Ο Ρεμί ταξιδεύει: «Lianolia», ένα εξαιρετικά νόστιμο και πανέμορφο εστιατόριο
Καθηλωτικός χώρος, σοβαρή γαστρονομική ομάδα, καθαρές ιδέες και φαγητό με προσωπικότητα σε κάνουν να ξεχνάς μέχρι και τη βόλτα στην Πάργα.
Το «Lianolia» είναι ένα από τα πιο όμορφα εστιατόρια που έχω συναντήσει σε παραθαλάσσια ξενοδοχεία. Και το λέω αυτό έχοντας μια μικρή καχυποψία απέναντι στα εστιατόρια ξενοδοχείων, τα οποία πολλές φορές βασίζονται περισσότερο στο σκηνικό παρά στην ουσία. Στο εστιατόριο του «Parga Beach Resort», όμως, η πρώτη εντύπωση είναι τόσο δυνατή, τόσο καθαρή, που σε κάνει σχεδόν να ξεχνάς τη βόλτα στην Πάργα, η οποία είναι από μόνη της πανέμορφη και καθόλου εύκολος αντίπαλος.

Νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε ένα ιταλικό, αριστοκρατικό patio, από αυτά που δεν προσπαθούν να φωνάξουν την πολυτέλεια, αλλά την αφήνουν να φανεί μέσα από τη λεπτομέρεια. Μπροστά σου οι φοινικιές, λίγο πιο πέρα το Κάστρο της Πάργας και γύρω σου αυτό το απέραντο γαλάζιο που, όσο κοινότοπο κι αν ακούγεται, σε καθηλώνει. Είναι από εκείνα τα μέρη όπου το φαγητό πρέπει να σταθεί στο ύψος τους, αλλιώς κινδυνεύει να χαθεί κάτω από την εικόνα.

Το εστιατόριο ξεκίνησε φέτος με καλλιτεχνική γαστρονομική διευθύντρια τη Γεωργιάννα Χιλιαδάκη. Και εδώ ας σταθούμε λίγο, γιατί δεν μιλάμε για ένα απλό όνομα που μπήκε σε μια ταμπέλα. Η Χιλιαδάκη είναι μία από τις πιο αναγνωρισμένες και επιδραστικές Ελληνίδες σεφ, η μοναδική που έχει τιμηθεί με δύο αστέρια Michelin. Το 2009 άνοιξε στην Αθήνα το εμβληματικό «Funky Gourmet», ένα εστιατόριο που επαναπροσδιόρισε την ελληνική κουζίνα μέσα από τη μοριακή γαστρονομία και τα πειραματικά μενού γευσιγνωσίας. Από τη χωριάτικη σαλάτα σε μορφή λευκού γρανίτη μέχρι τις πιο τολμηρές ιδέες του, το «Funky Gourmet» απέδειξε ότι η ελληνική κουζίνα μπορεί να είναι και μνήμη και φαντασία. Το πρώτο αστέρι Michelin ήρθε το 2012, το δεύτερο το 2014, και η ιστορία γράφτηκε.
Το «Lianolia» διαθέτει όμως και ένα άλλο, ας το πω έτσι, πυρηνικό όπλο: τον executive chef Στράτο Χαϊταρίδη. Πρόκειται για έναν μάγειρα με πολυετή και επιτυχημένη πορεία στον χώρο της πολυτελούς φιλοξενίας και του private dining, με εμπειρία σε κορυφαία γαστρονομικά projects και σε high-end resorts της Ελλάδας. Κι αυτό φαίνεται. Όχι με τρόπο επιδεικτικό, αλλά μέσα από τη συνοχή του μενού, την καθαρότητα των γεύσεων και μια δημιουργική μεσογειακή σκέψη που δεν χάνει την επαφή της με το συναίσθημα.

Τι μπορεί να πάει λάθος με τέτοια μαγειρική ομάδα; Θεωρητικά πολλά, γιατί η προσδοκία είναι επικίνδυνο πράγμα. Στην πράξη, όμως, όλα έγιναν σωστά. Αντίθετα, το δείπνο είχε εκείνη τη σιγουριά που σε κάνει να χαλαρώνεις και να λες ότι εδώ υπάρχει σχέδιο και λόγος που δημιουργήθηκε αυτό το εστιατόριο.

Το δείπνο ξεκίνησε λίγο αργοπορημένα, γιατί χάθηκα στη θέα. Και όταν λέω χάθηκα, το εννοώ. Υπάρχουν στιγμές που λες «ας κοιτάξω λίγο ακόμα» και ξαφνικά περνάει ο χρόνος χωρίς να το καταλάβεις. Αφού επανήλθα, πήρα το ταρτάρ, το οποίο ήταν φίνο και αεράτο. Από τα ωμά, όμως, την καρδιά μου έκλεψε το ταρτάρ ψαριού αβγολέμονο. Πανέξυπνη ιδέα, άψογη εκτέλεση και, κυρίως, ένα παράδειγμα του πώς μπορείς να πατήσεις πάνω σε κάτι γνώριμο και ελληνικό χωρίς να το κάνεις καρικατούρα.
Λάτρεψα τα καπνιστά χόρτα με συνοδεία τυριού, γιατί είχαν αυτό το γαιώδες, βαθύ στοιχείο που ζητάς από τα χόρτα, αλλά με μια πιο δουλεμένη, πιο εστιατορική ένταση. Ακόμα περισσότερο, όμως, ενθουσιάστηκα με την πληθωρική… αλητεία της κρεμμυδόπιτας – και χρησιμοποιώ τη λέξη «αλητεία» με τον μεγαλύτερο σεβασμό. Ήταν πιάτο γενναιόδωρο, νόστιμο, με χαρακτήρα, που ακόμα και σαν αυτόνομη παρουσία στεκόταν με άνεση στο τραπέζι.

Δεν σας κρύβω ότι λαχταρούσα ένα πιάτο ζυμαρικών, και η vongole ήταν μια πρόταση στην οποία δύσκολα αντιστέκεσαι. Δεν είχα άδικο. Ήταν από εκείνα τα πιάτα που δείχνουν απλά, αλλά για να βγουν σωστά θέλουν ακρίβεια, μέτρο και καθαρή γεύση θάλασσας. Πολύ καλό ήταν και το γιουβέτσι με το κοτόπουλο, ενώ η cacio e pepe με γραβιέρα ήταν λιχούδικη, σχεδόν παρηγορητική.
Το μενού, εκτός από μεσογειακά ερεθίσματα, είχε και κερκυραϊκές αναφορές, κάτι που προσωπικά με ενδιαφέρει πολύ όταν γίνεται με σκέψη και όχι σαν τουριστική πινελιά. Το ιερόσυλο μπιάνκο με νιόκι, για παράδειγμα, ήταν απίθανο. Η σύλληψη, αντί για πατάτα να χρησιμοποιηθεί μια παρασκευή με πατάτα, είχε χιούμορ, τεχνική και νοστιμιά. Ακόμα και η κοπή του μοσχαριού ήταν εξαιρετική, σωστά ψημένη, με καθαρή γεύση και αίσθηση φροντίδας.

Τα γλυκά ήταν επίσης ενδιαφέροντα. Η ωδή στα «Λεμόνια της Πάργας» είχε φρεσκάδα, αρωματική ένταση και μια κομψότητα που ταίριαζε απόλυτα με το μέρος. Ο παιχνιδιάρικος μπακλαβάς με φιστίκι, αποδομημένος αλλά ουσιαστικός, ήταν από εκείνα τα γλυκά που σε κάνουν να αναρωτιέσαι γιατί γκρινιάζουμε τόσο συχνά για τις αποδομήσεις. Αν είναι έτσι, εγώ προσωπικά δεν έχω κανένα πρόβλημα.
Είναι σπουδαίο αυτό που έκαναν στο «Parga Beach Resort» με το «Lianolia». Δεν έφτιαξαν απλώς ένα όμορφο εστιατόριο μέσα σε ένα ωραίο ξενοδοχείο. Δημιούργησαν έναν προορισμό. Ένα μέρος όπου μπορείς να πας όχι απλώς επειδή μένεις εκεί, αλλά επειδή αξίζει από μόνο του τη διαδρομή. Και έχω την αίσθηση ότι χρόνο με τον χρόνο θα γίνεται ακόμα πιο εντυπωσιακό, γιατί η βάση του είναι ήδη γερή: ωραίο περιβάλλον, σοβαρή ομάδα, καθαρές ιδέες και φαγητό με προσωπικότητα. Αν αυτή είναι η αρχή, τότε πραγματικά έχει πολύ ενδιαφέρον να δούμε τη συνέχεια.
«Parga Beach Resort», Πάργα, 2684031410