Στο «Παίζει Ακόμα;» του Μπράντλεϊ Κούπερ, ένα stand-up αστέρι γεννιέται

Στο «Παίζει Ακόμα;» του Μπράντλεϊ Κούπερ, ένα stand-up αστέρι γεννιέται

Ένα ζευγάρι χωρίζει, ένας άντρας ανακαλύπτει τη μαγεία του να μιλάς στο μικρόφωνο και μια ρομαντική δραμεντί τελειώνει χωρίς να εκπλήσσει κανέναν.

Αν μπορούμε να πούμε κάτι για τα σκηνοθετικά εγχειρήματα του Μπράντλεϊ Κούπερ, αυτό είναι πως σίγουρα αποτελούν φιλόδοξες απόπειρες της αποτύπωσης του έρωτα και της τέχνης. Το εμπορικά επιτυχημένο ντεμπούτο του ήταν το ριμεϊκ του κλασικού «Ένα Αστέρι Γεννιέται» με συμπρωταγωνίστρια την οσκαρική Lady Gaga, ενώ το επόμενο πρότζεκτ του, «Maestro», επικεντρώθηκε στην ταραχώδη σχέση των Λέοναρντ Μπέρνσταϊν και Φελίσια Μοντεαλέγκρε. 

Στο «Παίζει Ακόμα;» ο έρωτας και η τέχνη επανέρχονται ως βασικοί άξονες, αυτή τη φορά σε μικρότερη κλίμακα, με φόντο την καθημερινότητα των αμερικανικών προαστίων. Βλέποντας τον γάμο τους σιγά σιγά να καταρρέει, ο Άλεξ (Γουίλ Αρνέτ) και η Τες (Λόρα Ντερν) αποφασίζουν πως ήρθε η ώρα να πάρουν διαζύγιο. Ένα βράδυ, ο Άλεξ βρίσκεται τυχαία σε ένα μπαρ κατά τη διάρκεια ενός open mic και έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τη σχεδόν θεραπευτική δύναμη του stand-up. Σταδιακά, η κωμωδία καταλαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερο ρόλο στη ζωή του, λειτουργώντας ως καθρέφτης της συναισθηματικής του απορρύθμισης, αλλά και ως μηχανισμός επεξεργασίας της. 

Είναι κάτι ανάμεσα σε αστείο και πραγματικότητα το γεγονός ότι οι μεσήλικες άνδρες θα προτιμούσαν να κάνουν οτιδήποτε εκτός από το να κλείσουν ραντεβού με ψυχολόγο. Αυτό συμβαίνει και με τον Άλεξ, ο οποίος ξαφνικά καλείται να επανεφεύρει τον εαυτό του μετά από ένα μακροχρόνιο γάμο που έμοιαζε περισσότερο βασισμένος στη συνήθεια, παρά στη συντροφικότητα ή την επιθυμία. Έτσι, το stand-up γίνεται ένας χώρος στον οποίο αρθρώνει για πρώτη φορά τα συναισθήματά του γύρω από τον χωρισμό του, τις συναναστροφές του με τις γυναίκες ή, γενικά, τη φρίκη που συνοδεύει μερικές φορές τις ανθρώπινες σχέσεις.

Παίζει Ακόμα;

Δεν είναι ούτε ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος συναισθηματικά κλειστός πενηντάρης που βλέπουμε στη μεγάλη οθόνη. Ακριβώς όπως δεν είναι ούτε η πρώτη, ούτε η τελευταία φορά που παρακολουθούμε τον κοινωνικό κύκλο ενός χαρακτήρα να αντιμετωπίζει μία νέα ασχολία του με δυσπιστία. Οι διάφορες εντάσεις που δημιουργούνται γύρω από το stand-up μοιάζουν τεχνητές, με αποκορύφωμα τη σκηνή στην οποία οι δύο προέφηβοι γιοι του, βρίσκουν και διαβάζουν τις σημειώσεις του με ιστορίες από την κοινή τους ζωή. Το αποτέλεσμα γέρνει προς το μελόδραμα, με τους τρεις τους να καταλήγουν να κλαίνε αγκαλιασμένοι μέσα στο αυτοκίνητο. Πόσο επικίνδυνο μπορεί να είναι το ερασιτεχνικό stand-up για την οικογενειακή ζωή ενός άντρα;

Μπορεί, βέβαια, η αρχή της καριέρας του κωμικού Τζον Μπίσοπ, από την οποία εμπνεύστηκαν οι σεναριογράφοι Αρνέτ και Κούπερ, να ήταν πραγματικά τόσο δραματική όσο παρουσιάζεται στην ταινία. Η φράση που χρησιμοποίησε ο ίδιος για να περιγράψει τον τρόπο που την καθημερινότητά του εκείνη την περίοδο ήταν «παράλληλη ζωή», περνώντας τα πρωινά του ως πωλητής και τα βράδια ως κωμικός. 

Από την άλλη πλευρά,  το πρωταγωνιστικό δίδυμο προσεγγίζει με ειλικρίνεια και τρυφερότητα μία σχέση που δεν έχει τελειώσει, αλλά χρειάζεται επίπονη προσπάθεια και επικοινωνία για να διορθωθεί. Δεν είναι συχνό να παρακολουθούμε τον Αρνέτ να είναι απολύτως ευάλωτος, αλλά ο κατά βάση κωμικός ηθοποιός καταφέρνει να μας πείσει. Με τον ίδιο τρόπο, ο Κούπερ αποδίδει άριστα δίνοντας στον εαυτό του τον ανάλαφρο ρόλο του κολλητού του Άλεξ, του Μπολς, ενός επίδοξου ηθοποιού ο οποίος περνάει τον χρόνο του σε καταχρήσεις, αφήνοντας το μεγαλύτερο δημιουργικό βάρος για το ρόλο του πίσω από την κάμερα.

Σχετικά άρθρα