Στο «Scream 7» δεν βρίσκουμε ούτε κραυγή, ούτε αγωνία

Στο «Scream 7» δεν βρίσκουμε ούτε κραυγή, ούτε αγωνία

Η παραγωγή που πέρασε από σαράντα κύματα έφτασε επιτέλους στη μεγάλη οθόνη, κάνοντας μας να αναρωτιόμαστε για πόσο καιρό θα τρώμε ξαναζεσταμένο φαγητό.

Χρειάστηκαν πολλές αλλαγές και αναταράξεις προκειμένου το «Scream 7» να καταφέρει να φτάσει στη μεγάλη οθόνη. Λίγο καιρό μετά την πρεμιέρα της έκτης ταινίας και με το σενάριο της επόμενης ήδη γραμμένο, η εταιρεία παραγωγής Spyglass Media Group προχώρησε σε απομάκρυνση της πρωταγωνίστριας, Μελίσα Μπαρέρα, εξαιτίας μιας σειράς αναρτήσεων υπέρ της Παλαιστίνης τις οποίες χαρακτήρισε ως «αντισημιτικές». Εντάξει, συνηθισμένα τα βουνά στα χιόνια. Η κίνηση τους ήρθε μπούμερανγκ όταν, μόλις μια μέρα αργότερα, η Τζένα Ορτέγκα αποχώρησε οικειοθελώς από το πρότζεκτ, επικαλούμενη τα γυρίσματα της σειράς «Wednesday», ενώ ακολούθησε και ο σκηνοθέτης Κρίστοφερ Λάντον

Με τη νέα γενιά ηθοποιών να αποχωρεί και τον Κέβιν Γουίλιαμσον, σεναριογράφο των πρώτων δύο ταινιών, να αναλαμβάνει ξανά τη σκηνοθεσία, η επιστροφή στις ρίζες, στην πλούσια και θρυλική σλάσερ κληρονομιά του Ghostface και της Σίντνεϊ Πρέσκοτ (Νιβ Κάμπελ) έμοιαζε μονόδρομος για την επιβίωση του franchise. Στο «Scream 7», λοιπόν, παρακολουθούμε την ήσυχη ζωή της Σίντνεϊ να ανατρέπεται όταν αρχίζει να λαμβάνει βιντεοκλήσεις από τον Στου Μάκερ (Μάθιου Λίλαρντ). Ο δολοφόνος ισχυρίζεται πως βρίσκεται στη μικρή πόλη του Πάιν Γκρουβς και απειλεί τη ζωή της κόρης της, Τέιτουμ (Ίζαμπελ Μέι), σε έναν εφιάλτη βγαλμένο κατευθείαν από το παρελθόν της.

Όταν ένα από τα πιο επιτυχημένα και επιδραστικά franchise αποφασίζει να είναι λίγο αυτοαναφορικό, του δίνουμε τον χώρο να το κάνει. Ήδη από τη δεύτερη ταινία, οι δολοφονίες του Ghostface έγιναν βιβλίο και διασκευάστηκαν κινηματογραφικά στη σειρά ταινιών «Stab», δημιουργώντας ένα καινοτόμο μετα-σύμπαν που της έδωσε μια νέα πνοή πίσω στις αρχές του 2000. Ωστόσο, η παρελθοντολαγνεία του «Scream 7» θυμίζει περισσότερο έσχατη λύση, παρά συνειδητή επιλογή. 

Scream 7

Εικοσιπέντε χρόνια μετά απ’ την πρώτη ταινία, οι συζητήσεις των χαρακτήρων γύρω από το μυστήριο της ταυτότητας του δολοφόνου (ή, καλύτερα, των δολοφόνων, αφού, όπως λατρεύουν να επαναλαμβάνουν όλοι στο «Scream 7», πάντα είναι παραπάνω από ένας) είναι απλά κουραστικές. Αποφασισμένο να ξεπεράσει τα όρια της απλής δολοφονικής διασκέδασης, το φιλμ επενδύει σε μία χιουμοριστική ανάλυση των συμβάσεων του whodunnit η οποία έχει ήδη σταματήσει να είναι αστεία. 

Αναρωτιέμαι πώς μπορεί μία ταινία που θεωρείται αρχέτυπο να συνεχίσει να είναι επίκαιρη τόσα χρόνια μετά από την πρεμιέρα της. Από τη μία πλευρά, υπάρχει κάτι να ειπωθεί για τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούμε μονομερείς συναισθηματικούς δεσμούς με διάσημα πρόσωπα, ακόμη κι όταν δεν είναι σελέμπριτι με τη στενή έννοια του όρου. Θύμα μιας τέτοιας τάσης έχει υπάρξει και η Σίντνεϊ, η οποία λαμβάνει τηλεφωνήματα και βιντεοκλήσεις από ανθρώπους που θέλουν να της κάνουν φάρσα, ζώντας τη ζωή ενός πραγματικού «τελευταίου κοριτσιού», όπως αποκαλούνται οι γυναίκες που επιβιώνουν από τις σινε-δολοφονικές επιθέσεις. Σε συνδυασμό με το τραύμα της, οι παρα-κοινωνικές αυτές σχέσεις την έχουν οδηγήσει σε άρνηση του παρελθόντος της, το οποίο αποφεύγει να συζητήσει με την κόρη της. Από την άλλη, ακόμη και αυτό το ζήτημα εξερευνήθηκε ελάχιστα, μόνο στο πλαίσιο εξέλιξης της πλοκής. 

Πάντως, είναι εύκολο να φτάσουμε ξανά στο συμπέρασμα που είναι κοινό για το μεγαλύτερο μέρος των εμπορικά επιτυχημένων franchise που μοιάζουν να συνεχίζουν για πάντα. Τα στούντιο εκμεταλλεύονται και προδίδουν την αγάπη ή την καλοπροαίρετη περιέργεια θεατών που πιθανότατα μεγάλωσαν παρακολουθώντας τις τρομο-ταινίες κοιτώντας την οθόνη ανάμεσα από τα δάχτυλά τους σε κάθε ανατριχιαστική σκηνή. Και ο μοναδικός στόχος; Να αρμέξουν μέχρι και το τελευταίο ευρώ από εισιτήρια, αποκλειστικό περιεχόμενο, merchandise και οτιδήποτε άλλο μπορεί να σκεφτεί ο εμπορικός νους, σκοτώνοντας το ενδιαφέρον του κοινού με την ίδια ταχύτητα που αποχώρησε η Ντρου Μπάριμορ από την πρώτη ταινία του «Scream». 

Σχετικά άρθρα