις, κάτι κερδίζεις». Μερικές από τις στιγμές επαναλαμβάνονται, ενώ άλλες ξεχωρίζουν, με αποκορύφωμα τη συγκινητική τελευταία σκηνή.
Στην εκτέλεσή του ωστόσο, δίνει την εντύπωση μιας ταινίας που βρήκε τα ψίχουλα του «Baby Driver» και ακολούθησε τα ίχνη με λιγότερη δεξιοτεχνία από την heist ταινία του Έντγκαρ Ράιτ. Από τη δομή έως την ατμόσφαιρα, τα δύο φιλμ αφήνουν ακριβώς την ίδια αίσθηση: οι εμβοές του Μπέιμπι δίνουν τη θέση τους στη σπάνια ακουστική πάθηση του Νίκι, το αυτοκίνητο μετατρέπεται σε χρηματοκιβώτιο, ενώ, παρ’ όλο που μόνο ένας από τους δύο καταλήγει με το κορίτσι, οι ρομαντικές τους σχέσεις παίζουν μεγάλο ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής. Μια από τις πιο σημαντικές τους διαφορές, ωστόσο, είναι το πόσο πιο διασκεδαστική και αγωνιώδης μπορεί να γίνει η σκηνή ενός κυνηγητού σε σχέση με την απόλυτη συγκέντρωση που απαιτεί η αποστολή του Νίκι. Και, ενώ κάθε κυνηγητό είναι διαφορετικό, κάθε χρηματοκιβώτιο είναι απλά ένα μεγάλο σιδερένιο κουτί, όσο κι αν ανεβαίνουν τα διακυβεύματα της επιτυχούς παραβίασής του.

Το σενάριο του Ρόερ, το οποίο συνυπογράφει με τον Ρόμπερτ Ράμσεϊ, επιμένει στην αδεξιότητά του από την αρχή μέχρι το τέλος: ο Γιούρι χρησιμοποιεί τους δυνατούς ήχους εναντίον του Νίκι με τον ίδιο τρόπο που ο Λεξ Λούθορ χρησιμοποιεί τον κρυπτονίτη εναντίον του Σούπερμαν. Το μοναδικό πρόβλημα με αυτό είναι πως ο Γιούρι έχει ανάγκη ακριβώς την ίδια αίσθηση του Νίκι την οποία απειλεί να καταστρέψει. Αυτό, σε συνδυασμό μερικούς μονοδιάστατους περιφερειακούς χαρακτήρες και μια ύποπτα κακοστημένη σύμπτωση αποδυναμώνουν την κατά τ’ άλλα ενδιαφέρουσα ιδέα των δύο σεναριογράφων.
Πάντως, παρά τις αδυναμίες του, το θρίλερ του Ρόερ έχει δυνατά σημεία, ιδιαίτερα στις ερμηνείες του. Η τρυφερή χημεία του Γούνταλ και της Αβάνα Ρόουζ Λιου δουλεύει τέλεια στην οθόνη και η σχέση του με τον Χόφμαν αφήνει μια γλυκύτητα που ανταμείβει τον θεατή. Το αποτέλεσμα είναι μία συμβατική πλην ρομαντική heist ταινία που χρειαζόταν λίγο καλύτερο «κούρδισμα».