Στο «Ιώδιο» η ψαροφαγία είναι γυναικεία υπόθεση
Το «Ιώδιο» πριν ακόμα ανοίξει το συνόδευαν αστικοί μύθοι (λογικό). Όταν άνοιξε, η μισή Αθήνα ήθελε να πάει να δοκιμάσει. Δεν κρύβω ότι με είχε κουράσει όλη αυτή η διαδικασία να μην μπορώ να βρω τραπέζι με τίποτα. Κάποια στιγμή μέσα στην εβδομάδα δοκίμασα, εντελώς τυχαία, και έγινε το «θαύμα». Ο πανικός που είχε δημιουργηθεί τον χειμώνα είναι απολύτως λογικός, αφού το «Ιώδιο» είναι ένα πολύ μικρό μαγαζί. Παρά το μέγεθός του, προσφέρει μια εντυπωσιακή ποικιλία πιάτων, που δεν θα τα χαρακτήριζα απλώς value for money, αλλά κάτι ακόμη καλύτερο. Αυτή η αίσθηση προκύπτει τόσο από το επίπεδο του σέρβις και τον χώρο, όσο και από το γεγονός ότι δοκιμάζεις δημιουργίες των σεφ Γεωργιάννας Χιλιαδάκη και Δανάης Βορίδου. Όταν γευτείς τα πιάτα, το μόνο που σκέφτεσαι είναι πότε θα επιστρέψεις.
Το έχουμε ξαναπεί: αν πας πρώτη φορά στο «Ιώδιο», είναι κρίμα να περιοριστείς σε ένα απλό ψητό ψάρι ή σε κλασικές κοπές, όταν ο κατάλογος προσφέρει τέτοιο πλούτο επιλογών και σου δίνει την ευκαιρία να δοκιμάσεις τη δημιουργική ματιά της σεφ Γεωργιάννας. Άλλωστε, δεν είναι αυτή η πρώτη εικόνα που έχεις στο μυαλό σου για εκείνη.

Ξεκινάς με την ψαρόσουπα, η οποία δεν είναι απλώς γευστική· δύσκολα την περιγράφεις, γιατί πρόκειται για μια πραγματική γευστική έκρηξη, κάτι που δεν συναντάς εύκολα. Στη συνέχεια έρχονται μικρά αριστουργήματα: ο ταραμάς με τη λαγάνα, και τα δύο αέρινα και απόλυτα ισορροπημένα, ενώ ο μπακαλιάρος σεφταλιά είναι μια βαθιά, νόστιμη «αλητεία» που λιώνει στο στόμα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, υπήρχε και μια πιτούλα από κάτω… καταλαβαίνεις τι έγινε. Δεν δάκρυσα αλλά για μια στιγμή σκέφτηκα σοβαρά να σηκωθώ από το τραπέζι και να φιλήσω τους δημιουργούς.

Μετά έρχεται η σουπιά με το σπανάκι, ένα πιάτο που σε κάνει να ψάχνεις τρόπο να μην τελειώσει ποτέ ή, έστω, να ξαναγεμίζει μαγικά. Το χταπόδι με το τσιμιτσούρι ήταν το μοναδικό που δεν με συγκλόνισε από την πρώτη στιγμή· λογικό, βέβαια, γιατί τα υπόλοιπα ήταν ένα ταξίδι, ενώ αυτό έμοιαζε περισσότερο με σταθερό προορισμό.
Είχα μεγάλη όρεξη να δοκιμάσω το περιβόητο πιάτο ζυμαρικών με αχινό, αν και δεν σου κρύβω πως ζήλεψα και το δεύτερο πιάτο: τα spaghetti alle vongole. Τελικά, για μένα ήταν τα καλύτερα spaghetti alle vongole που έχω φάει στη ζωή μου, τόσο που «έσβησαν» τον αχινό, γιατί ήταν πραγματικά συγκλονιστικά.

Το τέλος μας βρήκε με ένα «Σικάγο». Δεν ξέρω αν σας έχω πει ότι τα καλοκαίρια μετρούσα τα ψυγεία παγωτών σε κάθε ταξίδι και, σχεδόν πάντα, έβγαζα την Έβγα πρώτη. Αυτό το «Σικάγο», όμως, ήταν καλύτερο ακόμη και από τη μνήμη οποιουδήποτε «Σικάγο» θυμόμουν.

Θα ξαναπάω στο «Ιώδιο» για να δοκιμάσω τον μπακαλιάρο μπιάνκο. Τον είδα να τον τρώει ένας κύριος δίπλα και είχε ενθουσιαστεί κι εγώ παθαίνω πάντα ένα μικρό σοκ όταν βλέπω ανθρώπους να απολαμβάνουν τόσο πολύ αυτό που τρώνε. Μου γεννιέται αμέσως η επιθυμία να πάω στο τραπέζι τους και να δοκιμάσω κι εγώ. Εδώ που τα λέμε, δεν θα ήταν ωραίο να υπήρχε ένα «δεύτερο» πιάτο δίπλα σε αυτό που τρως, για να προσφέρεις μια μπουκιά σε όσους ζηλεύουν; Μια μπουκιά για εκείνους που, έστω και για λίγο, έχουν μείνει έξω από τη χαρά της γεύσης.
