Αυτή η «Τούρτα του Προέδρου» θα είναι πικρή
Το ντεμπούτο του Ιρακινού σκηνοθέτη Χασάν Χαντί παρουσιάζει ένα πολύπλοκο δράμα με δύο «κακούς».
Στις αρχές της δεκαετίας του ‘90, μετά από μία δεκαετή σύγκρουση με το Ιράν και μία εισβολή στο γειτονικό Κουβέιτ, στο Ιράκ επικρατούσε ένα χάος. Το εμπάργκο του ΟΗΕ, που απαγόρευσε οποιαδήποτε εμπορική σχέση με το Ιράκ και προέβλεπε μηδαμινή εμπλοκή εκτός κι αν επρόκειτο για ανθρωπιστική βοήθεια, δημιούργησε τρομερές ελλείψεις σε φάρμακα και αγαθά, αφήνοντας το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού κάτω από το όριο της φτώχειας.
Εν μέσω αυτής της κρίσης μάς τοποθετεί η «Τούρτα του Προέδρου», το ντεμπούτο του Ιρακινού σκηνοθέτη Χασάν Χαντί. Λίγες μέρες πριν από τα γενέθλια του Σαντάμ Χουσεΐν, τα σχολεία κληρώνουν τους μαθητές που θα φέρουν χυμό, φρούτα και γλυκά για τον υποχρεωτικό εορτασμό. Όταν η εννιάχρονη Λαμίχα (Μπανίν Αχμάντ Ναγιέφ) κληρώνεται και αναλαμβάνει την τούρτα, η εξεύρεση των υλικών μοιάζει δυσκολότερη απ’ όσο περίμενε, αλλά η απειλή της τιμωρίας αποτελεί καλό κίνητρο.
Θα μπορούσαμε να πούμε πως η κυκλοφορία της ταινίας είναι τρομακτικά επίκαιρη, αλλά έτσι θα έπρεπε να αγνοήσουμε τη συνεχή «ειρηνευτική» παρουσία των δυτικών δυνάμεων στις χώρες της Μέσης Ανατολής. Κάπως έτσι λειτουργεί και το πανταχού παρόν φάντασμα του αμερικανικού στρατού κατά τη διάρκεια της ταινίας. Ερχόμαστε σε επαφή μαζί του μέσα από τους τραυματίες που αφήνουν πίσω τους οι βομβαρδισμοί ή την κυνική αποδοχή της μόνιμης απειλής των Ιρακινών χαρακτήρων. Σε μία σκηνή, η Λαμίχα σηκώνει το βλέμμα της για να δει ένα αμερικανικό αεροπλάνο που διασχίζει απειλητικά τον ιρακινό ουρανό. Μετά τις πρόσφατες εξελίξεις, η εικόνα μοιάζει διπλά δυσοίωνη.

Απέναντι σε αυτά τα γεγονότα, η ματιά της νεαρής Λαμίχα δρα προστατευτικά. Στην Οδύσσεια αναζήτησης των υλικών για την τούρτα, η Λαμίχα έχει ως σύμμαχο τον συμμαθητή και φίλο της Σαΐντ (Σατζάντ Μοχαμάντ Κασέμ), γιο ενός τραυματισμένου επαίτη. Οι δυο τους συναντούν στον μικρόκοσμο της πόλης ένα παρακράτος που αποτελείται από έμπορους που προσπαθούν να χτίσουν την περιουσία τους και να ικανοποιήσουν τις προσωπικές τους ανάγκες ποδοπατώντας την ανάγκη του διπλανού τους. Αλλά, κάπου μέσα στο χάος, βρίσκουν και την αλληλεγγύη, σε άτομα που θα προσφέρουν τη βοήθειά τους ακόμη κι όταν δεν είναι απαραίτητο.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, το ιρακινό δράμα δεν είναι φτιαγμένο για να σε αφήσει να φύγεις από την αίθουσα με μία αίσθηση αισιοδοξίας. Είναι χαρακτηριστική η στάση των νεαρών πρωταγωνιστών, όταν, στην αρχή ακόμη, όταν η Λαμίχα, προσπαθώντας να ενθαρρύνει τον φίλο της, τον διαβεβαιώνει ότι «ο Θεός είναι γενναιόδωρος». Εκείνος της απαντά πως «αυτό λένε όλοι όταν τα πράγματα πρόκειται να πάνε χάλια».
Στην πραγματικότητα, δεν έχουμε πολλή επαφή με το ιρακινό σινεμά, αλλά η κυκλοφορία της ταινίας αποτελεί άλλο ένα εγχείρημα από την περιοχή της Μέσης Ανατολής που επικρίνει τις αμερικανικές ιμπεριαλιστικές τακτικές, θίγοντας όμως ταυτόχρονα την αιματηρή ιστορία της χώρας. Αυτή ακριβώς η εικόνα του άπληστου Χουσεΐν που αναγκάζει τον εξαθλιωμένο λαό του να πουλήσει τα οικογενειακά του κειμήλια για να αγοράσει τα υλικά μιας τούρτας, πάντως, εξηγεί και την παράδοξη συμμετοχή των ΗΠΑ στην παραγωγή της, με τον οσκαρικό σεναριογράφο Έρικ Ροθ («Φόρεστ Γκαμπ», «Η Απίστευτη Ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον») να αναλαμβάνει ως εκτελεστικός παραγωγός.
Μέχρι στιγμής, η πορεία της ταινίας που αποτέλεσε την επίσημη πρόταση του Ιράκ για την κατηγορία της Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας στα φετινά Όσκαρ στα φεστιβάλ έχει υπάρξει αξιόλογη. Στις δικές μας Νύχτες Πρεμιέρας κατάφερε να αποσπάσει το βραβείο κοινού Fischer, ενώ από τις Κάννες έφυγε με τη Χρυσή Κάμερα και το βραβείο κοινού Directors’ Fortnight.