Στην «Μπαλάντα των Ονείρων», ο Νικ Τζόνας παίζει τον εαυτό του
Το τραγούδι του Τζον Κάρνεϊ θα μας κάνει να χαμογελάσουμε, αλλά μέχρι ο ραδιοφωνικός σταθμός να αλλάξει, μπορεί να το έχουμε ξεχάσει.
Περιεχόμενα
Δεν είναι μόνο η Cher («Moonstruck») η Charli xcx («The Moment»), η Αριάνα Γκράντε («Wicked») και ο Χάρι Στάιλς («Δουνκέρκη»). Οι ποπ τραγουδιστές μας πράγματι έρχονται στις ποπ οθόνες μας, λες και ένας πρωταγωνιστικός ρόλος σε μια κινηματογραφική παραγωγή είναι κάποιου είδους βάπτισμα πυρός. Στην περίπτωση του Νικ Τζόνας, του πιο δημοφιλούς από τα μέλη της αγορίστικης μπάντας Jonas Brothers, η «Μπαλάντα των Ονείρων» παίρνει μια μετα-κινηματογραφική διάσταση και ο πρώην αστέρας καλείται να παίξει τον εαυτό του, απέναντι σε έναν ροκά Πολ Ραντ.
Ο Ρικ (Ραντ), ένας Αμερικάνος μουσικός που εγκατέλειψε την καριέρα του για να μείνει στην Ιρλανδία ως ερωτικός μετανάστης, έχει καταλήξει να παίζει σε μία μπάντα που αναλαμβάνει γάμους. Σε έναν από αυτούς, γνωρίζει τον Ντάνι (Τζόνας) έναν τραγουδιστή που προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό του μετά την επιτυχημένη πορεία σε ένα δημοφιλές boy band. Οι δυο τους περνάνε το βράδυ μαζί, πίνοντας μπύρες, γράφοντας και παίζοντας μουσική. Όταν, μετά από μερικούς μήνες, ο Ρικ καταλαβαίνει πως ο Ντάνι οικειοποιήθηκε μια από τις μπαλάντες που έπαιξαν μαζί και τη μετέτρεψε σε εμπορική επιτυχία, η ανάγκη του να αντιμετωπίσει τον νεαρό και να τον αναγκάσει να παραδεχτεί τι συνέβη μετατρέπεται σε μία έμμονη ιδέα την οποία η οικογένειά του αδυνατεί να κατανοήσει.

Σκηνοθέτης, συνθέτης και ένα τρίτο μυστικό πράγμα
Ο Τζον Κάρνεϊ («Once», «Sing Song) έχει αφιερώσει το μεγαλύτερο μέρος της φιλμογραφίας του σε feelgood ταινίες με επίκεντρο τη μουσική. Στην «Μπαλάντα των Ονείρων», στρέφει το βλέμμα του στη σκοτεινότερη πλευρά της σύγχρονης μουσικής βιομηχανίας: την αδιαφορία για την αυθεντικότητα. Παρ’ όλα αυτά, ο σκηνοθέτης δεν εγκαταλείπει την αισιοδοξία του, επιμένοντας στην ύπαρξη της «ψυχής» στη μουσική.
Ο παλιός είναι αλλιώς
Ο Ραντ ενσαρκώνει πειστικά έναν πραγματικό ρόκερ που δεν έχει παρατήσει το όνειρό του, ακόμη κι αν είναι ο μόνος που πιστεύει ακόμη σ’ αυτό. Ο Κάρνεϊ, που συνυπογράφει το σενάριο μαζί με τον Πίτερ ΜακΝτόναλντ, αντιμετωπίζει την αναζήτηση του Ρικ με τρυφερότητα. Το ζητούμενο δεν είναι να προστεθεί το όνομά του στους δημιουργούς του τραγουδιού, αλλά μια βαθύτερη ηθική δικαίωση που έρχεται κατά βάση από την επιβεβαίωση ότι μέσα του υπήρχε ανέκαθεν κάτι ικανό να γεννήσει έναν «ύμνο», ακόμη κι αν ο ίδιος δεν γνώρισε ποτέ την επιτυχία.

Ο νέος είναι ωραίος (;)
Έτσι, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον νεαρό Ντάνι, ο οποίος, μετά από χρόνια συνύπαρξης σε μια καλοκουρδισμένη ποπ μηχανή, δεν έχει καταφέρει να βρει τη δική του φωνή. Για εκείνον, η υιοθέτηση μιας ταυτότητας που δεν του ανήκει μοιάζει με μια φυσική εξέλιξη που δεν έρχεται με πολλές ενοχές. Αυτό δημιουργεί το πιο ενδιαφέρον δραματουργικό εύρημα της ταινίας, τη δυναμική ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές: από τη μία πλευρά, ο «παλιός», που γράφει βασισμένος στα δικά του βιώματα κι από την άλλη, ο «νέος» που έχει προσαρμοστεί σε μία δημιουργική διαδικασία που παράγει αφηγήματα παρά προσωπικές εμπειρίες.
Περίπου εκεί σταματάει, πάντως, η ευρηματικότητα. Στο σύμπαν του Ρικ και του Ντάνι συναντάμε αστεία που χαλαρώνουν τη δραματική ατμόσφαιρα, Ιρλανδούς που θα είναι για πάντα Ιρλανδοί (ο συν-σεναριογράφος ΜακΝτόναλντ στο ρόλο του Σάντι) και χαρακτήρες που λειτουργούν ως αφηγηματικά εργαλεία παρά ως ολοκληρωμένες προσωπικότητες, χωρίς καμία άλλη έκπληξη. Στο τέλος της ημέρας, η μπαλάντα του Κάρνεϊ θα μας κάνει να χαμογελάσουμε, αλλά μέχρι ο ραδιοφωνικός σταθμός να αλλάξει, μπορεί να την έχουμε ξεχάσει.
