To 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας απέδειξε ότι το βιβλίο παραμένει πυξίδα στους δύσκολους καιρούς
AILF TECHNOPOLIS

To 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας απέδειξε ότι το βιβλίο παραμένει πυξίδα στους δύσκολους καιρούς

Το 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας που έγινε στην Τεχνόπολη έφερε στην πόλη συγγραφείς υψηλού κύρους, όπως οι Λάσλο Κρασναχορκάι, Πολ Λιντς, Ντέιβιντ Σολόΐ, Σέλβα Αλμάδα, Κέβιν Μπάρι, Καρολίν Έμκε, κ.α. και άφησε το πρώτο του σημαντικό αποτύπωμα με μια σειρά εξαιρετικών συζητήσεων

Κάθε νέα πολιτιστική διοργάνωση καλείται να αποδείξει αφενός ότι έχει λόγο ύπαρξης και αφετέρου, μέλλον. Η επιτυχία δεν φαίνεται απαραίτητα μόνο σε νούμερα και αριθμό προσέλευσης, αλλά και στο αποτύπωμά του, που χτίζεται καταρχάς σε ζωντανό χρόνο, μέσα στους κόλπους ενός φεστιβάλ που τρέχει κυρίως με τις συζητήσεις που φιλοξενεί, αλλά και στον απόηχο των επόμενων ημερών. Δεν ξέρω βέβαια, τι θα μπορούσε να πάει στραβά σε έναν νέο θεσμό όπως το 1ο Διεθνές Λογοτεχνικό Φεστιβάλ της Αθήνας στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων που ξεκίνησε τόσο δυναμικά, φέρνοντας στην πόλη μας συγγραφείς υψηλού κύρους, όπως ο νομπελίστας Λάσλο Κρασναχορκάι, οι βραβευμένοι με Booker Πολ Λιντς και Ντέιβιντ Σολόΐ, η υποψήψια για Booker Σέλβα Αλμάδα, ο Ιρλανδός Κέβιν Μπάρι, η Γερμανίδα Καρολίν Έμκε, κ.α. Οι σημαντικότατοι αυτοί συγγραφείς «πρόσφεραν» με τη σειρά τους στους φίλους του βιβλίου, τη σκέψη και τον λόγο τους, ακόμα και τη γνωριμία από κοντά, και μάλιστα όλα αυτά δωρεάν, χωρίς είσοδο. Ήταν ατελείωτες οι ουρές για την υπογραφή βιβλίων.

Για τρεις ολόκληρες ημέρες, από τις 27 έως τις 29 Μαρτίου, η Τεχνόπολη έγινε ένας διαδραστικός τόπος διαλόγου για την σύγχρονη λογοτεχνία τόσο ως τέχνη, αλλά και ως φακός μέσα από τον οποίο προσεγγίζουμε τον πολιτισμό, την κοινωνία, την πολιτική. Γιατί στην εποχή της υπέρμετρης ταχύτητας που πατάμε γκάζι ακόμα και στον τρόπο που καταναλώνουμε τον πολιτισμό, στην εποχή της λαίλαπας των πολέμων και της ακροδεξιάς ρητορικής, είχαμε μεγάλη ανάγκη να ακούσουμε τον ψύχραιμο, βαθυστόχαστο, και πραγματικά ουσιαστικό λόγο των σπουδαίων λογοτεχνών για ζητήματα όπως η λογοτεχνία ως μέσον αφύπνισης σε ταραγμένες εποχές όπως η σημερινή, η έμφυλη βία και ο ρατσισμός, η σχέση του βιβλίου με τον κινηματογράφο, κ.α. Κι αυτό από μόνο του είναι το πλέον σημαντικό γεγονός που δημιούργησε αυτό το νεόκοπο φεστιβάλ. Κι εμείς ελπίζουμε να συνεχίσει το ίδιο δυναμικά, να εδραιωθεί και να αγκαλιαστεί από τον κόσμο και, φυσικά να βάλει έστω ένα μικρό λιθαράκι στην δημιουργία νέων αναγνωστών- «καθήκοντα» που έχουν αναλάβει οι συγγραφείς και μεταφραστές Χρήστος Αστερίου και Λευτέρης Καλοσπύρου και η δημοσιογράφος και βιβλιοκριτικός Μικέλλα Χαρτουλάρη ως υπεύθυνοι του καλλιτεχνικού προγράμματος, και ο Πρόεδρος της Τεχνόπολης, Κωστής Παπαΐωάννου.

Λάσλο Κρασναχορκάι

Πολ Λιντς και υψηλή λογοτεχνία

Την Κυριακή 29 Μαρτίου, τρίτη και τελευταία ημέρα του Φεστιβάλ βρεθήκαμε στη συζήτηση ανάμεσα στον Πολ Λιντς, τον Ιρλανδό σταρ του βιβλίου και βραβευμένο με Booker το 2023 για το συναρπαστικό «Το τραγούδι του προφήτη», και τον συγγραφέα Νίκο Μάντη. Η συζήτηση έγινε με αφορμή την πρόσφατη έκδοση του βιβλίου του Λιντς «Πιο πέρα από τη θάλασσα» (και τα δύο κυκλοφορούν από τις εκδ. Gutenberg») όπου ένας ψαράς, ο Μπολίβαρ, πιεσμένος από τα χρέη, βγαίνει με τη βάρκα του στον Ειρηνικό, παρά τις προειδοποιήσεις για έντονη κακοκαιρία, παίρνοντας μαζί του για βοηθό τον νεαρό Χέκτορ. Η καταιγίδα ξεσπά και γρήγορα βρίσκονται χαμένοι στον ωκεανό. Χωρίς δυνατότητα επικοινωνίας και έχοντας ελάχιστες ελπίδες σωτηρίας, αναγκάζονται να παλέψουν όχι μόνο με τα κύματα, αλλά και με τον ίδιο τους τον εαυτό και όσα τους στοιχειώνουν.

Η κουβέντα γρήγορα ξανοίχτηκε στα θεμελιώδη και υπαρξιακά ζητήματα του ανθρώπου, αυτά που κατά τον Λιντς απασχολούν διαχρονικά την υψηλή λογοτεχνία. «Πόσο σπουδαίο είναι», μας έλεγε, «να αναγνωρίσεις ότι είναι απίστευτα δύσκολο να είσαι άνθρωπος. Ζούμε και υποφέρουμε και δεν γνωρίζουμε τίποτα. Οπότε γυρίζουμε στον Σοφοκλή, ζούμε αλλά είμαστε τυφλοί. Η ζωή μας είναι μέσα στο σκοτάδι και ανάβουν μικρές φλογίτσες. Σε αυτά πρέπει να επιστρέφει η λογοτεχνία». Σταχυολογούμε μερικά αποσπάσματα από τη συζήτηση:

Για το «Πιο πέρα από τη θάλασσα»: «Με αυτό το βιβλίο ήθελα να απομακρυνθώ από τα τούνελ της σύγχρονης ζωής και να καταβυθιστώ στα βασικά ζητήματα της ανθρωπότητας, όπως το τι σημαίνει να είσαι ζωντανός, στα αιώνια προβλήματα που στοιχειώνουν την ανθρώπινη κατάσταση. Κατάλαβα ότι υπάρχει ένας τρόπος να μιλήσεις για αυτά σε ένα σημερινό πλαίσιο όταν διάβασα ένα άρθρο για έναν άντρα ο οποίος, μαζί με έναν ακόμη ψαρρά, μπήκαν στη θάλασσα στην κεντρική Αμερική πριν από καταιγίδα και ξεβράστηκαν στον Ειρηνικό Ωκεανό. Στην πραγματικότητα είναι μια θανατική ποινή γιατί ο Ωκεανός είναι μια άβυσσος, τόσο απέραντος που δεν μπορείς να σωθείς. Οπότε είσαι ταυτόχρονα νεκρός και ζωντανός. Στην ιστορία που διάβασα ο ένας από τους δύο σώθηκε. Αυτό που καταλάβαινα όσο έγραφα το βιβλίο ήταν ότι ήταν μια ευκαιρία για μένα αυτή η ιστορία να διαδραματίζεται στην παρούσα στιγμή στην μοντέρνα ζωή, και να μετακινηθώ σε χαρακτήρες που κινούνται σε έναν χώρο που διαφεύγει από τη σύγχρονη ζωή και μπαίνουν στον μύθο. Βυθίζονται σε κάτι που είναι μυθικό, κοσμικό, κάτι που επιτρέπει σε μένα να δουλέψω πάνω τους. Υπάρχει μια φράση του Μίλαν Κούντερα που λέει ότι «το μυθιστόρημα μπορεί συχνά να είναι ανθρωπολογικό πείραμα». Αυτό το βιβλίο είναι ένα ανθρωπολογικό πείραμα. Τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος; Τι σημαίνει όταν το ανεπιθύμητο σου χτυπά την πόρτα και σε αρπάζει, σε βγάζει από τη ζωή σου και σε πηγαίνει σε μέρη που δεν θέλεις και βρίσκεσαι ξαφνικά να κοιτάς τη Μέδουσα κατάματα, πηγαίνεις σε άγνωστα μέρη όπου πρέπει να ζήσεις με ελπίδα, βρίσκεσαι εκτός κοινωνικής συνθήκης με τον ίδιο τρόπο που ο Ροβινσώνας Κρούσσος μένει μόνος του σε ένα νησί. Υπάρχει κάτι πανέμορφο σε αυτό γιατί υπάρχει μια διάσταση της ανθρωπότητας μας που δεν έχει σχέση με την κοινωνία στην οποία είμαστε μέσα, είναι κοσμική ή πνευματική, θρησκευτική για κάποιον που είναι θρησκευόμενος, κι αυτή η διάσταση ζητά απαντήσεις για το ποιος είσαι. Σε αυτή τη διάσταση κοιτά αυτό το βιβλίο».

Για τον ναυτικό πατέρα του: «Πρέπει να ομολογήσω ότι είμαι λάτρης της στεριάς δεν έχω εμπειρίες από τη θάλασσα. Ο πατέρας μου όμως, ήταν ναυτικός, χειριστής ασυρμάτου στο εμπορικό ναυτικό, αποσύρθηκε όταν γεννήθηκα και δούλεψε στην ακτοφυλακή. Από δεκαεννέα έως 28 χρονών είχε ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο. Όταν ήμουν μικρός, είχε ένα έπιπλο στην κρεβατοκάμαρα όπου είχε όλα του τα μυθιστορήματα, τα θρίλερ που του άρεσε να διαβάζει, και που περίμενα να μεγαλώσω για να διαβάσω κι εγώ, και είχε και μια συλλογή από διαβατήρια. Αυτό ήταν ο δικός του μύθος, ο κόσμος που δημιούργησε για εμένα. Όταν τρώγαμε έλεγε ιστορίες. Πέρασε 13 μήνες στον Ειρηνικό Ωκεανό με μία μικρή στάση σε μια ακτή. Βρέθηκαν σε τυφώνες. Έλεγε μια ιστορία ότι έπεσαν σε ανεμοστρόβιλο και όλες οι αντλίες του δεξαμενόπλοιου ήταν σπασμένες εκτός από μία και κατάφεραν να επιστρέψουν στο Τόκιο. Μου έλεγε ότι τέτοια πλοία βυθίζονται συνέχεια στους τυφώνες απλά δεν το ακούμε στις ειδήσεις. Έχω νοιώσει σαν να βρίσκομαι σε τυφώνα μεταφορικά. Όταν έγραψα το βιβλίο μου «Grace» που έχει θέμα ένα εθνικό τραύμα, τον λιμό, δεν έβρισκα εκδότη για έναν χρόνο. Ένοιωσα σαν να χάνομαι στη θάλασσα. Είχα εκδότη στην Γαλλία, στην Αμερική, αλλά όχι στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Ιρλανδία. Εκείνη λοιπόν τη χρονιά της απόρριψης έγραψα το «Πέρα από τη θάλασσα» για δύο άντρες που παρασύρονται στον Ωκεανό χωρίς καμία βεβαιότητα ότι θα σωθούν-νομίζω ότι είναι προφανής η ψυχαναλυτική διάσταση ότι δημιουργούσα σύμβολα και φόρμα για τις δικές μου αγωνίες. Τελικά το «Grace» εκδόθηκε και έσωσε την καριέρα μου, κέρδισε το Bραβείο Mυθιστόρηματος της Ιρλανδίας εκείνη τη χρονιά».

Για τις επιρροές του: «Όταν στα δεκαέξι μου διάβασα το «The Mayor of Casterbridge» του Τόμας Χάρντι μου άλλαξε τη ζωή, μου άνοιξε την τραγική διάσταση της απώλειας και το πώς μπορεί κάποιος να ζει λάθος τη ζωή του. Αυτός είναι ο δρόμος. Όταν είσαι δεκαέξι αυτό είναι στην πραγματικότητα η ζωή, όχι τα υπόλοιπα, τα ψεύτικα. Με επηρέασε βαθύτατα. Με τραβούσε η λογοτεχνία που έχει αυτή την κοσμική διάσταση που μπορεί να αρθρώσει την ανθρώπινη κατάσταση στη σημασιολογική της επέκταση, να αποδώσει το συναίσθημα του κενού και την ανάγκη να βρεθεί το νόημα. Ανέφερα τον Σοφοκλή, τον Σέξπιρ, το «Pedro Páramo» του Μεξικανού Χουάν Ρούλφο ήταν σημαντικό για μένα, ο Γουίλιαμ Φώκνερ, ο Κόρμακ ΜακΚάρθι, η ιρλανδική λογοτεχνία και ο Τζέιμς Τζόις ειδικά όταν ήμουν νεότερος. Πολλή λογοτεχνία που άνοιγε τη συζήτηση για όλα αυτά τα ζητήματα».

Για την άνθηση της ιρλανδικής λογοτεχνίας: Η ιρλανδική λογοτεχνία αφορούσε πάντα τον κοινωνικό ρεαλισμό, ήταν επικεντρωμένη πολύ στην οικογένεια και την κοινωνία. Εμένα αυτό μου φαινόταν ανεπαρκές. Δεν ακουμπούσε το πελώριο μέγεθος που είναι ζωή. Έχω διαβάσει τους Ρώσους, αυτοί παλεύουν με τα μεγαλύτερα προβλήματα. Αυτό πιστεύω ότι πρέπει να κάνει η λογοτεχνία και ένοιωθα ότι δεν το καταλάβαιναν οι Ιρλανδοί. Τα τελευταία δέκα χρόνια όμως, στην Ιρλανδία υπάρχει μια έκρηξη ειδών. Είναι διάφορες οι εξηγήσεις- θα το αναλύσουν οι ιστορικοί. Θα έλεγα ότι ένας από τους λόγους είναι ότι η Ιρλανδία περνάει μια κοινωνική επανάσταση, εδώ και δεκαπέντε χρόνια, διότι η καθολική εκκλησία είχε την χώρα από το λαιμό. Η ζωή ήταν στο πλαίσιο της θεοκρατίας – δεν μπορώ να το θέσω αλλιώς. Η εκκλησία ήταν πιο ισχυρή από το κράτος από πάρα πολλές απόψεις. Η Ιρλανδία όμως, μετακινήθηκε προς ένα ευρωπαΐκό πνεύμα, μια φιλελεύθερη δημοκρατία. Είναι η πρώτη χώρα στον κόσμο που ψήφισε υπέρ του γάμου των ομοφυλοφίλων με λαϊκή ψήφο. Πριν από μερικά χρόνια επετράπη επιτέλους η έκτρωση. Γίναμε Ευρωπαίοι, γίναμε μοντέρνοι, κι αυτή η μετατόπιση συνέβη πολύ γρήγορα. Αυτό έφερε μια κρίση ταυτότητας, αναρωτηθήκαμε ποιοι είμαστε ως Ιρλανδοί, ως Ευρωπαίοι, ως μέλη ενός παγκοσμιοποιημένου κόσμου. Με έναν τρόπο αυτό κάνουν και οι συγγραφείς, αναρωτιούνται για το ποιοι είμαστε τώρα. Δεν βλέπω ένα κίνημα αισθητικής με τον τρόπο που οι Νοτιοαμερικανοί προσδιορίστηκαν από τον μαγικό ρεαλισμό. Παράλληλα, αυτό που βοήθησε είναι ότι το ιρλανδικό κράτος υποστηρίζει στους συγγραφείς και τους καλλιτέχνες με πολύ σημαντικούς τρόπους και για πολύ καιρό. Το Συμβούλιο Τεχνών της Ιρλανδίας παίρνει γενναίες χρηματοδοτήσεις από την κυβέρνηση και στηρίζει τους συγγραφείς. Είναι πολύ δύσκολο να προσπαθείς να γράψεις όταν γυρνάς στο σπίτι σου κουρασμένος από τη δουλειά, όταν τα παιδιά σου είναι μικρά, κ.ο.κ. Όμως, είναι δυνατόν να είσαι full time συγγραφέας στην Ιρλανδία γιατί έχουμε φορολογικά κίνητρα, απαλλασσόμαστε δηλαδή από φόρους κι αυτό είναι υπέροχο. Με λίγα λόγια, ένας συγγραφέας μπορεί να ευδοκιμήσει στην Ιρλανδία».

Σχετικά άρθρα