«Ανεμοδαρμένα Ύψη»: το σεξ επέστρεψε και είναι χειρότερο απ’ ό,τι θυμόμαστε
Μπορεί η Έμεραλντ Φένελ να μας υποσχέθηκε μία κινηματογραφική εμπειρία που «στάζει» αλλά τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» της μας άφησε ανικανοποίητους.
Για την Έμεραλντ Φένελ οι υπερπολυτελείς παραγωγές με γνωστούς ηθοποιούς δεν είναι ξένες. Πριν δύο χρόνια ήταν που ένας γυμνός Μπάρι Κιόγκαν χόρευε μέσα στη νεοαποκτηθείσα έπαυλή του στο «Saltburn», επαναφέροντας το «Murder on the Dancefloor» της Sophie Ellis-Bextor στα charts και δημιουργώντας αίσθηση στο ίντερνετ. Το τελευταίο πολυαναμενόμενο πρότζεκτ της οσκαρικής σκηνοθέτριας, μία ελεύθερη διασκευή του μυθιστορήματος «Ανεμοδαρμένα Ύψη» της Έμιλι Μπροντέ, πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα, με τη Μάργκο Ρόμπι και τον Τζέικομπ Ελόρντι να υποδύονται το βασανισμένο πρωταγωνιστικό ζευγάρι.
Η Φένελ μάς είχε προετοιμάσει πως η μεταφορά της δεν θα παρέμενε πιστή στο υλικό με τη στενή έννοια του όρου. Σε μία συνέντευξή της αναφέρει ότι, από τη μία πλευρά, ο τίτλος της ταινίας βρίσκεται μέσα σε εισαγωγικά για να τονίσει το δύσκολο έργο της μεταφοράς ενός εμβληματικού αριστουργήματος. Αλλά, ταυτόχρονα, για να μας προϊδεάσει πως αυτό που θα παρακολουθήσουμε είναι, στην πραγματικότητα, μια δική της ανάμνηση από την ανάγνωση του βιβλίου με πράγματα που μπορεί να μη συνέβησαν αλλά η ίδια θα ήθελε να έχουν συμβεί. Πολύ σωστά υποθέσατε, εννοούσε το σεξ, το οποίο μπορεί να έλειπε από την αφήγηση της Μπροντέ, αλλά σίγουρα δεν έλειπε από τη βικτωριανή Αγγλία.
Δεν είναι περίεργο που η σκηνοθέτρια αποφάσισε να εστιάσει στις υπόγειες συνδηλώσεις της σχέσης που θεωρείται μία από τις σπουδαιότερες ιστορίες αγάπης. Αυτό που είναι περίεργο είναι πως κατάφερε την ίδια στιγμή να αγνοήσει και να εξαλείψει το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού διαλόγου γύρω από τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη». Δεν είναι η πρώτη φορά που ένας σκηνοθέτης επιλέγει έναν λευκό ηθοποιό για το ρόλο του Χίθκλιφ και, μάλλον, δε θα είναι και η τελευταία. Η Φένελ αναφέρει πως επέλεξε τον Ελόρντι εξαιτίας της ομοιότητάς του με ένα ζωγραφισμένο πορτραίτο του Χίθκλιφ που βρισκόταν στην έκδοση του βιβλίου που διάβασε.
Όπως μας είχε προειδοποιήσει, λοιπόν, η ακατανίκητη έλξη της νοσταλγίας κέρδισε τη μάχη και η φυλετικά ασαφής ταυτότητα του πρωταγωνιστή, άρα και ο πυρήνας της κακοποίησης που ταϊζει τη δίψα του για εκδίκηση, εξαφανίζεται. Δεν πειράζει, λογικά κάτι ουσιώδες θα βρεθεί να μπει στη θέση της, σωστά;

Περίπου. Παραγγείλαμε σεξουαλική ελευθεριότητα και στο τραπέζι μας ήρθε μία συγκρατημένα πικάντικη φαντασίωση. Σε αυτό μοιάζει λίγο με τη σειρά βιβλίων και ταινιών «Πενήντα Αποχρώσεις του Γκρι»: η φούσκα της σαδομαζοχιστικής ονείρωξης που ξεκίνησε από το κλινικό σύμπαν του «Λυκόφωτος» έσκασε γρήγορα, όταν συνειδητοποιήσαμε πως ο πουριτανισμός με ένα ίχνος αιχμής τα πηγαίνει πολύ καλύτερα με το ευρύ κοινό. Έτσι, το μετέωρο και ανεκπλήρωτο δίνει τη θέση του στο καπριτσιόζικα ειρωνικό και προφανές, οι εκδηλώσεις έρωτα μπορεί να προκαλέσουν γέλιο και ο παρεξηγημένος Χίθκλιφ ζητά τη συγκατάθεση των θυμάτων του πριν τα κακοποιήσει συναισθηματικά.
Σε ένα αποκορύφωμα σεναριακής τσαπατσουλιάς, η Νέλι Ντιν (Χονγκ Τσάου) γίνεται ο πραγματικός κακός της ιστορίας. Η οικονόμος και αφηγήτρια του βιβλίου αναλαμβάνει, στη μεταφορά, την ευθύνη για την καταστροφή της σχέσης των δύο πρωταγωνιστών, αλλά και του θανάτου της Κάθριν. Τα κίνητρά της είναι τόσο απλά όσο η ζήλεια, η μικροπρέπεια και η υποτίμηση των συναισθημάτων της «κυρίας» της. Μάλλον ό,τι έχασε από ηθική η λογοτεχνική Νέλι, το κληρονόμησε ο κινηματογραφικός Χίθκλιφ, σε μία προσπάθεια να πλησιάσει όσο περισσότερο γίνεται στο πρότυπο του καλού αγοριού που η ζωή δεν του μοίρασε καλά χαρτιά.
Επιστρέφοντας, πάντως, στην παραγωγή, τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» της Φένελ αξιοποιούν το μπάτζετ των 80 εκατομμυρίων τους, με εντυπωσιακά σκηνικά, υφές, χρώματα, πρωτότυπη μουσική (από μία ανανεωμένη Charli xcx). Στην ερώτηση «αισθητική ή ουσία;», η σκηνοθέτρια επιλέγει εμφατικά το πρώτο. Δεν πειράζει, όμως. Στα χρόνια που θα έρθουν, όταν το Tumblr θα κάνει την αναβίωσή του, οι έφηβοι του μέλλοντος θα μπορούν να αναδημοσιεύουν στα μπλογκ τους στιγμιότυπα της ταινίας, τιμώντας τη νοσταλγική διάθεση της Φένελ.
