Γιάννης Οικονομίδης: «Μου αρέσει το σινεμά που στέκεται στο ύψος των ηρώων»
Για το ανθρωποκεντρικό σινεμά, την ταπείνωση των ηρώων, το στάδιο του μοντάζ όπου χτίζονται οι ταινίες του, την ατολμία των Ελλήνων σκηνοθέτων και πολλά ακόμη μίλησαν ο Γιάννης Οικονομίδης και ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος στο δίωρο masterclass, που δε θέλαμε με τίποτα να τελειώσει, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση
Περιεχόμενα
Μπορεί το masterclass που έγινε το απόγευμα της Τρίτης στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση να είχε τίτλο «Το φαινόμενο της Σπασμένης φλέβας» αλλά, όπως όλοι φανταζόμασταν και περιμέναμε, η συζήτηση ανοίχτηκε σε μια ευρεία θεματολογία, πάντα βέβαια στο πεδίο του κινηματογράφου, και πώς όχι αφού το σινεμά του Γιάννη Οικονομίδη είναι ένα είδος από μόνο του, με πολύ προσωπική κινηματογραφική γλώσσα και σαν φόρμα και σαν περιεχόμενο. Αλήθεια έχουμε πολλούς Έλληνες σκηνοθέτες που έχουν καταφέρει να φημίζονται για το προσωπικό τους στυλ; Αρκούν λίγα μόλις καρέ για να καταλάβεις ότι βλέπεις ταινία Οικονομίδη.
Δε θα μπορούσε πάντως, να μην εξελιχθεί σε μια φοβερά ενδιαφέρουσα, και ταυτόχρονα χαλαρή κουβέντα, αυτή η συζήτηση αφού στην καρέκλα απέναντι από τον Οικονομίδη σε ρόλο συντονιστή καθόταν ένας καλός του συνάδελφος, ο σκηνοθέτης Αργύρης Παπαδημητρόπουλος, που έχει κάνει μερικές από τις πιο αγαπημένες και, με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο σέξι, ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου («Monday», «Suntan», κ.α.). Τον ρώτησε πολλά, τον τσίγκλισε ακόμα περισσότερο, ε και το αποτέλεσμα ήταν ένα απολαυστικό δίωρο γύρω από το σινεμά ως metier, τον τρόπο του Οικονομίδη να κάνει ταινίες και να λέει τις ιστορίες του, όσα του την σπάνε ή αυτά που τον πικάρουν. Με λίγα λόγια, παρακολουθήσαμε μια εκατό τοίς εκατό ζωντανή κουβέντα-ακόμα κι όταν επεκτάθηκε σε πιο τεχνικά κινηματογραφικά ζητήματα που αφορούν το γύρισμα σκηνών και την καθοδήγηση των ηθοποιών- ανάμεσα σε δύο σκηνοθέτες που αγαπούν την τέχνη τους και σέβονται ο ένας τον άλλον.
Ο Παπαδημητρόπουλος ας πούμε θυμήθηκε, όπως είπε, όταν πρωτοείδε το «Σπιρτόκουτο», λέγοντας «Τότε έδωσε σε όλους μας μια ελπίδα ότι μπορείς να κάνεις κάτι μόνος σου. Ήταν η εποχή με τις τεράστιες ουρές για χρηματοδότηση στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, και περίμενες, περίμενες… Ξαφνικά είδαμε έναν τύπο, για τον οποίο δεν ξέραμε πολλά, που έσκασε από το πουθενά και έκανε μια ταινία με πέντε ανθρώπους, κι αυτό βρήκε έναν τρόπο και «τρύπησε» και μπήκε στις ζωές ολονών μας». Ακούσαμε διάφορες ιστορίες, και με κάποιες γελάσαμε κιόλας, και πάλι σε αυτό έβαλε το χεράκι του ο συντονιστής, ο Παπαδημητρόπουλος όταν θέλοντας να τονίσει ότι οι ταινίες του Οικονομίδη δεν είναι αδιάφορες, δεν είναι από αυτές που «περνάνε και δεν σε ακουμπάνε, μάλλον το ανάποδο, βλέπεις μια ταινία του Γιάννη και έχεις σωματικά συμπτώματα», εξομολογήθηκε μια δική του εμπειρία: «Θυμάμαι όταν είδα την «Ψυχή στο στόμα» στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, βγήκα έξω, τσακώθηκα με την κοπέλα μου, μάλωσα με κάτι άλλους φίλους μου, ακυρώσαμε τα πλάνα μας που ήταν να πάμε να φάμε, τσακωθήκαμε μεταξύ μας γιατί σε κάποιους άρεσε η ταινία σε άλλους όχι, γενικά έγινε βαβούρα…».

Η «Σπασμένη φλέβα» πάντως, που ήταν και η αφορμή για το masterclass, είναι το αποκορύφωμα μιας διαδρομής που χτίστηκε ταινία την ταινία με συνέπεια και τόλμη κόντρα σε δυσκολίες, έλλειψη χρημάτων, καχυποψίες, ένα απόλυτα οξυδερκές οικονομιδικό δράμα (σενάριο Οικονομίδη και Μουρίκη) που αυτή τη φορά άγγιξε διαστάσεις αρχαίας τραγωδίας, με καταπληκτικές ερμηνείες από όλο το καστ (Βασίλης Μπισμπίκης, Γιάννης Νιάρρος, Μαρία Κεχαγιόγλου, Μπέτυ Αρβανίτη, Γιάννης Αναστασάκης, κ.α.) και δικαίωσε και εμπορικά τον δημιουργό της, κόβοντας 165.000 εισιτήρια. Το καλό νέο είναι ότι η «Σπασμένη φλέβα» θα κάνει και έναν δεύτερο γύρο καριέρας, αυτή τη φορά καλοκαιρινό, αφού θα προβληθεί εκ νέου στα θερινά. Αυτά όμως, είναι προσεχώς.
Μερικά σημεία από το masterclass
Πίσω στην εποχή του «Σπιρτόκουτου»
Ήθελα να φτιάξω κάτι που ήταν καθαρά δικό μου, το οποίο ήρθε και ως μια αντίδραση σε κάτι κατραπακιές που είχα φάει πριν προσπαθώντας να κάνω την πρώτη μου, μεγαλεπίβολη ταινία μου. Όταν είμασταν σε σχολές και κάναμε τις μικρού μήκους ταινίες, φανταζόμασταν ότι θα κάνουμε την πρώτη μεγάλη και θα είναι κάτι τύπου Κόπολα, Μπερτολούτσι, μεγάλα πράγματα. Ευτυχώς που δεν έγινε τότε εκείνη η ταινία-λεγόταν «Ψυχή στο στόμα» αλλά καμία σχέση με την «Ψυχή στο στόμα» που έκανα χρόνια αργότερα. Βασιζόοταν σε ένα πραγματικό γεγονός, θα είχε πολύ κόσμο, είχε Αθήνα, είχε καταδιώξεις, είχε έγκλημα, Περιστέρι, Αιγάλεω… Το σκέφτομαι κι ανατριχιάζω. Αν είχα τότε τα λεφτά και έκανα αυτή την ταινία ίσως τώρα να μην ήμουν εδώ, να είχα καταστραφεί. Ήταν σίγουρη αποτυχία. Μετά που κατάλαβα δηλαδή τι εστί κινηματογράφος και μάλιστα τι σημαίνει να κάνεις σινεμά στην Ελλάδα και πώς το κάνεις, με τι όρους… Σίγουρα θα είχα φάει τα μούτρα μου όπως τα έφαγαν τότε πολλοί της γενιάς μας. Οπότε πέρασε μια μικρή περίοδος μιας καταθλιψούλας και συνειδητοποίησα ότι το σινεμά που μπορούμε ίσως να κάνουμε εδώ στην Ελλάδα είναι ένα σινεμά ανθρωποκεντρικό, εστιασμένο στον άνθρωπο, στη δραματουργία, στα συναισθήματα, στην ψυχολογία. Υπάρχουν πάρα πολλοί σκηνοθέτες που το κάνουν αυτό και φτιάχνουν ταινίες πάνω στο ανθρώπινο πρόσωπο, αριστουργήματα. Είναι μεγάλο σινεμά και δεν υστερεί σε τίποτα από το «Αποκάλυψη Τώρα». Και μπορώ να φέρω και παράδειγμα την «Φθινοπωρινή σονάτα» του Μπέργκμαν σε σχέση με το «Η διάσωση του στρατιώτη Ράιαν» του Σπίλμπεργκ. Αν παίζαμε αυτές τις δύο ταινίες τώρα, πιστεύω ότι ο αντίκτυπος που θα είχε αυτή η μικρή τηλεοπτική ταινία του Μπέργκμαν είναι απείρως πιο μεγάλος απ’ ότι θα είχε το φιλμ του Σπίλμπεργκ που ξόδεψε ένα σωρό λεφτά και είχε όλη αυτή την τεχνική βιρτουοζιτέ. Το θέμα είναι η ουσία των πραγμάτων.
Η ταινία «Από την άκρη της πόλης»
Το «Σπιρτόκουτο» εμπεριέχει όλα αυτά που με ενοχλούσαν στο ελληνικό σινεμά μέχρι τότε. Ως σκληρός σινεφίλ έβλεπα όλες τις ταινίες για πολλά χρόνια και αντιδρούσα. Μετά έβλεπα τα σίριαλ, κι εκεί αντιδρούσα επί δέκα. Εμπεριείχε και ένα στοίχημα να απαντήσω σε όλο αυτό που γινόταν τότε- εξαιρώ την ταινία του Κωνσταντίνου Γιάνναρη «Από την άκρη της πόλης» που είχε θράσος και τσαμπουκά και έσπασε αυτή τη σοβαροφάνεια που καταδυνάστευε τότε το ελληνικό σινεμά. Για πρώτη φορά ένας άνθρωπος είχε τολμήσει κάτι αλλιώτικο.
Η σκληρή γλώσσα
Όταν έκανα την «Ψυχή στο Στόμα»- αυτό το είχα εκμυστεηρευτεί μόνο στον μοντέρ μου και τον φωτογράφο, ουτε καν στους παραγωγούς εκείνης της εποχής- ο ήρωας της ταινίας είναι η σκληρή γλώσσα. Πώς μπορεί δηλαδή να σου λερώσει την συνείδηση, την ψυχή. Γιατί η σκληρή γλώσσα είναι όπως η φωτογραφία. Τη σκληρή γλώσσα, τη σάπια, την βρώμικη,την κάνεις εικόνα και αν την κάνεις εικόνα, λερώνεσαι, σου διαλύει την ψυχή.
Το μοντάζ
Οι ταινίες μου φτιάχνονται στο μοντάζ. Το γύρισμα μου κατά βάση είναι απλό. Μου αρέσει κιόλας γιατί σε εκείνο το στάδιο η ταινία ξαναεφευρίσκεται, οι ρόλοι ξαναεφευρίσκονται, οι ηθοποιοί φτιάχνονται να παίζουν πάρα πολύ καλά, μια τεράστια δουλειά που γίνεται στο μοντάζ. Βοηθάει και ο τρόπος που φιλμάρω. Κατασκευαστικά το γύρισμα μου είναι αδιάφορο. Θυμάμαι στο «Σπιρτόκουτο» τραβάγαμε τις σκηνές και το συνεργείο ψιλοβαριόταν, δεν καταλάβαινε. Η έμφαση ήταν στο παίξιμο. Αλλά όταν αυτό κόπηκε και πήρε ρυθμό, ξέχναγες ότι είναι τρία πλάνα. Έρεε.

Η ταπείνωση των ηρώων
Από το «Σπιρτόκουτο» μέχρι τώρα με ενδιαφέρει το όλο πράγμα της εξουσίας, εκεί είναι που δουλεύω στην πραγματικότητα, κι εκεί είναι που χτίζω εσωτερικά τις σκηνές. Είναι πολύ σημαντικό το τι παίζεται σε επίπεδο εξουσίας, αρχής και το πώς η εξουσία εκδηλώνεται σε διάφορες εκφάνσεις. Ένα από τα πιο βασικά της εξουσίας είναι η ταπείνωση. Κι εγώ έχω ταπεινώσει κόσμο, στον στρατό έχω κάνει πράγματα που έχω μετανοιώσει, έχω βρεθεί και από την από εδώ και την από εκεί πλευρά. Αν σου δοθεί η ευκαιρία, θα «ξεσαλώσεις». Θυμηθείτε για παράδειγμα τη σκηνή με τα τιμολόγια από το «Η Ψυχή στο στόμα». Η ταπείνωση είναι τρομακτικό θέμα. Μας πάει στο πόσο νοσηρό είναι το κεφάλι του άλλου, τι σκέφτεται για να κάνει κάτι τέτοιο. Για μένα έχει πολύ ενδιαφέρον κι ο θύτης, ο βασανιστής, το τι μπορεί να σκεφτεί. Εγώ διαβάζω πολύ βιβλία με δολοφόνους, με κανίβαλους και τέτοια. Θεωρώ ότι θα έπρεπε να διδάσκονται στο σχολείο αυτά τα πράγματα. Με την έννοια ότι σου αποκαλύπτουν τι είναι ο άνθρωπος και μέχρι που μπορεί να φτάσει. Είναι εκπαίδευση αυτό. Είναι πολύ σημαντικό να γνωρίσουμε τι είμαστε, να μην εθελοτυφλούμε. Να ξέρουμε ότι το ανθρώπινο ον είναι φτιαγμένο για τα καλύτερα αλλά και για τα χειρότερα. Σε βοηθάει και στην υπόλοιπη σου ζωή, να προστατευθείς, να έχεις αντίληψη. Είναι αυτό που λέει ο Σαίξπηρ: «Ξέρουμε τι είμαστε, ξέρουμε τι μπορούμε να γίνουμε».
Η αδικία των χαρακτηρισμών
Μου έχουν φορτώσει όλοι ότι κάνω ταινίες για την ελληνική οικογένεια. Θεωρώ ότι αυτό είναι το εύκολο κομμάτι, το αυτονόητο. Η οικογένεια είναι απλά ο καμβάς πάνω στον οποίο στήνω ιστορίες ανθρώπων. Προσπαθώ να εστιάσω στο τι είναι το σημαντικό. Δε θεωρώ ότι κάνω κοινωνικές ταινίες. Κάτι άλλο κάνω. Περνάω και από το κοινωνικό, αλλά αυτό που πάντα με ενδιέφερε είναι οι ανθρώπιες σχέσεις, οι χαρακτήρες, η ψυχολογία των ανθρώπων, τα όρια τους, η σκατίλα τους. Κάθε φορά φτιάχνεις έναν καμβά. Νοιώθω ότι λίγο αδικείται η δουλειά όλων αυτών των ταινιών όταν μένουν σε αυτό, στον χαρακτηρισμό «ταινίες για την οικογένεια, την κοινωνία». Θεωρώ ότι η δραματουργία που έχω ξεδιπλώσει έχει μέσα πράγματα φοβερά. Όλα σε ένα πλαίσιο θα συμβούν, δεν χρειάζεται ο χαρακτηρισμός. Δηλαδή βλέποντας το «Festen» σκέφτεσαι ότι είναι μια ταινία για την οικογένεια;
Το κοινό και η ατολμία των σκηνοθετών
Γενικά πρέπει να υπάρχει τόλμη. Πολλοί αυτολογοκρίνονται εκ των προτέρων για να ικανοποιήσουν τους χρηματοδότες, θεσμικούς ή μη. Τους λένε ότι πρέπει την ταινία να την αγαπήσει όλη η Ελλάδα και ξεκινάνε φοβισμένοι. Νομίζω ότι σε μεγάλο βαθμό η ατολμία χαρακτήρισε το ελληνικό σινεμά. Το κοινό μας κοίταζε και υποτιμητικά. Κάναμε ταινίες που ήταν λίγες. Δεν είχαν ρώμη, δηλαδή να τον πιάσεις τον άλλον μαλάκα, να μην ξέρει από πού του ήρθε. Πρέπει να μας απασσχολεί αυτό, κι όχι απλά να πάμε σε ένα φεστιβάλ, να πάρουμε τις περγαμηνές και μετά να δούνε στην Ελλάδα την ταινία μερικοί φίλοι μας. Ένας λόγος που μου άρεσε τότε ο Γιάνναρης με την ταινία «Από την άκρη της πόλης» που έσκασε σαν μετεωρίτης, ήταν αυτό: την κοίταζες ψηλά. Δεν ήταν απλά μια ταινιούλα. Πρέπει λοιπόν να έχουμε δύναμη και ρώμη. Και πρέπει να σκέφτεσαι και το κοινό. Ο άλλος θα πληρώσει εισιτήριο. Δεν σου χρωστάει.
Σινεμά στο ύψος των ηρώων
Υπάρχει το σινεμά που κοιτάζει αφ’ υψηλού τους ήρωες του, σαν ανθρωπάκια, όπως αυτό του Χάνεκε. Εμένα μου αρέσει να είμαι απέναντι τους, στο ύψος τους, εξού και τα τόσα πολλά κοντινά πλάνα. Το βλέμμα μου είναι αγαπητικό προς όλα τα ανθρώπινα όντα. Ο θεατής μπαίνει πολλές φορές σε ένα μανιχαΐστικό τριπ, χαρακτηρίζει τον ήρωα καλό ή κακό. Εγώ δεν σκέφτομαι έτσι. Ανθρώπινος, πολύ ανθρώπινος είναι οποιοσδήποτε. Ο Αλεξόπουλος για παράδειγμα, ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Μπισμπίκης στην «Σπασμένη φλέβα», άλλες φορές είναι συμπαθής, άλλες όχι, άλλες είναι μαλάκας, τενεκές. Αλλά υπάρχουν και φορές που τον λυπάσαι, που θέλεις να του κάνεις «πατ, πατ» στην πλάτη.