Το «Μπιτσκόμπερ» είναι μία φαντασίωση φτιαγμένη από σκραπ
Η νέα ταινία του Αριστοτέλη Μαραγκού, εμπνευσμένη από τα γράμματα του ποιητή και ναυτικού Νίκου Καββαδία, μάς επιστρέφει στη θάλασσα και το παρελθόν.
Στο προηγούμενο πρότζεκτ του, «Timekeepers of Eternity», ο σκηνοθέτης Αριστοτέλης Μαραγκός εκτύπωσε χιλιάδες καρέ για να κατασκευάσει από την αρχή το «The Langoliers», την τηλεταινία του Τομ Χόλαντ από τα 80s. Του πήρε περίπου τρία χρόνια να δημιουργήσει τη νέα, πιο περιεκτική εκδοχή, ζωγραφίζοντας, σκίζοντας, κολλώντας ένα-ένα τα στιγμιότυπα σε μία σύζευξη stop motion, κολάζ και δεξιοτεχνικού «χεράτου» μοντάζ. Το αποτέλεσμα ήταν τόσο όμορφο, όσο και αλλόκοτο, ακριβώς όπως ταιριάζει στην ιστορία του Στίβεν Κινγκ.
Μπορεί στο «Μπίτσκομπερ», τη νέα ταινία του σκηνοθέτη, οι πρωταγωνιστές να μην προσπαθούν να ξεφύγουν από χρονοφάγα τέρατα, αλλά σίγουρα καταδιώκονται από το ίδιο τους το παρελθόν. Ο Ηλίας (Χρήστος Πάσσαλης) βρίσκεται σε αναστολή, φροντίζει τη μητέρα του που πάσχει από Αλτσχάιμερ και ζει τη ζωή του μέσα από τις αφηγήσεις του ναυτικού πατέρα του. Σε ένα σαπισμένο, παρατημένο πλοίο βρίσκει την ελπίδα μιας άλλης ζωής στη θάλασσα, μακριά από την πραγματικότητά του. Με τη βοήθεια μίας ετερόκλητης παρέας που αναζητά τη δική της καινούρια αρχή (Αλίκη Ανδρειωμένου, Στάθης Κόκκορης, Σωτήρης Μπέλσης) ξεκινά να το επισκευάζει χρησιμοποιώντας σκραπ.
Πριν καν ακόμη ξεκινήσει η επισκευή, γίνεται σαφές ότι ένα φάντασμα πλανάται πάνω από τη ζωή του Ηλία. Ο πατέρας του είναι πανταχού παρών μέσα από την απουσία του, με τα κομμάτια της ανάμνησής του να είναι δανεισμένα, βιωμένα από δεύτερο χέρι, μέσα από ημερολογιακές κασέτες που έστειλε στη σύζυγό του όσο περνούσε μήνες στη θάλασσα ή την καταρρέουσα μνήμη της μητέρας του. Έτσι, έχοντας οικειοποιηθεί τις εμπειρίες και τους στόχους του πατέρα του, μοιάζει περισσότερο σαν μάρτυρας της ίδιας του της ζωής, την οποία παρακολουθεί μέσα από έναν φακό. Σε αυτή την αίσθηση βοηθά το εφέ της βιντεοσκοπημένης κασέτας που μπλέκει το πραγματικό με το ονειρικό, μία βουτιά στην παραλία μπορεί να δώσει τη θέση της σε ένα στιγμιότυπο κακοκαιρίας από τη μέση του ωκεανού. Ωστόσο, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε αν ο ήρωάς μας είναι πραγματικός ναύτης ή ένας απλός «μπιτσκόμπερ», δηλαδή ένας άνθρωπος που περιφέρεται στην παραλία ψάχνοντας χαμένους θησαυρούς, χωρίς να μπαίνει ποτέ στη θάλασσα.

Μπορεί ο κόσμος του Ηλία να είναι ένας κόσμος συναισθηματικής σύγχυσης, πάντως, ένα από τα πιο διακριτικά, αλλά και θετικά σημεία της ταινίας είναι η άνεση με την οποία παρακολουθούμε τους άντρες να αλληλεπιδρούν. Το 1984, η Μπάρμπαρα Κρούγκερ υπογράμμισε την έλλειψη απτικής επαφής ανάμεσα στους άντρες με το έργο της: «κατασκευάζεις περίτεχνες τελετουργίες που σου επιτρέπουν να αγγίξεις το δέρμα άλλων αντρών». Απέναντι στην παγωμάρα της ανθρώπινης επαφής, ο Μαραγκός μας αντιπαραθέτει μια αρρενωπότητα που παραμένει ταυτόχρονα παιχνιδιάρα και διακριτική, ίσως επειδή δεν συνοδεύεται από κάποιο βαρύ συναισθηματικό φορτίο. Τον παρακολουθούμε να χαϊδεύει εμφατικά την κοιλιά ενός συνδαιτημόνα του ενώ αφηγείται την ιστορία μιας φάλαινας που ξεβράστηκε στην ακτή ή να γαργαλάει έναν φίλο του γελώντας. Αν μη τι άλλο, είναι αναζωογονητικό.
Απ’ την άλλη πλευρά, βλέπουμε τον ίδιο κόσμο να αποδυναμώνεται από την έλλειψη της σύνδεσης των ηρώων. Η συλλογική ψευδαίσθηση της ομάδας βγάζει λιγότερο νόημα όταν δεν υπάρχει κανένα συγκείμενο για τις σχέσεις τους και για το παρελθόν τους. Κρυμμένοι πίσω από ένα πέπλο μυστηρίου και προστατευμένοι από τα περιθώρια της κοινωνίας όπου φαίνεται να δραστηριοποιούνται, λειτουργούν περισσότερο ως λευκοί καμβάδες πάνω στους οποίους μπορούμε να προβάλλουμε συναισθήματα και σχέσεις που στην πραγματικότητα δεν βρίσκονται εκεί.