Τα «Τοπία της Μνήμης» δεν είναι άλλη μία αναδρομική έκθεση για τον Γιάννη Ψυχοπαίδη
Πήγαμε ως το Παγκράτι και είδαμε το νέο αφιέρωμα για τον καταξιωμένο καλλιτέχνη, που σε καλεί να ανακαλύψεις το έργο του μέσα από μία διαφορετική προσέγγιση. Διάβασε όσα μας είπε ο Γιάννης Ψυχοπαίδης στη συζήτηση που έκανε με τη Μαρία Κουτσομάλλη-Μορό.
Περιεχόμενα
Περίπου πριν έναν μήνα ολοκληρώθηκε το αφιέρωμα «Από τον Monet στον Warhol» στο Ίδρυμα Β&Ε Γουλανδρή, που προσωπικά θεώρησα ένα από τα σημαντικότερα του μουσείου, αλλά και της φετινής εικαστικής φουρνιάς. Φυσικά, το ίδρυμα δεν υπήρχε περίπτωση να ολοκληρώσει το εκθεσιακό του πρόγραμμα χωρίς μία ακόμα έκπληξη. Στις 20 Μαΐου εγκαινιάζει το αφιέρωμα «Γιάννης Ψυχοπαίδης: Τοπία της Μνήμης. Αυτά που κράτησα», σε επιμέλεια Κυριάκου Κουτσομάλλη, γενικού διευθυντή του ιδρύματος. Μία μέρα πριν, μαζευτήκαμε στο αίθριο του κτιρίου της Ερατοσθένους για να ακούσουμε όσα είχαν να πουν οι συντελεστές της έκθεσης.
Ο επιμελητής Κυριάκος Κουτσομάλλης δεν ήταν δυστυχώς εκεί για να μας μιλήσει περαιτέρω για την έκθεση, όμως η κόρη του, Μαρία Κουτσομάλλη-Μορό, μοιράστηκε μαζί μας τον ενθουσιασμό και τις σκέψεις της, και κάθισε με τον Γιάννη Ψυχοπαίδη για ένα Q&A που κατέληξε να θυμίζει περισσότερο συζήτηση, παρά συνέντευξη τύπου.


Μπορεί το στήσιμο στο -1 του μουσείου να παραπέμπει σε αναδρομική έκθεση, όμως στην πραγματικότητα είναι μία πολύ ξεχωριστή αφήγηση είκοσι κεφαλαίων, που δημιουργήθηκε με έργα από το προσωπικό αρχείο του Γιάννη Ψυχοπαίδη. Η τέχνη του δύσκολα κατηγοριοποιείται σε ενότητες, αλλά αυτό που ο ίδιος ήθελε να φανεί μέσα από τον σχεδιασμό των «Τοπίων της Μνήμης», ήταν ένα κοινό στοιχείο. Στην προκειμένη περίπτωση, η στάση ζωής του ίδιου του δημιουργού.
Ο Ουγκό, τα πρώτα βήματα και η στροφή προς ένα νέο εικαστικό κύμα

Ο Γιάννης Ψυχοπαίδης ξεκίνησε την καριέρα του μέσα στο κλίμα φιλελευθερισμού της δεκαετίας του 1960, ως μέλος της Ομάδας Τέχνης Α, της ομάδας των Νέων Ελλήνων Ρεαλιστών, καθώς και του Κέντρου Εικαστικών Τεχνών. Σπούδασε χαρακτική στην ΑΣΚΤ της Αθήνας και στη συνέχεια έφυγε στο Μόναχο για μεταπτυχιακές σπουδές πάνω στη ζωγραφική, με υποτροφία από την Γερμανική Υπηρεσία Ακαδημαϊκών Ανταλλαγών. Το 1987 μετακόμισε μόνιμα στις Βρυξέλλες, τόπος που τον ενέπνευσε σημαντικά στην τέχνη του, και το 1992 επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου συνέχισε να δημιουργεί και να πειραματίζεται διαρκώς.
Όσοι έχουν παρακολουθήσει την πορεία του, γνωρίζουν πόσο σημαντική ήταν η συμβολή του στη διαμόρφωση της ελληνικής εικαστικής σκηνής της τότε εποχής, καθώς ο καλλιτέχνης υιοθέτησε το νεοπαραστατικό ύφος που ήδη είχε εξαπλωθεί στην Ευρώπη και είχε μόλις φτάσει στη χώρα μας. «Παντρεύοντας» την ελληνοπρεπή και τη δυτικότροπη εικαστική παιδεία, ο Ψυχοπαίδης κατάφερε να αντισταθεί στα φαινόμενα του βίαιου εκβιομηχανισμού και της χωρίς μέτρο κατανάλωσης, διασταυρώνοντας κόσμους που του επέτρεψαν γόνιμες διαδραστικές καλλιτεχνικές ανταλλαγές.

Μπορεί να μεγάλωσε στον απόηχο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και να βίωσε μία Ελλάδα απορροφημένη από ένα βαθιά υπερκαταναλωτικό μοντέλο, όμως τα ερεθίσματα του Γιάννη Ψυχοπαίδη ξεκίνησαν πολύ νωρίτερα και δεν ήταν μόνο κοινωνικής και πολιτικής φύσεως.
Η πρώτη ζωγραφιά που έκανε, σε ηλικία 4-5 ετών, ήταν μια σκηνή από τους «Άθλιους» του Βίκτορ Ουγκό (η οποία δυστυχώς δεν συμπεριλαμβάνεται στην έκθεση). Δεν ξέρουμε για εσάς, αλλά εμείς σε καμία περίπτωση δεν χρωματίζαμε πορτρέτα του Γιάννη Αγιάννη ως νήπια. Αν και ακούγεται ακραίο ένα πεντάχρονο να διαβάζει κλασική λογοτεχνία, ο Ψυχοπαίδης παραδέχτηκε ότι δεν έγινε με προτροπή των γονιών του: «Είχαμε τη μεγάλη τύχη να έχουμε κάποιες βιβλιοθήκες στο οικογενειακό σπίτι, αλλά οι γονείς μας ποτέ δεν μας πίεσαν να διαβάσουμε κάτι από αυτές. Ήταν στη δική μας κρίση να τραβήξουμε 1-2 βιβλία και να ανακαλύψουμε έναν κόσμο ιδεών, όχι σαν επιταγή, αλλά σαν κάτι που εσύ ο ίδιος τολμάς να κάνεις και χάνεσαι μέσα στο μεγαλείο του λόγου».
Μέσα στο προσωπικό αρχείο του καλλιτέχνη

Μετά από 107 αναδρομικές εκθέσεις, τι παραπάνω μπορεί να αφηγηθεί ένας δημιουργός για τη ζωή και το έργο του; Αυτός ήταν ο λόγος που ο Ψυχοπαίδης επέλεξε να ανοίξει την ιδιωτική του συλλογή και να παρουσιάσει εβδομήντα έργα, που χαρτογραφούν με έναν αλλιώτικο τρόπο τη διαδρομή του από το 1962 έως σήμερα. Η προσωπική πινελιά του καλλιτέχνη συνέβαλε στο να δημιουργηθεί ένα εκθεσιακό αφήγημα που πράγματι σε κάνει να αισθάνεσαι ότι κρυφοκοιτάζεις στο αρχείο του, ακούγοντας τον ίδιο να μιλά για τις εμπνεύσεις και την τέχνη του.
Ζήσαμε τις αντιφάσεις μιας κοινωνίας σε πολύ έντονη κρίση και αυτό μας έδωσε την αίσθηση ότι πολλά πράγματα μπορούσαν να περάσουν από το χέρι μας. Ελπίζαμε ότι αυτή η κοινωνία θα μπορούσε να αλλάξει προς το καλύτερο, να κάνουμε κάτι για το κοινό καλό.


«Πάντα κράταγα 2-3 έργα από κάθε περίοδο, κυρίως σαν ένα στήριγμα για την επόμενη κίνηση, μια παρακαταθήκη μιας ιδέας και κάποιων σκέψεων που αφορούν τη ζωή, την τέχνη, τη μαρτυρία και το ντοκουμέντο μιας εποχής, που στην ουσία ολοκληρώνουν έναν κύκλο και μετά δίνουν το βήμα σε κάτι καινούργιο. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι αυτά τα έργα θα μπορούσαν να εκτεθούν όλα μαζί. Να που μπορέσαμε να κάνουμε κάτι που νομίζουμε ότι είναι πολύ χαρακτηριστικό μίας συλλογικής πορείας» σχολιάζει ο καλλιτέχνης. «Αυτά που ζούσαμε στους δρόμους το πρωί, τα ζωγραφίζαμε το απόγευμα. Στην ουσία υπήρχε μια ταύτιση ανάμεσα στο βιωματικό στοιχείο ως εμπειρία ζωής με αυτό που θέλαμε να αποδώσουμε εικαστικά».

Κάθε ενότητα της έκθεσης προσφέρει μία ματιά στα βιώματα του καλλιτέχνη. Στο «Μάθημα Ανατομίας», όπως και σε αρκετά έργα της έκθεσης, μαθαίνουμε για τη σχέση του με την ανατομία, που μελετούσε ως φοιτητής. Από την άλλη, μέσα από τη σειρά «Νύχτα στις Βρυξέλλες» του 1986 αποτυπώνεται η δική μας σχέση με τον προσωπικό χώρο και την εικόνα της πόλης έξω από τα παράθυρα. Και στον «Χρησμό», μία από τις διασημότερες και πιο εντυπωσιακές συνθέσεις του Ψυχοπαίδη, η πολυεπίπεδη αφήγηση ξεκινά από τους αρχαίους χρόνους και φτάνει στη σύγχρονη εποχή, επιχειρώντας να συνδέσει το δικό μας παρόν με τον κλασικό κόσμο.

«Είχαμε την πολύ μεγάλη τύχη να μεγαλώσουμε σε μία συναρπαστική δεκαετία που συμπύκνωσε κάτι μοναδικό στην ευρωπαϊκή ιστορία, μια εκφραστική έξαρση της τέχνης, του κινηματογράφου, της μουσικής, που περιείχε το στοιχείο ενός καινούργιου ανθρωπισμού μετά τον πόλεμο. Το αίσθημα ότι ο άνθρωπος μπορούσε να ξαναβρεί τον δρόμο του» εξηγεί ο ίδιος. «Ζήσαμε τις αντιφάσεις μιας κοινωνίας σε πολύ έντονη κρίση και αυτό μας έδωσε την αίσθηση ότι πολλά πράγματα μπορούσαν να περάσουν από το χέρι μας. Ελπίζαμε ότι αυτή η κοινωνία θα μπορούσε να αλλάξει προς το καλύτερο, να κάνουμε κάτι για το κοινό καλό. Και αυτός νομίζω ήταν ο κοινός άξονας όλων αυτών των σταθμών της πορείας μου».

