Ένα Όσκαρ για τον κύριο Τιμογιαννάκη

Ένα Όσκαρ για τον κύριο Τιμογιαννάκη

Το βιβλίο Παναγιώτη Τιμογιαννάκη «Όσκαρ» διαβάζεται και ως ένα ταχύρρυθμο σεμινάριο κινηματογράφου με ουσιαστικές αναλύσεις για φιλμ και κινηματογραφιστές που βραβεύτηκαν ή έχασαν, τα πώς και τα γιατί των ψηφοφοριών που εξηγούν τελικά την ίδια την τέχνη του σινεμά

Το βιβλίο του Παναγιώτη Τιμογιαννάκη με τον λιτό, μονολεκτικό τίτλο «Όσκαρ» (εκδ. Πεδίο) αξίζει, χωρίς καμία αμφιβολία, μια θέση στα ράφια της βιβλιοθήκης των σινεφίλ και των φιλότεχνων γενικότερα. Είναι ένα πολύτιμο εγχειρίδιο για το πώς μπορεί κανείς να δει και να κατανοήσει μια ταινία, ποια τα επιτεύγματα ή τα προβλήματά της, οι τομές ή οι καινοτομίες που επιχειρεί. Είναι ακόμα, και ένα μαγικό και αποκαλυπτικό ταξίδι, καταρχάς με τη μεταφορική έννοια γιατί είναι η διαδρομή πενήντα χρόνων του Παναγιώτη στη δημοσιογραφία μέσα από το κινηματογραφικό ρεπορτάζ. Η έννοια ταξίδι όμως αναφέρεται και στα κυριολεκτικά αμέτρητα πήγαινε-έλα, υπερατλαντικές πτήσεις ΑΘήνα-Λος Άντζελες για την κάλυψη της τελετής των Όσκαρ, και το απόσταγμα σοφίας που χτίστηκε σιγά σιγά.

Η μόνη εθνική Ακαδημία που δεν είναι εθνική

Ναι, τον Παναγιώτη Τιμογιαννάκη, που έχει μια πλούσια καριέρα σε έντυπα και τηλεόραση, τον έχουμε συνδέσει με το Όσκαρ, κι εμείς οι συνάδελφοι του αλλά και οι αναγνώστες του που τον ακολουθούν και τον διαβάζουν στην σελίδα του «pantimo.gr», όπου κάνει τις αναλύσεις-«σεντόνια» χωρίς περιορισμούς και αγωνία να «χωρέσουν» σε συγκεκριμένο χώρο. Πώς όχι; Είναι ο μόνος Έλληνας που έχει παρακολουθήσει την τελετή απονομής, επί 21 χρόνια, ως επίσημος προσκεκλημένος της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, που είναι όπως, φροντίζει να τονίσει στο βιβλίο του, «η μόνη εθνική ακαδημία που είναι η λιγότερο εθνική από όλες τις κινηματογραφικές ακαδημίες του κόσμου. Οι ξένοι που υπάρχουν εκεί μέσα, δεν υπάρχουν πουθενά αλλού! Από τον Λάνθιμο και τον Φιλίππου ως τον Αλμοδόβαρ και τον Σακαμότο κι από τον Μπερτολούτσι έως τον Γαβρά, από Γάλλους σκηνογράφους και Ιταλούς ενδυματολόγους ως Ιάπωνες σχεδιαστές και Δανούς και βορειότερους Σκανδιναβούς κινηματογραφιστές».

Θα «υπερασπιστεί» πολλές φορές ο Παναγιώτης, μέσα στις σελίδες, τα Όσκαρ και το τι σημαίνει αυτή η ύψιστη κινηματογραφική βράβευση, και κυρίως γιατί είναι τόσο σπουδαία η διαδικασία μέχρι να φτάσουμε στην υπέρλαμπρη τελετή απονομής. Γιατί πολύ απλά, πίσω από αυτή την διαδικασία που οδηγεί στο κόκκινο χαλί και το χρυσό αγαλματάκι υπάρχουν κριτήρια και κανόνες, που έχουν να κάνουν με το τι εστί ένα κινηματογραφικό έργο. Γιατί πολύ απλά, εκεί που τόσοι και τόσοι βλέπουν τα όσκαρ ως ένα ωραίο χαζευτήρι στο κόκκκινο χαλί, μια παρέλαση υπερταλαντούχων ανθρώπων που διαφημίζουν haute couture ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης θυμίζει ότι πίσω από τις ψηφοφορίες υπάρχουν κινηματογραφιστές, όλων των ειδικότητων, που ψηφίζουν με κανόνες και βαθιά γνώση αυτών.

Είστε γελασμένοι εάν νομίζετε ότι θα βρείτε κουτσομπολιά και ζουμερά παρασκήνια για τις τελετές. Μακριά από τον Παναγιώτη τέτοια πράγματα. Δεν τον ενδιέφεραν ποτέ. Τα μόνα… χαριτωμένα που θα διαβάσετε, εκτός από το στραβομουτσούνισμα του Εντ Χάρις όταν έχασε για την ερμηνεία του στο «Pollock» το Όσκαρ από τον Ράσελ Κρόου ως «Μονομάχο», είναι μερικά τυχαία συναπαντήματα του ίδιου με διάφορους σταρ στο…ασανσέρ. Στα λίγα τετραγωνικά ενός ανελκυστήρα τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη ολόκληρος Αλ Πατσίνο όταν ο Παναγιώτης του έδωσε συγχαρητήρια για την βράβευση της ερμηνείας του στο «Άρωμα Γυναίκας». Στην ίδια ολιγόλεπτη διαδρομή ήταν «συνεπιβάτες» και ο Κλιντ Ίστγουντ και ο Τζακ Νίκολσον. Είναι μάλλον από τις περιπτώσεις όπου εάν συμβεί κάποια βλάβη και κλειστείς στο ασανσέρ, δεν δίνεις δεκάρα! Απόλαυσα πραγματικά όμως, το παρασκήνιο του με την Στρέιζαρντ. Όταν την γνώρισε και της είπε ο Παναγιώτης ότι έχει δει το «The way we were» 46 φορές (είναι η αγαπημένη του ταινία), η μεγάλη κυρία του θεάματος τον ρώτησε εάν έχει δει τις κομμένες σκηνές. Σε μία από τις δύο σκηνές, όπως λέει ο Τιμογιαννάκης, η Στρέιζαρντ ήταν καταπληκτική για αυτό και η ίδια θεωρούσε ότι εκείνη η κομμένη σκηνή της στοίχισε το Όσκαρ.

Ο Αριστοτέλης και τα Όσκαρ

Δύο λέξεις επανέρχονται κάμποσες φορές, σαν δηλώσεις ταυτότητας: «Είμαι εργοκεντρικός» και «είμαι σεναριάκιας». Επιμένει πολύ στην ανάλυση σεναρίων, δίνει μάθημα περί σεναριακής διασκευής που συνοψίζεται στο ότι «όσο λιγότερο πιστό στο βιβλίο ένα σενάριο, τόσο καλύτερο είναι» και «όταν μεταφέρουμε μια τέχνη σε μια άλλη, υποχρεωτικά ισχύουν οι κανόνες της δεύτερης. Δηλαδή, αν υποθέσουμε ότι διασκευάζεις το «Όσα παίρνει ο άνεμος» σε μπαλέτο, θα κριθεί με τους κανόνες του χορού και όχι του βιβλίου. Το ίδιο φυσικά ισχύει και στον κινηματογράφο». Και επιμένει: «όσο κι αν γελούν αυτοί που γουστάρουν να χλευάζουν, κάτω από αυτόν τον θεσμό υπάρχει ο Αριστοτέλης και η έννοια της Ακαδημίας, ο εργοκεντρισμός, η αλήθεια του έργου. Είναι όλα αλληλένδετα, το πώς βλέπουν κάθε επιμέρους επίτευγμα ενός έργου όλοι οι άλλοι κλάδοι αλλά και ο δικός του. Άνθρωπος με άνθρωπο διαφέρουν αλλά η κοινή βάση είναι η τέχνη τους. Και η Ακαδημία μπορεί κατ’ όνομα να είναι αμερικανική, αλλά στην ουσία είναι διεθνής. Ψηφίζουν εκεί όχι μόνο ο Λάνθιμος αλλά και η Αθηνά Τσαγγάρη, είναι δέκα χιλιάδες άνθρωποι, ολόκληρος δήμος σε δημοτικές εκλογές!».

Είναι πολλά τα σημεία και οι θεματικές στις οποίες κάθε σινεφίλ θα βρει το ενδιαφέρον του. Γιατί εδώ, η τέχνη του κινηματογράφου, προσεγγίζεται ολιστικά και επιμέρους. Ανάλυση σε κάθε κατηγορία. Έτσι, διαβάζουμε αναλύσεις για το ότι «η μουσική στο σινεμά είναι για να βλέπεται, όχι για να ακούγεται» ή για το μοντάζ που είναι «ο ρυθμός, η ραχοκοκαλιά, η συνεκτικότητα (…) «υπάρχουν μοντέρ που έχουν αλλάξει τον τρόπο γραφής του σεναρίου. Παράδειγμα ο Πίτερ Ζίνερ, που πήρε το Όσκαρ Μοντάζ για τον «Ελαφοκυνηγό» και ο οποίος στον «Νονό» με το μοντάζ που εισιγήθηκε άλλαξε τον τρόπο γραφής του Κόπολα, μετατρέποντας το σε τρεις παράλληλες δράσεις και τα έφερε όλα μαζί στην ίδια κορύφωωση ως να ήταν ένα». Ή προτρέπει τον αναγνώστη σε ένα παιχνίδι: «ένα σκηνογραφικό μυστικό όχι για τα Όσκαρ αλλά για τη δουλειά γενικότερα: είναι άσκηση που διδάσκεται στις σχολές να ψάξεις να βρεις σε κάθε ταινία το κυρίαρχο χρώμα. Σημαίνει ότι σε κάθε καρέ θα πρέπει αυτό το χρώμα να υπάρχει μόνιμα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο».

Θεωρία αλλά και πράξη

Το ενδιαφέρον που διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο είναι ότι παραμένει συγκεκριμένος, δεν παραθέτει θεωρίες, φυσικά δίνει κανόνες, έτσι όπως τους έχει κατανοήσει ο ίδιος στην πορεία του, κυρίως όμως, τους εξηγεί στην πράξη. Για παράδειγμα, αναλύει λεπτομερώς και ουσιαστικά πόσο σημαντική ήταν η Ντένη Βαχλιώτη, η πρώτη ενδυματολόγος που έφτασε μέχρι τα Όσκαρ και μάλιστα δις, με το «Ποτέ την Κυριακή» το 1961 και την «Φαίδρα» το 1963, αλλά κυρίως εξηγεί γιατί τα μέλη της Ακαδημίας προτίμησαν άλλον υποψήφιο. «Η Ντένη πάνω στην Μελίνα υπέγραψε την κομψότητα μιας εποχής (…) αλλά όπως μου είπε αργότερα κάποια κορυφαία ενδυματολόγος «δεν παίρνεις όσκαρ με ένα μπλουζάκι»». Τη δεύτερη φορά έχασε από την Νόρμα Κοχ για το ασπρόμαυρο των κοστουμιών για το «Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέιν» που στην πραγματικότητα «είχε μετατρέψει δύο μύθους, την Μπέτι Ντέιβις και την Τζόαν Κρόφορντ» σε «ρόμπες»». Στέκεται ακόμη στο γιατί έχασε η Μελίνα -η μόνη υποψήφια Ελληνίδα στην κατηγορία Όσκαρ Ά Γυναικείου- η Κατίνα Παξίνου είχε κερδίσει για τον β΄ Γυναικείο- από την Ελίζαμπεθ Τέιλορ για το «Ζήσαμε στην αμαρτιά» όπου «έκανε το star performance ορισμό». Υπάρχει εννοείται ολόκληρο section με τη σχέση της Ελλάδας με τα Όσκαρ με αναλύσεις για «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο» («το μόνο ξένο γουέστερν που αντιμετωπίστηκε σοβαρά από τους κινηματογραφιστές, κι έφτασε εκεί που έφτασε»), «Τα κόκκινα φανάρια» (για τα οποία είπε ο μέγιστος Φελίνι «Από τις τέσσερις αντίπαλες μου στα όσκαρ ξεχωρίζω εκείνη του Έλληνα», για την εργασία του Διονύση Φωτόπουλου, για τον Μιχάλη Κακογιάννη και πολλά πολλά ακόμη.

Είναι πάρα πολλές οι ταινίες για τις οποίες γράφει και εξηγεί, όπως το γιατί τον καθόρισε «Το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές», για τις αρετές του «Ghost», για το γιατί το «Moonlight» είναι το καλύτερο έργο Αφροαμερικανών που έβγαλε το Χόλιγουντ, για την μαγεία του «Poor Things», για τη μεγάλη ερμηνεία του Γκάρι Όλντμαν ως Τσόρτσιλ στο «Η πιο σκοτεινή ώρα», για το ότι ο Ταραντίνο είναι auteur όσο λίγοι, αλλά και για τα μαθήματα που πήρε ως καλός ακροατής και συνδαιτημόνας επαγγελματιών του σινεμά σε διάφορες ενδιαφέρουσες συναντήσεις όλα αυτά τα χρόνια, όπως ας πούμε περί της αναπάντεχης (αρχικά, για αυτόν) νίκης της Κιμ Μπάσιντζερ, η οποία κέρδισε Όσκαρ για το «Λος Άντζελες εμπιστευτικό» και πολλά πολλά ακόμη, κι ας μην κάνουμε περισσότερα σπόιλερ. Φυσικά, η περίοδος 2016 έως 2025 αναλύεται διεξοδικά, κατηγορία την κατηγορία, ταινία την ταινία.

Παρόλο που μπορεί να διαβαστεί απνευστί, είναι ένα βιβλίο βραδείας καύσης. Ή τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί. Σίγουρα, οι σινεφίλ θα μάθουν πολλά για την ίδια την τέχνη του σινεμά, θα ανακαλύψουν ταινίες, αλλά κι όσες ήδη γνωρίζουν, ίσως τις δούνε αλλιώς μετά από αυτό το απολαυστικό, και πραγματικά ενδιαφέρον, ταχύρρυθμο, γραπτής μορφής, σεμινάριο κινηματογράφου.

Το βιβλίο «Όσκαρ. Παναγιώτης Τιμογιαννάκης» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πεδίο».

Σχετικά άρθρα