Στις αρχές της νέας χιλιετίας, ο κόσμος της οικιακής ψυχαγωγίας είχε ξεκάθαρο πρωταγωνιστή. Η Blockbuster ήταν παντού. Γειτονιές, εμπορικά κέντρα, φωτεινές ταμπέλες και ράφια γεμάτα DVD. Το τελετουργικό της ενοικίασης ήταν σχεδόν ιερό, ειδικά τα βράδια της Παρασκευής. Κανείς δεν αμφισβητούσε σοβαρά την κυριαρχία της. Κανείς σχεδόν.
Την ίδια στιγμή, κάπου στην Καλιφόρνια, μια μικρή εταιρεία προσπαθούσε απλώς να επιβιώσει. Το Netflix δεν είχε καμία σχέση με τον γίγαντα που γνωρίζουμε σήμερα. Δεν υπήρχε streaming, δεν υπήρχαν πρωτότυπες σειρές, δεν υπήρχε καν κέρδος. Υπήρχε μόνο μια ιδέα που έμοιαζε παράξενη για την εποχή της: DVD που έφταναν στο σπίτι σου με το ταχυδρομείο και μια μηνιαία συνδρομή χωρίς πρόστιμα καθυστέρησης.
Οι Ριντ Χέιστινγκς και Μαρκ Ράντολφ γνώριζαν ότι δεν μπορούσαν να νικήσουν τη Blockbuster στο γήπεδό της. Έτσι έκαναν κάτι που εκ των υστέρων μοιάζει σχεδόν αδιανόητο. Χτύπησαν την πόρτα της και πρότειναν να πουλήσουν το Netflix. Το ποσό ήταν περίπου 50 εκατομμύρια δολάρια. Για μια εταιρεία στο μέγεθος της Blockbuster, πρακτικά ψίχουλα.

Η πρόταση δεν ήταν απλώς μια εξαγορά. Ήταν ένα υβριδικό όραμα. Το Netflix θα αναλάμβανε το online κομμάτι, την ψηφιακή μετάβαση που τότε φαινόταν μακρινή. Η Blockbuster θα συνέχιζε να κυριαρχεί στον φυσικό κόσμο, εκεί όπου ένιωθε πανίσχυρη. Στα χαρτιά, έμοιαζε με ιδανικό συνδυασμό.
Στην πράξη, απορρίφθηκε σχεδόν με αδιαφορία. Για τα στελέχη της Blockbuster, το Netflix ήταν ένα περιφερειακό πείραμα χωρίς πραγματική δυναμική. Το μοντέλο συνδρομής θεωρήθηκε ρίσκο. Η κατάργηση των προστίμων καθυστέρησης έμοιαζε σχεδόν αυτοκτονική για μια εταιρεία που στηριζόταν σε αυτά για μεγάλο μέρος των εσόδων της. Και κυρίως, δεν υπήρχε αίσθηση επείγοντος. Ο κόσμος συνέχιζε να πηγαίνει στα καταστήματα. Γιατί να αλλάξει κάτι που λειτουργεί;
Εκείνη η απόφαση, που τότε έμοιαζε απολύτως λογική, αποδείχθηκε μοιραία. Το Netflix, χωρίς την προστατευτική αλλά και ασφυκτική αγκαλιά ενός κολοσσού, συνέχισε να εξελίσσεται. Βελτίωσε το σύστημά του, επένδυσε στην εμπειρία του χρήστη και έμαθε να διαβάζει νωρίς τις αλλαγές στη συμπεριφορά του κοινού. Όταν το 2007 πέρασε στο streaming, δεν ακολούθησε απλώς μια τάση. Τη δημιούργησε.
Η Blockbuster, από την άλλη, άρχισε να κυνηγάει το μέλλον με καθυστέρηση. Προσπάθησε να προσαρμοστεί, να μιμηθεί μοντέλα που κάποτε είχε την ευκαιρία να ελέγχει. Όμως το βάρος του παρελθόντος, τα χιλιάδες καταστήματα και οι εσωτερικές αντιφάσεις δεν της άφησαν περιθώρια. Το 2010, η πτώχευση έκλεισε οριστικά έναν κύκλο.
Σήμερα, η σύγκριση είναι σχεδόν σκληρή. Το Netflix καθορίζει τον παγκόσμιο διάλογο γύρω από το περιεχόμενο, επηρεάζει την παραγωγή, τις συνήθειες και την ίδια τη γλώσσα της τηλεόρασης. Η Blockbuster επιβιώνει μόνο ως ανάμνηση, ως σύμβολο μιας εποχής που πίστεψε υπερβολικά στη σταθερότητά της.
Αν η Blockbuster είχε πει ναι το 2000, τίποτα δεν εγγυάται ότι το Netflix θα γινόταν αυτό που είναι σήμερα. Ίσως το streaming να αργούσε. Ίσως να μην υπήρχε ποτέ με τη μορφή που το γνωρίζουμε. Αυτό όμως που είναι βέβαιο, είναι ότι η ιστορία αυτή δεν αφορά μόνο δύο εταιρείες. Αφορά τον τρόπο που οι μεγάλες δυνάμεις συχνά αποτυγχάνουν να δουν το μέλλον, ακριβώς επειδή το παρόν τους φαίνεται ακλόνητο.