«Ρομερία»: Μια μελαγχολική ιστορία ενηλικίωσης με άρωμα θάλασσας
Στην τρίτη ταινία της, η Κάρλα Σιμόν σκηνοθετεί μια μικρή γωνιά του παρελθόντος της και βουτάει στον μαγικό ρεαλισμό.
Περιεχόμενα
Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που η Κάρλα Σιμόν παίζει με τα όρια της αυτοβιογραφίας και της μυθοπλασίας. Το πρώτο καλοκαίρι που πέρασε με τη νέα της οικογένεια μετά από τον θάνατο της μητέρας της έγινε πηγή έμπνευσης για το μεγάλου μήκους ντεμπούτο της, «Αξέχαστο Καλοκαίρι», το οποίο απέσπασε τη Χρυσή Άρκτο στη Μπερλινάλε. Στη «Ρομερία», την τρίτη της ταινία, επιστρέφει ξανά στο προσωπικό της παρελθόν, αυτή τη φορά ως ένα ταξίδι αυτογνωσίας που περνά μέσα από τη γνωριμία με τη βιολογική της οικογένεια.
Ένα γραφειοκρατικό εμπόδιο που δεν της επιτρέπει να διεκδικήσει υποτροφία για τις σπουδές της οδηγεί τη Μαρίνα στην ισπανική ακτή του Ατλαντικού. Με το ημερολόγιο της μητέρας της στο χέρι, ταξιδεύει στο Βίγκο για να μιλήσει με την οικογένεια και τους παλιούς φίλους των γονιών της και έρχεται αντιμέτωπη με τα μυστικά γύρω από τις ζωές τους.

Μια περίεργη ιστορία ενηλικίωσης
Είναι δύσκολο να δεις τους γονείς σου πέρα από τον ρόλο που είχαν στη ζωή σου και να καταλάβεις ποιοι ήταν ως άνθρωποι πριν από εσένα. Πόσο μάλλον όταν έχουν πεθάνει όταν ήσουν παιδί. Για τη Μαρίνα, η απουσία του ονόματος του πατέρα της από ένα έγγραφο αποτελεί ταυτόχρονα το τελευταίο ίχνος σύνδεσης με τη δική του πλευρά της οικογένειας και την αφορμή για να αναζητήσει την αλήθεια γύρω από τους γονείς της, αν μια τέτοια αλήθεια μπορεί πραγματικά να υπάρξει. Οι εικόνες που σχηματίζει γι’ αυτούς είναι αποσπασματικές: τοξικοεξαρτημένοι, ερωτευμένοι, οροθετικοί, νέοι άνθρωποι με όνειρα για το μέλλον. Πρόκειται για ένα ψηφιδωτό χαρακτηριστικών που δύσκολα συνθέτει ένα ολοκληρωμένο πορτραίτο.
Οι αναμνήσεις των συγγενών, οι εξομολογήσεις της μητέρας της και οι δικές της φαντασιώσεις συγκρούονται συνεχώς μεταξύ τους. Πολλές από τις πληροφορίες που λαμβάνει αποδεικνύονται ανακριβείς, από το μέρος στο οποίο ζούσαν οι γονείς της μέχρι την ακριβή ημερομηνία θανάτου του πατέρα της. Η ιστορία εκτυλίσσεται στο όχι και τόσο μακρινό 2004 και η αναλογική εποχή παίζει τον ρόλο της σε αυτές τις αντιφάσεις: οι λεπτομέρειες ξεχνιούνται, τα γραπτά μένουν αποσπασματικά και καμία μαρτυρία δεν μπορεί να της προσφέρει μια αντικειμενική αλήθεια.
Στο φινάλε, η Σιμόν εγκαταλείπει την πραγματικότητα και στρέφεται προς τον μαγικό ρεαλισμό, ολοκληρώνοντας το ταξίδι ενηλικίωσης της ηρωίδας με μια βουτιά στο παρελθόν. Η Μαρίνα φτάνει να γνωρίζει τους γονείς της, όχι μέσα από τα γεγονότα αλλά μέσα από μια ονειρική ανασύνθεση της καθημερινότητάς τους, σαν να κατοικεί ή να βιώνει τις αναμνήσεις της μητέρας της.

Αμαρτίες γονιών…
Ταυτόχρονα, η κεντρική ηρωίδα έρχεται αντιμέτωπη με το στίγμα της εξάρτησης και της οροθετικότητας των γονιών της. Στα μάτια της μεσοαστικής πατρογινικής πλευράς της οικογένειας, ενσαρκώνει όλα όσα ο παππούς και η γιαγιάς της προσπαθούν να απομακρύνουν από τη μνήμη τους: αμφισβητούν την «καθαρότητα» του αίματός της, στερούν από τον πατέρα της την επικοινωνία μαζί της μέχρι και την τελευταία του στιγμή και, τελικά, αρνούνται να υπογράψουν το έγγραφο που θα αναγνώριζε τη θέση της στην οικογένεια επίσημα.
Η σκηνοθέτρια δουλεύει πάνω στις σιωπές και τη διακριτική επικοινωνία της οικογένειας, τις κρυφο-ακουσμένες αλήθειες και τις ισορροπίες που διαμορφώνει η παρουσία του πατριάρχη παππού. Απέναντί τους, η Μαρίνα στέκεται με σιγουριά, ως μια ζωντανή υπενθύμιση του παρελθόντος.
Το αυτοβιογραφικό δράμα της Σιμόν συγκινεί ακριβώς επειδή αρνείται να περιοριστεί σε ένα μικρό κομμάτι του ψηφιδωτού. Είναι ενδιαφέρον να σκεφτόμαστε τον τρόπο με τον οποίο η σκηνοθέτιδα επιστρέφει ξανά και ξανά στο ζήτημα της οικογένειας, εξερευνώντας κάθε φορά μια διαφορετική πλευρά που τη διαμόρφωσε. Στη «Ρομερία» το κάνει με τρυφερότητα αλλά και με μια γλυκόπικρη μελαγχολία που διαπερνά ολόκληρη την ταινία.
