Το πρόβλημα με τα biopics δεν είναι νομικό, είναι ηθικό

Το πρόβλημα με τα biopics δεν είναι νομικό, είναι ηθικό

Με αφορμή το φετινό «Love Story», σκεφτόμαστε τι έχει δείξει η σύγχρονη ιστορία για τις τηλεοπτικές βιογραφίες (και μάλλον δεν είναι κάτι καλό).

Ο πολύπειρος τηλεοπτικός δημιουργός και ταυτισμένος με τις «αληθινές ιστορίες» Ράιαν Μέρφι – δικές του οι ανθολογίες «American Crime Story» («The People vs. O.J. Simpson», «The Assassination of Gianni Versace», «Impeachment») και «Monster» («The Jeffrey Dahmer Story», «The Lyle and Erik Menendenez Story», «The Ed Gein Story») – συνεργάζεται αυτήν τη φορά με τον σεναριογράφο και showrunner Κόνορ Χάινς για το «Love Story: John F. Kennedy Jr. & Carolyn Bessette». Η σειρά της FX που έσπασε ρεκόρ θεάσεων στο Disney+, φέρνει στο επίκεντρο τον JFK και την Κάρολιν Μπεσέτ και αφηγείται μια μυθοπλαστική εκδοχή της σχέσης που είχε στα 90s όλα τα μάτια της Αμερικής πάνω της. Και επειδή, φυσικά, η σειρά έχει να κάνει με πραγματικά πρόσωπα, οι αντιδράσεις του κόσμου δεν περιορίζονται απλώς στο «καλή σειρά»/«κακή σειρά». Όπως κάθε φορά συμβαίνει, με το που κυκλοφορεί μια βιογραφική σειρά ακολουθεί μια σχετική συζήτηση με ηθικές προεκτάσεις.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις





Πρόσθεσε το Exodos στη Google

Ποιο είναι το στόρι με το «Love Story»;

Η βιογραφική σειρά αφηγείται σε 9 επεισόδια το χρονικό της σχέσης του Τζον Φ. Κένεντι Τζούνιορ, γιου του Αμερικανού Προέδρου Τζον Φ. Κένεντι και «Sexiest Man Alive» σύμφωνα με το περιοδικό People για το 1988, με την «ordinary woman» Κάρολιν Μπεσέτ. Με αφετηρία τη γνωριμία τους το 1992, όταν η Μπεσέτ δούλευε ως πωλήτρια στο showroom του Κάλβιν Κλάιν στη Νέα Υόρκη, το «Love Story» αναπαριστά την ταραχώδη σχέση του ζευγαριού – η οποία εκτυλισσόταν υπό τα φώτα των παπαράτσι και της δημοσιότητας – μέχρι τον θάνατό τους στο αεροπορικό δυστύχημα του 1999.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η βιογραφική σειρά μυθοπλασίας δεν πέρασε απαρατήρητη. Αρχικά, η «90s New York» ατμόσφαιρα επηρέασε brands και ινφλουέσενρς που στράφηκαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με σκοπό να μας δείξουν πως να αναπαράγουμε το «βάιμπ» της Μπεσέτ. Και, πράγματι, από άποψη μόδας και αναπαράσταση εποχής, η σειρά κάνει κάτι πολύ καλά. Πάμε όμως στο περιεχόμενο, και κυρίως στους χαρακτήρες, οι οποίοι γράφτηκαν χωρίς τη συμβολή των ίδιων των προσώπων που υποδύονται (για τους πρωταγωνιστές θα ήταν αδύνατο μιας και δε ζουν) ή ανθρώπων από το κοντινό τους περιβάλλον. Και αυτό είναι κάτι που προκάλεσε αντιδράσεις.

Οι φωνές που δεν ακούστηκαν

Στη σειρά, η Ντρι Χέμινγουεϊ υποδύεται την ηθοποιό Ντάριλ Χάνα, η οποία εμφανίζεται στo «Love Story» ως ερωτική σύντροφος του Κένεντι. Πράγματι, οι δυο τους ήταν σε σχέση πριν ο JFK Jr. μπει σε σχέση με την Μπεσέτ. Η ίδια η Χάνα, αντέδρασε στον τρόπο με τον οποίο απεικονίζεται, ως δηλαδή η υπερβολικά προσκολλημένη «γκόμενα» και η «άλλη γυναίκα» – η αντιήρωας δηλαδή απέναντι στην Μπεσέτ την οποία πρέπει ως θεατές να στηρίξουμε. Για να υπερασπιστεί τον εαυτό της (και να ξεκαθαρίσει πως δεν έκανε ποτέ ναρκωτικά), έγραψε ένα κείμενο το οποίο δημοσιεύτηκε στους New York Times, στο οποίο αναφέρει επίσης πως ο τρόπος που απεικονίστηκε είναι ο λόγος που πρόσφατα δέχτηκε επιθετικά, ακόμα και απειλητικά, μηνύματα από αγνώστους. Αρνητικές ήταν και οι αντιδράσεις συγγενών του Κένεντι, οι οποίοι κατηγόρησαν τη σειρά για ανακριβή απόδοση της οικογενειακής τους πραγματικότητας.

Αναπόφευκτα θυμόμαστε το πρόσφατο «Pam & Tommy» (2022) του Ρόμπερτ Σίγκελ, τη σειρά που εμπνεύστηκε από το sex-tape-σκάνδαλο της Πάμελα Άντερσον και του Τόμι Λι. Σε αυτήν την περίπτωση, η Άντερσον ζει – κι όμως δεν της ζητήθηκε ποτέ άδεια ή βοήθεια όσον αφορά τη δημιουργική διαδικασία, την παραγωγή και την κυκλοφορία της σειράς. Και αν η Χάνα έγραψε απλά μια ανοιχτή επιστολή, η Άντερσον χρειάστηκε να βγάλει ολόκληρο ντοκιμαντέρ («Pamela, A Love Story») για να ανακτήσει τον έλεγχο και τη φωνή της, εξηγώντας μεταξύ άλλων το πόσο τραυματικό και βίαιο είναι να βλέπει ένα γεγονός, που καθόρισε τη ζωή της παρά τη θέλησή της, να επανέρχεται στην επικαιρότητα – και πάλι, παρά τη θέλησή της και εκτός της επιρροής της.

Τι συμβαίνει με τη συναίνεση;

«Αυτή η ιστορία είναι εμπνευσμένη από πραγματικά γεγονότα αλλά περιλαμβάνει μυθοπλαστικά στοιχεία. Οποιαδήποτε ομοιότητα με αληθινά πρόσωπα ή οντότητες εξυπηρετεί αποκλειστικά δραματικούς σκοπούς». Με αυτό το disclaimer μας υποδέχεται το πρώτο επεισόδιο του «Love Story». Σαν να μας λέει, πολύ σωστά, πως αυτό που θα δούμε δεν πρόκειται για ντοκιμαντέρ. Ακόμα πιο σημαντικό: η σειρά δεν ισχυρίζεται ότι παρουσιάζει μια αληθοφανή εκδοχή των ατόμων ή των γεγονότων –  ούτε και οφείλει.

Νομικά τουλάχιστον, όταν πρόκειται για δημόσια πρόσωπα των οποίων η προσωπική ζωή έχει καλώς ή κακώς διαρρεύσει στη δημόσια σφαίρα, είναι απολύτως θεμιτό να χρησιμοποιούνται στοιχεία αυτής για δημιουργικούς σκοπούς. Ειδικά στην Αμερική, αλλά και σε πολλές χώρες της Ευρώπης, το δικαίωμα αυτό προστατεύεται ως ελευθερία λόγου και δημιουργικής έκφρασης. Κάθε δημιουργός μπορεί να γυρίσει βιογραφίες, χωρίς να απαιτείται καμία συναίνεση από τα άτομα που αναπαριστά ή από συγγενείς τους. Από την άλλη, το γεγονός ότι μπορείς να κάνεις κάτι δε σημαίνει και ότι είναι ακριβώς οκ να το κάνεις. Ή τουλάχιστον, πρόσεχε λίγο πώς το κάνεις.

Πέρα από τον νόμο

Παρότι οι πληροφορίες είναι δημόσιες και ο νόμος επιτρέπει την συγκεκριμένη χρήση τους, εξακολουθεί να υπάρχει κάτι αυθαίρετο στη σκέψη πως ανά πάσα στιγμή, μπορεί ο οποιοσδήποτε να αφηγηθεί μια δική του εκδοχή για το τι συνέβη στη ζωή κάποιου, για το ποιος είναι αυτός ο κάποιος. Ακόμα και αν πρόκειται για κάτι που, στ’ αλήθεια, όλοι οι άνθρωποι κάνουμε ερχόμενοι σε επαφή με άλλους ανθρώπους – βγάζουμε τα συμπεράσματά μας με ό,τι στοιχεία έχουμε και πλάθουμε με αυτά ιστορίες που εμείς θέλουμε, χωρίς εκείνοι να συναινούν σε αυτό. Όμως αυτή η «πρωτοβουλία» αποκτά πολύ διαφορετικές διαστάσεις όταν μια τέτοιου τύπου υποκειμενική εκδοχή μπορεί να «φτάσει» σε εκατομμύρια ανθρώπους και να επηρεάσει την κοινή γνώμη. Και εδώ προκύπτει το ζήτημα της ευαισθησίας και της ευθύνης, το οποίο αφορά εξίσου δημιουργούς και καταναλωτές.

Ξεκαθαρίζουμε, αρχικά, πως το «Love Story» είναι μια αισθητικά ευχάριστη – το soundtrack είναι υπέροχο (Stone Roses, Bjork, Kate Bush, Primal Scream, Talk Talk) αλλά πραγματικά γλυκανάλατη σειρά. Οι χαρακτήρες μοιάζουν με καρικατούρες (σε βαθμό που ο θεατής μπορεί και να θυμώσει νιώθοντας υποτίμηση), ανεξάρτητα από το γεγονός πως πρόκειται για υπαρκτά πρόσωπα (αυτό απλώς εντείνει τον θυμό). Κυρίως όμως, κύριε Μέρφι, κύριε Σίγκελ και λοιποί, υπάρχει κάτι τρομερά ειρωνικό και άβολο στο να «παίρνεις» ανθρώπους που έχουν περάσει μια ζωή εκτεθειμένοι, να ενσωματώνεις στην αφήγηση και στο character-building το «κακό» που τους προκάλεσε στην πραγματικότητα αυτή η ανεπιθύμητη έκθεση, ενώ την ίδια στιγμή τους επανεκθέτεις παρά τη θέληση τους. Η σκληρή αλήθεια, όμως, ποια είναι; Ότι ο Μέρφι και ο κάθε Μέρφι, ξέρει πολύ καλά τι κάνει (εκμεταλλεύεται τo παράλογα και συχνά επικίνδυνο ενδιαφέρον του απλού ανθρώπου με το κόνσεπτ «celebrity», με την εύνοια του νόμου και με απόλυτη δημιουργική ελευθερία). Ισχύει το ίδιο και για τους τηλεθεατές;

Τι ρόλο βαράει ο θεατής

Βλέποντας σειρές μυθοπλασίας, οφείλουμε ως θεατές να αντιλαμβανόμαστε ότι βλέπουμε… σειρές μυθοπλασίας. Φταίει δηλαδή όποιος θεατής αναζητά σε κινηματογραφικές ή τηλεοπτικές βιογραφίες, ιστορική πληροφορία και πραγματολογική ακρίβεια σχετικά με τα πρόσωπα που απεικονίζονται. Ακόμα περισσότερο, φταίει όποιος θεατής επιλέγει να δει μια τέτοια σειρά με σκοπό να «πάρει θέση» σε κάποιο ονλάιν λαϊκό δικαστήριο. Υπενθυμίζουμε, λίγο ρομαντικά και λίγο νοσταλγικά, πως σκοπός της μυθοπλασίας δεν (θα έπρεπε να) είναι άλλος από την καθαρή, αθώα ψυχαγωγία – και το πως ψυχαγωγείται ο καθένας είναι υποκειμενικό. Αξίζει, λοιπόν, να εμμένουμε στο συναίσθημα που μας προκαλεί όλο αυτό το «based on a true story but not actually a true story». Πάντως, αν σε βλέπεις να πορώνεσαι με τα biopics λες και βλέπεις ριάλιτι, μάλλον κάτι δεν πάει πολύ καλά. Και αν σε βλέπεις να νιώθεις κάπως συνένοχος πλάι-πλάι στους δημιουργούς (καλή ώρα), τότε σίγουρα κάτι δεν πάει καλά.

Σχετικά άρθρα