«Michael» και άλλα πλυντήρια στη Χώρα του Ποτέ
Για να παραφράσουμε τον θρυλικό τραγουδιστή, μπορεί το βιογραφικό δράμα να σημείωσε εμπορική επιτυχία, αλλά ήταν και αρκετά «bad».
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ‘80, υπήρχαν άνθρωποι στον κόσμο που δεν είχαν πρόσβαση σε οποιουδήποτε είδους μουσική και παρ’ όλα αυτά ήξεραν τον Μάικλ Τζάκσον. Τόσο γνωστός ήταν ο «βασιλιάς της ποπ», ο οποίος ακόμη και στον θάνατό του απασχόλησε τα Μέσα, σχεδόν δύο δεκαετίες πριν. Και όλα αυτά τα χρόνια, ό,τι έφτανε στο κοινό περιοριζόταν στις προηγούμενες ζωντανές εμφανίσεις του («This is It») ή τις επετειακές κυκλοφορίες που γιόρταζαν τη μουσική του καριέρα («Bad 25»).
Λίγο βαθύτερα στην ζωή του και τις καταγγελίες για παιδική σεξουαλική κακοποίηση επιχείρησε να μπει το ντοκιμαντέρ του HBO «Leaving Neverland», όπου δύο από τα φερόμενα θύματα του τραγουδιστή μίλησαν για τις εμπειρίες τους. Μετά από τη μήνυση της οικογένειας του Τζάκσον, η σειρά ντοκιμαντέρ εξαφανίστηκε από την πλατφόρμα και ο δρόμος προς την εξιλέωση της δημόσιας εικόνας του έγινε ξεκάθαρος. Γενηθήτω «Michael»!

Το βιογραφικό δράμα, σε σκηνοθεσία Αντουάν Φουκουά («Ο Αριστερόχειρας», «The Equalizer»), ξεκινάει στα τέλη της δεκαετίας του ‘70, όταν πέντε από τα αδέρφια Τζάκσον σχημάτισαν τους Jackson 5. Ο χαρισματικός οκτάχρονος Μάικλ βρέθηκε στον ρόλο του frontman, ξεχωρίζοντας από την πρώτη στιγμή ως το αδιαμφισβήτητο αστέρι της μπάντας. Πίσω όμως από το επιτυχημένο οικογενειακό brand βρίσκεται ο Τζόζεφ Τζάκσον, ο οποίος ως ατζέντης και πατέρας του εκμεταλλεύεται το ταλέντο του νεαρού με κάθε δυνατό τρόπο, συνεχίζοντας να του ασκεί έλεγχο ακόμη και μετά την ενηλικίωσή του.
Στην πραγματικότητα, ο Τζόζεφ έχει υπάρξει ο «κακός» στην ιστορία του Μάικλ Τζάκσον εδώ και χρόνια (και ίσως να το αξίζει). Η εκκεντρική περσόνα του τραγουδιστή έχει συχνά ερμηνευθεί ως αποτέλεσμα μιας αδυναμίας συναισθηματικής ενηλικίωσης που σχετίζεται με την κακοποίηση που υπέστη ως παιδί. Η ερμηνεία αυτή είναι κομβικής σημασίας για τον τρόπο με τον οποίο στήθηκε η πλοκή του «Michael», απομακρύνοντας από την αφήγηση οποιοδήποτε στοιχείο θα μπορούσε να αμαυρώσει την εικόνα του πρωταγωνιστή του. Ο Τζάκσον μεγαλώνει υπό τη σκιά του πατέρα του και προσπαθεί να ξεφύγει από τη μοναξιά της επιτυχίας του υιοθετώντας (κακοσχεδιασμένα με CGI) εξωτικά ζώα, μιλώντας στους πρόθυμους θαυμαστές του και κάνοντας παρέα σε άρρωστα παιδιά. Το μεγαλύτερο εμπόδιο ανάμεσα σε αυτόν και μια δημιουργική σόλο καριέρα είναι η απληστία του πατέρα του.

Τουλάχιστον, αυτό μπορεί να καταλάβει κανείς από τις σχεδόν ανεξάρτητες μεταξύ τους δραματικές σκηνές που αποτελούν τη ραχοκοκκαλιά της ταινίας. Οι εντυπωσιακές εμφανίσεις του τραγουδιστή παρεμβάλλονται ανάμεσα σε κακογραμμένους διαλόγους και το «Michael» μοιάζει να μην έχει αποφασίσει αν θέλει να είναι ένα οικογενειακό δράμα ή ένας συναυλιακός φόρος τιμής στην περίπλοκη κληρονομιά του. Οι χορευτικές ικανότητες του πρωταγωνιστή (και ανιψιού του ποπ σταρ) Τζαφάρ Τζάκσον, πάντως, θα υποστήριζαν μια τολμηρή στροφή προς το δεύτερο.
Βέβαια, αυτή είναι μονάχα η αρχή. Το πιθανό δεύτερο μέρος της βιογραφίας θα πιάσει το νήμα της ζωής του Τζάκσον από το 1988 και μετά, πέντε χρόνια πριν έρθουν στην επιφάνεια οι πρώτες κατηγορίες για σεξουαλική κακοποίηση. Αν κρίνουμε από το πρώτο (και από τις επιθετικές αντιδράσεις των θαυμαστών απέναντι σε οποιονδήποτε αναφέρει τις κατηγορίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης), το πιο πιθανό είναι οι υποθέσεις να πλαισιωθούν ως κακοπροαίρετες απόπειρες εκβιασμού. Και η διαδικασία αγιοποίησης θα συνεχιστεί…