«Η ταβέρνα των φίλων» στον Κολωνό: Μια Κυριακή που με γύρισε στη δεκαετία του ’60
Όχι άλλα σεβίτσε, ταρτάρ, όχι άλλα αποδομημένα και αποδομημένα σε γαστροταβέρνες, ταβέρνες, θάλασσες και ακτές.
Πρέπει να έχεις μεγάλη σιγουριά στον εαυτό σου για να φτιάξεις ένα εστιατόριο μεταξύ Ακαδημίας Πλάτωνος και Λένορμαν και να κρατήσεις τον τίτλο του παλιού εστιατορίου, δηλαδή «Ταβέρνα των Φίλων», και να το λανσάρεις ξανά το 2023, σερβίροντας αληθινή κουζίνα. Εγώ, να σας πω την αλήθεια, όσες φορές διάβαζα τον τίτλο, με έπιανε μια αποστροφή. Τελικά, αποφάσισα να το επισκεφτώ μια Κυριακή μουντή. Οι Κυριακές, και ιδιαίτερα οι μουντές, μου δημιουργούν μια απίστευτη κατάθλιψη, γιατί σκέφτομαι και αυτό το συγκλονιστικό τραγούδι «Μια Κυριακή» του Μπιθικώτση. Το εστιατόριο βρίσκεται σε έναν δρόμο όπου υπάρχει και ένας εγκαταλειμμένος θερινός κινηματογράφος, με μια φανταστική πόρτα, το «Αθηναί». Δεν υπάρχει σύμπτωση ποτέ σε αυτό, να ξέρετε.
Το εστιατόριο έχει κρατήσει την πατίνα του χρόνου, αλλά με σερβίτσια και εξοπλισμό στη νεότερη εποχή. Προφανώς, έχουν κρατήσει ακόμα και το λογότυπο του παλιού εστιατορίου. Ο χώρος της σάλας είναι απίστευτα άνετος και τα τραπέζια δεν είναι στριμωγμένα. Τα παιδιά που σερβίρουν είναι απίστευτα ευγενικά και ιδιαίτερα καταρτισμένα και στα πιάτα και στο κρασί. Τα πρώτα πιάτα ήταν μια τυροκαυτερή, μια μελιτζανοσαλάτα και, βέβαια, μια χόρτα τσιγαριστά, που ταίριαζαν απόλυτα με το κρασί.

Ενώ τα κυρίως, τα αναφέρω με τη σειρά σερβιρίσματος. Καλαμαράκι ψητό με σπανακόρυζο. Δεν περίμενα ποτέ ότι θα πήγαινε τόσο πολύ το σπανακόρυζο με το καλαμάρι. Κοτόπουλο με φασολάκια, μια παραλλαγή ενός πιάτου που μισώ, που είναι οι μπάμιες. Εξαιρετική η σάλτσα του και απίστευτο το βράσιμο στα φασολάκια. Το τρίτο πιάτο ήταν μπιφτεκάκια με πάπρικα και γιαούρτι. Αυτό με γύρισε πίσω σε γεύση που συναντάς στη Μακεδονία. Ήταν φανταστικό. Και τέταρτο πιάτο, ραγού προβατίνα με τυράκι τριμμένο και απίστευτες βουτυράτες παπαρδέλες. Προφανώς, ήμασταν τέσσερα άτομα και δοκίμασα και από τα τέσσερα πιάτα οπότε μπορώ να πω ότι ήταν πιάτα από καθαρές, ζεστές γεύσεις, αυτό που λέμε φαγητό της ψυχής. Ο σεφ, χωρίς να γίνεται φανφάρας, σου προσφέρει απλόχερα φαγητό Κυριακής, μοναδικά φτιαγμένο. Είναι τρομερό πια, οι σεφ μπορούν να σου φτιάξουν ό,τι μπορείς να φανταστείς, αλλά δεν μπορούν να φτιάξουν ένα φαγητό ελληνικό Κυριακής.

Οι Κυριακές ήταν πάντα ιερές και συνήθως τα παλιά χρόνια συναντιόντουσαν όλοι, ακόμα και οι άσωτοι, για αυτό και το φαγητό, που ήταν πάντα ένα μπελαλίδικο, ήταν ιερό. Δυστυχώς, χάνεται αυτή η ιερότητα της ημέρας και του φαγητού.
Καθώς έφευγα, μου έγινε εικόνα ότι γύρναγα πίσω στη δεκαετία του ’60, σε έναν χωμάτινο δρόμο χωρίς αυτοκίνητα, και στην «Ταβέρνα των Φίλων» ήταν ο Σπανός και ο σερ Γρηγόρης Μπιθικώτσης να πίνουν ρετσίνα και να τρώνε κεφτέδες και να ακούνε το «Άνθρωποι μονάχοι» από το γραμμόφωνο του μαγαζιού, και ο κόσμος που πήγαινε στο διπλανό κινηματογράφο να τους βλέπει μέσα από το τζάμι και τις κουρτίνες και να προσπαθεί να τους χαιρετήσει. Σκεφτείτε το σαν εικόνα. Δεν την έχω ζήσει ούτε κι εγώ, αλλά με συγκινούν οι ταινίες του Ελληνικού Νεορεαλισμού.

Είναι σπουδαίο, τελικά, αυτό που κάνουνε στην «Ταβέρνα των Φίλων» και το εγχείρημά τους να σερβίρουν υψηλής ποιότητας Ελληνική Κουζίνα, χωρίς να προσπαθούν να την αλλάξουν, αλλά να ενισχύουν τον πλούτο της. Όχι άλλα σεβίτσε, ταρτάρ, όχι άλλα αποδομημένα και αποδομημένα σε γαστροταβέρνες, ταβέρνες, θάλασσες και ακτές. Μάθετε να μαγειρεύετε πρώτα τα απλά, πριν πάτε στα σύνθετα. Μαγειρέψτε επηρεασμένοι από τη χροιά της φωνής του Γρηγόρη, που δεν χρειαζόταν εφέ και εφέ και έβγαινε η φωνή καθαρή και σε συγκλόνιζε.
Αν θέλετε, μπορώ να σας στείλω ταινίες και τραγούδια να επηρεάσω την έμπνευσή σας. Δεν μπορείς να θέλεις να φτιάχνεις κάθε ξενόφερτη ανοησία όταν ακούς τα τραγούδια του Σπανού, με τις φωνές των Βίκυ Μοσχολιού και Γρηγόρη Μπιθικώτση, αλλά ένα φαγητό που βγαίνει μέσα από την ψυχή σου.