Η «Πρόσκληση» της Ολίβια Γουάιλντ είναι πολύ αστεία και λίγο σέξι
Η τρίτη ταινία της σκηνοθέτιδας είναι εμπνευσμένη από την ταινία του Σεσκ Γκέι και εντελώς ακομπλεξάριστη.
Οι πεζές δυσκολίες της γαμήλιας ζωής έχουν απασχολήσει τον κινηματογράφο με κάθε τρόπο. Στην «Πρόσκληση», τη νέα ταινία της Ολίβια Γουάιλντ, αυτές αποκτούν μια πιο ανάλαφρη, κωμική διάσταση, που θυμίζει σχεδόν την αντίστροφη όψη του πρώτου επεισοδίου των «Σκηνών από έναν Γάμο» από τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Έχοντας αποδείξει ότι χειρίζεται την κωμωδία («Booksmart») με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση απ’ ό,τι το δράμα («Μην Ανησυχείς Αγάπη μου»), η Γουάιλντ επιστρέφει σκηνοθετώντας μια ταινία που ξεκινά με ενδιαφέρουσες προοπτικές.
Η «Πρόσκληση» αποτελεί ριμέικ του ισπανικού «Οι Γείτονες από Πάνω» του Σεσκ Γκέι, με τους Γουίλ ΜακΚόρμακ και Ρασίντα Τζόουνς να μεταφέρουν την ιστορία στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία για τέσσερις ανθρώπους που, μέσα σε ένα παράξενο δείπνο, έρχονται αντιμέτωποι με τις επιθυμίες, τις ανασφάλειες και τις σχέσεις τους.
Η Άντζελα (Γουάιλντ) και ο Τζο (Σεθ Ρόγκεν), ένα ζευγάρι που βρίσκεται εγκλωβισμένο σε έναν δυστυχισμένο γάμο. Όταν η Άντζελα καλεί αυθόρμητα για φαγητό τον Χοκ (Έντουαρτ Νόρτον) και την Πίνα (Πενέλοπε Κρουζ), τους εκκεντρικούς γείτονες που τους κρατούν ξύπνιους τα βράδια με τις ερωτικές τους περιπέτειες, η βραδιά δεν εξελίσσεται με τον τρόπο που περίμενε. Σύντομα, οι τέσσερίς τους βρίσκονται σε μια διαδικασία εξερεύνησης και επαναπροσδιορισμού των συναισθημάτων και των σχέσεων τους.

Για αρχή, ας γελάσουμε
Η θεατρικής υφής «Πρόσκληση» λειτουργεί βρίσκει το χιούμορ μέσα στην ευαλωτότητα των πρωταγωνιστών της και την φαινομενική τελειότητα των καλεσμένων τους. Η δράση εκτυλίσσεται εξ’ ολοκλήρου στο ημιτελές σπίτι της Άντζελα και του Τζο, το οποίο μετατρέπεται, από τη μια πλευρά, σε μικρογραφία ενός αποτυχημένου αμερικανικού ονείρου και, από την άλλη, σε πεδίο σχολιασμού των επιλογών που καθορίζουν τις ζωές μας.
Η Άντζελα έχει αφιερώσει τη ζωή της στη μητρότητα και στις ατελείωτες ανακαινίσεις του σπιτιού τους. Ο Τζο προσπαθεί να συμβιβαστεί με το γεγονός πως βρίσκεται στη σκιά της καριέρας που πίστευε πως θα είχε: διδάσκει μουσική σε ένα μικρό ωδείο, ενώ το σπίτι στο οποίο ζουν, κληρονομιά των γονιών του, είναι εκτός των οικονομικών του δυνατοτήτων. Και οι δύο έχουν παγιδευτεί σε μία ζωή που δεν τους ταιριάζει, όμως η προοπτική της αλλαγής της εύθραυστης πραγματικότητάς τους μοιάζει ακόμη πιο καταστροφική.
Η απόγνωση και η χειροπιαστή ανασφάλεια της Άντζελα και του Τζο αποτελούν συχνά το αστείο της υπόθεσης. Αυτό δε σημαίνει, όμως, ότι η «Πρόσκληση» δεν αντιμετωπίζει τους πρωταγωνιστές της με ευγένεια, επιτρέποντάς τους να βιώσουν την επιθυμία και να προσπαθήσουν να βρουν έναν τρόπο να την εκφράσουν, ακόμη κι όταν αυτό γίνεται μέσα από μια κωμική συνθήκη.

Τι είναι χειρότερο από έναν πολυσυντροφικό;
Η Πίνα και ο Χοκ στέκονται στην απέραντη όχθη, προβάροντας την απάθεια τους απέναντι στα προβλήματα των γειτόνων τους. Οι δύο χαρακτήρες μιλούν ανοιχτά για τη σεξουαλικότητά τους, την οποία εξερευνούν χωρίς ενοχές και έχουν βρει τους τρόπους να επαναπροσδιορίσουν τον εαυτό τους.
Είναι περίπου σαν να αντανακλούν τη φαντασίωση της Άντζελα και του Τζο για μια διέξοδο από την κοινότυπη γαμήλια ζωή. Η ιδέα της πολυγαμίας, για την Άντζελα και τον Τζο, μοιάζει περισσότερο με έναν αφροδισιακό συμβολισμό της ελευθερίας, παρά ως μία πραγματική λύση. Οι αινιγματικοί γείτονες μοιάζουν περισσότερο με έναν κήπο που φαίνεται πολύ πιο πράσινος από τη δική τους πλευρά του φράκτη, όπως λένε και οι Άγγλοι. Γι’ αυτό το λόγο, όταν οι ρωγμές στη σχέση τους εμφανίζονται, καλά καμουφλαρισμένες πίσω από την ελευθεριότητα και την ριζοσπαστική τους ειλικρίνεια, η πορεία της ταινίας αρχίζει να μπαίνει σε γνώριμα μονοπάτια.
Οι τέσσερις χαρακτήρες-αρχέτυπα φλερτάρουν επίμονα με τον χαρακτηρισμό της καρικατούρας, με την ερμηνεία του Ρόγκεν να «σώζει» την κατάσταση με τον κωμικό του συγχρονισμό. Το αποτέλεσμα είναι λίγο πιο υπερβολικό και θεατρικό, αλλά αρκετά αστείο ώστε να καταφέρνει να δουλέψει.

Και τώρα ας κλάψουμε
Από εκείνο το σημείο και μετά, η «Πρόσκληση» εγκαταλείπει την καθαρή κωμωδία και στρέφεται σταδιακά προς το δράμα. Αφού έχει γελάσει εις βάρος των πρωταγωνιστών της, το αναπόφευκτο τέλος έρχεται με μια μελαγχολική κατανόηση κι ένα καθόλου διδακτικό συμπέρασμα. Ένα όργιο μπορεί να μη σώσει τον γάμο σου, αλλά μια μικρή και ειλικρινής υπαρξιακή κρίση μπορεί να αποδειχθεί πιο χρήσιμη.
