Νικολέτα Παράσχη: «Το μυστικό της Ιεράς Οδού υπάρχει για αυτόν που θα το αναζητήσει»
Ένα road movie για την Ιερά Οδό είναι το ντοκιμαντέρ της Νικολέτας Παράσχη, που ξεκινά από σήμερα τον κύκλο προβολών σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, μια ταινία που προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει την ιστορία αλλά και τα μυστήρια, την ιερότητα αλλά και τη σύγχρονη μορφή αυτού του πολύβοου δρόμου που φέρει την κληρονομιά της ιστορίας και του πολιτισμού μας.
«Πολλές φορές, ακολουθώντας την Ιερά Οδό από το Δαφνί προς τη θάλασσα, νόμισα πως τρελαίνομαι. (…) Δεν έπρεπε να κυλάμε με αμάξια στην Ιερά οδό, όπως σ’ έναν αυτοκινητόδρομο τούτο είναι μια ιεροσυλία. Έπρεπε να βαδίζουμε, να βαδίζουμε, όπως οι άνθρωποι των αλλοτινών καιρών, και ν’ αφήνουμε όλο μας το είναι να πλημμυρίζει από φως. Δεν βρίσκεται κανείς εδώ σ’ έναν από τους μεγάλους δρόμους της χριστιανοσύνης. Αυτό τον δρόμο τον χάραξαν πόδια παγανιστικά, πόδια ευλαβικά, πορευόμενα προς τη μύηση, προς την Ελευσίνα…».
Αυτά έγραφε ο Αμερικανός συγγραφέας Χένρι Μίλλερ το 1939 σε μια επίσκεψη του στην Ελλάδα (Φιλολογικές διαδρομές στην Ελλάδα, εκδ. Πατάκης) για την Ιερά Οδό, τον μοναδικό δρόμο που έχει διατηρήσει το όνομα του από την αρχαιότητα έως σήμερα, κι είναι ακριβώς αυτή η φράση που κάπως «έγραψε» στην σκηνοθέτιδα Νικολέτα Παράσχη και αποτέλεσε το έναυσμα για μια μεγάλη έρευνα που ξεκίνησε από βιβλία και μαρτυρίες περιηγητών και κατέληξε σε ανθρώπους, ψηφιδωτά όλα της ιστορικότητας και της σύγχρονης ταυτότητας της Ιεράς Οδού. Κι αν για τους αρχαίους μύστες τα 21 χιλιόμετρα της διαδρομής Κεραμεικός-Ελευσίνα ήταν μια πορεία τελετουργίας και μύησης που κορυφωνόταν στην αποκαλυπτική εμπειρία των Ελευσινίων Μυστηρίων, σήμερα αποτελούν κομμάτια ενός αδιάφορου αυτοκινητόδρομου, που πήζει από κίνηση και φασαρία, ενός δρόμου που δεν του χαρίζουμε ούτε ένα ευγενικό βλέμμα. Άραγε υπάρχει ακόμη κάτι «Ιερό» εκτός από το όνομά του; Αποτυπώνονται όλα στο πολύ ενδιαφέρον και ιδιαίτερο ντοκιμαντέρ με τίτλο «Ιερά Οδός» που σκηνοθέτησε η Νικολέτα Παράσχη και ξεκινά τις προβολές από σήμερα Πέμπτη, έως και 20 Μαΐου, σε Αθήνα στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας, και Θεσσαλονίκη στο «Ολύμπιον».
Αναρωτιόμουν εάν σας συνδέει κάτι με την Ιερά Οδό, εάν ήταν μέρος μιας δικής σας διαδρομής ώστε να κάνετε αυτή την ωραία σπουδή, το ντοκιμαντέρ σας που είναι σαν road movie; Με τον δρόμο προσωπικά δεν σχετίζομαι καθόλου, παρά μόνο όπως όλοι οι σύγχρονοι Αθηναίοι που τον διαχίζουν για να αποφύγουν πολλές φορές την κίνηση της Καβάλας. Πάντα τον διέσχιζα με το αυτοκίνητο βιαστικά, χωρίς να του ρίχνω ούτε μια ματιά, με το βλέμμα στην κυριολεξία στο πράσινο φανάρι για να προλάβω να φύγω-έχει και πολλά φανάρια. Είναι αυτό που λέω και στην αρχή της ταινίας πριν από είκοσι χρόνια όταν ήρθα από την Θεσσαλονίκη και εγκαταστάθηκα στην Αθήνα και πέρασα από εκεί για πρώτη φορά αναρωτήθηκα το πολύ απλό: γιατί τη λένε Ιερά Οδό και γιατί την λένε ακόμα Ιερά-είναι εντυπωσιακό ότι είναι ο μοναδικός δρόμος που έχει διατηρήσει το όνομα του από την αρχαιότητα έως σήμερα. Χρόνια αργότερα, με την ενασχόληση μου με τον κινηματογράφο που προέκυψε στη ζωή μου, δεν ήμουν καν σινεφίλ αλλά τελικά έκανα κινηματογραφικές σπουδές, και προς το τέλος του μεταπτυχιακού μου πάνω στον πολιτισμό και το ντοκιμαντέρ μελετώντας θεματικές όπως η μνήμη του χώρου, η ταυτότητα και ο μετασχηματισμός του αστικού πεδίου, ανακλήθηκε λοιπόν στη μνήμη μου είκοσι χρόνια μετά εκείνο το αρχικό ερώτημα «γιατί τη λένε ακόμη Ιερά». Και φυσικά το έναυσμα το μεγάλο ήταν όταν ξαναδιάβασα τη φράση του Χένρι Μίλλερ «κανένας δεν έπρεπε να περνάει την Ιερά Οδό, είναι ιεροσυλία». Εκεί ξεκίνησα την έρευνα άρχισα να ψάχνω κείμενα, βρήκα την Ιερά Οδό του Σικελιανού, γύρισα πίσω στον Σατωμπριάν και όλους αυτούς τους Ευρωπαίους περιηγητές από τον 17ο αιώνα και μετά, που είναι σημαντική περίοδος εκείνη μετά τις επαναστάσεις και τις κοινωνικοπολιτικές αλλαγές και μου έκανε εντύπωση πως έρχονταν να αφουγκραστούνε τον ελληνικό πολιτισμό, τη βάση δηλαδή του δυτικού πολιτισμού και τις αρχές της δημοκρατίας και πώς ένοιωθαν περπατώντας σε αυτή τη διαδρομή ενώ τα Μυστήρια είχαν διακοπεί αιώνες πριν. Πώς γίνεται να κρατάει τη δόξα του αυτός ο δρόμος μέχρι το ’50 και μετά ούτε λέξη;
Εσείς την έχετε περπατήσει την διαδρομή; Αν όχι τα 21 χιλιόμετρα έως την Ελευσίνα, ένα μεγάλο μέρος της;
Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων προφανώς. Και σκεφτείτε μετά τη Μονή Δαφνίου κάναμε έως το τέρμα με τα πόδια πολλές ώρες με δύο άτομα συνεργείο, κουβαλώντας εξοπλισμό, παρέα και με τον αρχιτέκτονα Αλέξανδρο Μποφίλιο ο οποίος μας ανέλυσε και εξήγησε όλη τη διαδρομή πέτρα-πέτρα.

Περπατώντας μαθαίνουμε την πόλη μας καλύτερα τελικά;
Την Αθήνα την λάτρεψα από όταν εγκαταστάθηκα εδώ. Με εντυπωσιάζει μέσα σε αυτό το αντιφατικό τοπίο, το κακοποιημένο, το βρώμικο, βλέπεις κάποιες γωνίες, κάποιες αναλαμπές και σκέφτεσαι ότι περπατάμε και δε βλέπουμε. Δεν αντιλαμβανόμαστε την πιο αρχαία πρωτεύουσα της Ευρώπης, δεν αντιλαμβανόμαστε ότι ζούμε σε αυτόν τον χώρο. Με το ίδιο σκεπτικό περπάτησα και την Ιερά Οδό. Ήθελα να δείξω έναν τόπο, να τον βλέπουμε, να κάνουμε δηλαδή κάποια στιγμή μια παύση, να σταματήσουμε, γιατί προσπερνάμε τόσο βιαστικά, τόσο βίαια που δεν προσέχουμε. Και δεν είναι μόνο για να εντοπίσουμε τον χώρο αλλά και για να κοιτάξουμε και λίγο μέσα μας. Ο αρχαιοελληνικός χώρος του Κεραμεικού ας πούμε είναι ένα καταπληκτικό σημείο μέσα στην πόλη, μέσα στη φασαρία για να βιώσεις μια απίστευτη ηρεμία, την ενέργεια του χώρου.
Λέτε ότι η Ιερά Οδός δεν ήταν ένας δρόμος αλλά μια έννοια, ένας κόσμος αξιών και αναζητώντας αυτά ξεκινήσατε αυτή την περιπέτεια της ταινίας. Τι βρήκατε λοιπόν που το περιμένατε και τι σας εξέπληξε;
Η μεγάλη έκπληξη ήταν οι άνθρωποι που συναντούσα. Από την πρώτη κιόλας συνάντηση με ρωτούσαν τι κάνω και έπιαναν την κουβέντα και έβγαζαν κατευθείαν μια δική τους πνευματική αναζήτηση, άκουγα φιλοσοφικές ανησυχίες από ανθρώπους οι οποίοι δεν είχαν πνευματικό υπόβαθρο. Ένας ιδιοκτήτης καντίνας να μου μιλάει για τον πυθαγόρειο αριθμό 21. Και σε άλλες συναντήσεις που δεν μπήκαν στην ταινία, ένας ιδιοκτήτης νάιτ κλαμπ να μου μιλάει για το τι υπάρχει στην άλλη ζωή. Αυτά κατευθείαν με έκαναν να πω «αυτή είναι η διαδρομή». Αυτή λοιπόν ήταν η έκπληξη, η μεταφυσική ανησυχία των ανθρώπων που μου κίνησε και το ενδιαφέρον για να προχωρήσω καθώς η πνευματική και η ιδεολογική διάσταση του δρόμου που εμπεριέχει τον κόσμο αξιών έχει πλέον χαθεί, δηλαδή όλα αυτά που αναζητούσαν. Μην ξεχνάμε ότι οι μεγάλοι φιλόσοφοι ήταν μυημένοι. Απόρροια των τελετών ήταν να δημιουργηθεί το θέατρο, να δημιουργηθεί ένας πολιτισμός, αναζητώντας το μέτρο, την ισορροπία και κυρίως το ποιός θα τους ορίσει την καθημερινή τους ζωή, όλα τα κείμενα ήταν η εκλαΐκευση της γνώσης και η δημιουργία ελεύθερων πολιτών και μιας αυτόνομης δημοκρατικής κοινωνίας. Αυτό είναι αξιακό σύστημα, μια προσπάθεια που έγινε εκείνη την περίοδο και αργότερα την επανέφεραν οι Ευρωπαίοι περιηγητές τον 17ο αιώνα. Δηλαδή η θεωρητική μου έρευνα κατέληξε κατά κάποιο τρόπο σε αυτό: Βγαίνοντας στον δρόμο δεν βλέπεις τίποτα από το ιστορικό παρελθόν, μόνο κάποια ίχνη, αυτό όμως που συνάντησα ήταν η ίδια παγκόσμια, παναιώνια, πανανθρώπινη μεταφυσική ανησυχία και οι ίδιες αγωνίες, της επιβίωσης, του θανάτου και το ποιός γίνομαι στο σύντομο πέρασμα μου. Αυτό διατρέχει όλους τους πολιτισμούς.
Είναι παράδοξο να μιλάτε για πεδίο σιωπής σε έναν δρόμο που, αν μη τι άλλο, είναι πολύβουος.
Έτσι ακριβώς και με έναν περίεργο τρόπο ειδικά στις πρώτες μοναχικές βόλτες επειδή τα πεζοδρόμια είναι μεγάλα, μπήκα σε μία εσωτερική σιωπή, σαν να απομονωνόταν ο ήχος ακριβώς επειδή κάτι έψαχνα, κάτι αναζητούσα. Μπήκα κι εγώ σε μια άλλη κατάσταση περπατώντας και ο θόρυβος της πόλης απομονωνόταν κι εγώ περπατούσα σιωπηλά. Παράξενο αυτό. Αλλά αν δεν αναζητάς κάτι δεν μπορείς να το βιώσεις. Πρέπει να αποφασίσεις και να έχεις κάτι μέσα σου να αναζητήσεις, να ψάξεις, αλλιώς δεν βρίσκεις. Κι ίσως για αυτό συνάντησα αυτους τους ανθρώπους.

Ποιά ήταν η πρώτη σας σκέψη ξεκινώντας αυτό το ταξίδι; Ποιό ήταν το νήμα;
Να νοηματοδοτήσω τους χώρους, να βρω αντανακλάσεις του παρελθόντος στο παρόν και να κάνω μια συνειρμική ταινία αναστοχαστική. Μπορεί να ήταν και μικρού μήκους. Αλλά ο δρόμος με παρέσυρε, οι συναντήσεις ήταν πολλαπλές, οπότε τελικά ήταν φυσικό αποτέλεσμα να γίνει μεγάλου μήκους ταινία.
Η Ιερά Οδός κρατάει καλά κρυμμενα τα μυστικά της;
Το μυστικό υπάρχει για αυτόν που θα το αναζητήσει.

Η θεματική σας γενικά ποιά είναι;
Η προηγούμενη ταινία μου ήταν η μικρού μήκους «Δωμάτια με θέα» το 2021, που ήταν και υποψήφια για τα βραβεία Ίρις και σχετιζόταν με τον μετασχηματισμό ενός βιοτεχνικού κτιρίου των εργαστηρίων αργυροχρυσοχόων σε airbnb. Με ενδιαφέρει ο μετασχηματισμός του αστικού πεδίου, η μνήμη του χώρου και η ταυτότητα, το πώς αλλάζει η κοινωνική ταυτότητα με τον τρόπο που μετασχηματίζεται ο χώρος.
Το πρόγραμμα των προβολών περιλαμβάνει και ειδικές ξεναγήσεις.
Είναι πραγματικά πολύ συγκινητικό το ενδιαφέρον του κόσμου. Το θέμα δεν ήταν να κάνω ένα καλλιτεχνικό έργο για να αποδείξω την σκηνοθετική μου δεινότητα, με ενδιέφερε πραγματικά να επικοινωνήσω αυτή τη διαδρομή στον σύγχρονο Αθηναίο, στο ευρύ κοινό και στο κινηματογραφικά απαίδευτο κοινό, ώστε να μπορέσει να με ακολουθήσει. Αυτό ήταν μέσα στις προτεραιότητες μου. Μετά το καλλιτεχνικό έργο θέλαμε με την παραγωγό, την Μαρία Καραγιαννάκη, να δώσουμε μια δυνατότητα στους Αθηναίους να επισκεφθούμε αυτούς τους χώρους κάνοντας τη διαδρομή. Επιίσης, θέλω να σας πω ότι αυτή τη στιγμή το ΕΚΚΟΜΕΔ είναι πραγματική στήριξη για εμάς στη διανομή και την προώθηση της ταινίας.
