«BEEF»: Όταν θες να πεις πολλά και στο τέλος δε λες τίποτα
«ΒEEF», @Netflix Tudum

«BEEF»: Όταν θες να πεις πολλά και στο τέλος δε λες τίποτα

Μια από τις καλύτερες σειρές της streaming εποχής επέστρεψε στο Netflix με το δεύτερο και απογοητευτικά μπερδεμένο μέρος της ανθολογίας.

Ακαθόριστο όσον αφορά το είδος (κωμωδία, δράση, δράμα;), το «BEEF» δεν κατηγοριοποιείται εύκολα, αλλά βρίσκει σίγουρα μια θέση ανάμεσα στις καλύτερες σειρές του 2023 – ενδεικτικές οι τρεις Χρυσές Σφαίρες και τα πέντε βραβεία Emmy στο ιστορικό του. Η σειρά του Λι Σανγκ Τζιν ξεχώρισε συνολικά ανάμεσα στις υπόλοιπες ανθολογίες και limited series της χρονιάς, με τους πρωταγωνιστές Στίβεν Γέον και Άλι Γουόνγκ να διακρίνονται αμφότεροι για τις ερμηνείες τους. Τολμάμε να το πάμε ένα βήμα παραπέρα, υποστηρίζοντας πως το πολυβραβευμένο πρώτο κεφάλαιο της ανθολογίας πρόκειται για ένα εκ των πιο ολοκληρωμένων τηλεοπτικών πρότζεκτ των τελευταίων χρόνων, σίγουρα αισθητικά (γεγονός που οφείλεται σημαντικά στην φωτογραφία του Λάρκιν Σέιπλ και στη συμπαραγωγή της Α24), αλλά κυρίως θεματολογικά.

Το νέο «BEEF» είναι άλλο «BEEF»

Η πολυαναμενόμενη δεύτερη σεζόν ήρθε στο Netflix τρία χρόνια αργότερα, με ένα καινούριο καστ και ένα τελείως διαφορετικό premise. Τώρα οι πρωταγωνιστές είναι τέσσερις – τα ζευγάρια των Κάρεϊ Μάλιγκαν και Όσκαρ Άιζακ, και Κέιλι Σπέινι και Τσαρλς Μέλτον – και το στόρι εξελίσσεται στο πλαίσιο ενός πολυτελούς ριζόρτ. Και παρότι επαναφέρει αρκετές και σημαντικές ποιότητες χάρη στις οποίες διακρίθηκε (ερμηνείες, σάουντρακ, φωτογραφία), το νέο κεφάλαιο του «BEEF» διαφοροποιείται αφηγηματικά από το πρώτο σε βαθμό που αμφισβητείται ο κοινός πυρήνας της ανθολογίας. Αισθητά αποπροσανατολισμένο ως προς το τι θέλει να πει, το δεύτερο μέρος της σειράς καταλήγει ένα «μπλέντερ» κοινωνικής κριτικής και υποπλοκών που πρέπει σχεδόν με το ζόρι να συνδεθούν.

«ΒEEF», @Netflix Tudum

Σύγκρουση 1: Υπαρξιακή

Ο τίτλος της σειράς προμηνύει πως η πλοκή πυροδοτείται από ένα είδους σύγκρουσης, η οποία προκύπτει μεταξύ των πρωταγωνιστών και αποτελεί το σημείο 0 πριν το απόλυτο χάος. Στην πρώτη σεζόν έχουμε δύο αγνώστους οι οποίοι πέφτουν κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλον – συγκρούονται με τα αμάξια τους – και ξεκινούν ένα παιχνίδι μανιακής καταδίωξης που εκτροχιάζεται με τους πιο αναπάντεχους τρόπους. Αρχικά έρχονται αντιμέτωποι ο ένας με την άλλη, και στη διάρκεια της παράδοξης συναναστροφής τους έρχονται αντιμέτωποι ο καθένας με τον εαυτό του. Αυτό που μένει στο τέλος είναι δυο άνθρωποι καθ΄ όλα διαφορετικοί, που «απογυμνωμένοι», στα χειρότερά τους, μοιάζουν ολόιδιοι. Το μόνο που τους συνδέει είναι η ανθρωπινότητά τους.

Σύγκρουση 2: Λίγο απ’ όλα

Η δεύτερη σεζόν ακολουθεί ένα τελείως άλλο κόνσεπτ. Πρωταγωνιστές είναι δύο ζευγάρια, οι σχέσεις μεταξύ των οποίων προϋπάρχουν. Ο διευθυντής του λουξ θέρετρου Μπουένα Βίστα, Τζος (Άιζακ), είναι παντρεμένος με την Λίντσεϊ (Μάλιγκαν). Ένας καβγάς τους στο σπίτι παίρνει βίαιες προεκτάσεις και παρόντες θα βρεθούν τυχαία οι πολύ νεαρότεροι και προσφάτως αρραβωνιασμένοι Άσλει (Σπέινι) και Όστιν (Μέλτον), οι οποίοι δουλεύουν στο ριζόρτ ως υπάλληλοι. Δυσαρεστημένοι από τις συνθήκες εργασίας και με ένα ιατρικό θέμα να τους απασχολεί, οι δεύτεροι θα αδράξουν την ευκαιρία ώστε να διεκδικήσουν ό,τι γουστάρουν, απειλώντας τα «αφεντικά» με ένα ενοχοποιητικό βίαιο της κρίσιμης βραδιάς. Η πρώτη συνάντηση μεταξύ των τεσσάρων πρωταγωνιστών είναι το κεντρικό «beef», όμως το στόρι απλώνεται γρήγορα προς πολλαπλές κατευθύνσεις, και οι συγκρούσεις που προκύπτουν είναι από διαγενεακές και διαπροσωπικές, μέχρι ηθικές και ταξικές – ακόμα και πολιτισμικές.

«Βeef», @Netflix Tudum

Αποστάσεις, ψευδαισθήσεις και πικρές αλήθειες

Αν κάτι κάνει πολύ πετυχημένα το νέο κεφάλαιο της σειράς, είναι η σκιαγράφηση των μιλένιαλ και της Gen X, επιλέγωντας πολύ έξυπνα ως αγωγούς αυτού του σχολιασμού ερωτικούς συντρόφους και όχι μονάδες. Αντλώντας από στερεότυπα, το σενάριο προσφέρει μια καυστική σάτιρα της woke κουλτούρας και των μιλένιαλ σχέσεων. Συγκεκριμένα, οι Άσλεϊ και Όστιν επιτελούν το anxious attachment, με τη συνεχή αλλά πλήρως επιφανειακή επικοινωνία, τα καταναγκαστικά «σ’ αγαπώ», «καλημέρα», «καληνύχτα». Σαν ατομικότητες (και πάντα στα κρυφά) μπορεί να θυμώνουν, να ζηλεύουν, να ξενερώνουν, αλλά σαν ζευγάρι δεν υψώνουν ποτέ τους τόνους. Αντιθέτως, εκτιμούν την προσπάθεια του άλλου να είναι «σε επαφή με τα συναισθήματα του», τα οποία φυσικά και «επιβεβαιώνουν». Και όλα αυτά για να μένεις να αναρωτιέσαι, μήπως μισιούνται τελικά;

Η σειρά όχι μόνο εκθέτει αυτόν τον «ενημερωμένο» τρόπο συντροφικής συσχέτισης, αλλά τον αντιπαραθέτει με την φαινομενικά πιο προβληματική Gen Χ. Οι Τζος και Λίντσεϊ απασφαλίζουν πολύ πιο εύκολα, είναι σκληροί – ώς και βίαοι – ο ένας με την άλλη, ενώ πέρα από την επικοινωνιακή δυσλειτουργία τους, δείχνουν να έχουν (πλέον) και εντελώς διαφορετικές κοσμοθεωρίες, ανάγκες και προτεραιότητες. Και όλα αυτά για να μένεις να αναρωτιέσαι, μήπως αγαπιούνται τελικά; Και κάπου εδώ, χέρι-χέρι με τις εξαιρετικές ερμηνείες της πρωταγωνιστικής τετράδας (ιδιαίτερα αποκαλυπτική αυτή της Κέιλι Σπέινι), εξαντλείται το ουσιαστικό ενδιαφέρον της σειράς, η οποία κατάφερε έναν άρτιο, σχεδόν ανθρωπολογικό σχολιασμό, πρόσφορο έδαφος για προβληματισμό.

«ΒEEF», @Netflix Tudum

Πού το πας;

Ταυτόχρονα συμβαίνουν χίλια δυο, όλα εκ των οποίων έχουν και κάτι να πουν, το οποίο φυσικά και καταλήγουν να μη λένε, αφού πόσες υποπλοκές να αναπτύξεις επαρκώς στο πολύ σύντομο διάστημα των 10 επεισοδίων; Ενδεικτικά και προς αποφυγή σπόιλερ, η σειρά επιχειρεί μέσω δεύτερων χαρακτήρων και παράλληλων στόρι να σχολιάσει επίσης: τις ταξικές ανισότητες, το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, την σχέση γυναίκας/γήρας, τη σχέση γυναίκας/μητρότητας, την «ανδρική κρίση μέσης ηλικίας», την απιστία, τις διεμφυλικές σχέσεις, το κόσνεπτ του entitlement και, εννοείται, τον καπιταλισμό. Στον αχταρμά να προσθέσουμε και plotlines με κατά λάθος και οργανωμένους φόνους, πλαστικές επεμβάσεις, παραλληλα φλερτ, χαμένα κατοικίδια και Hot Chip λάιβ.

Η άψογα δοσμένη υπαρξιακή θεματολογία του πρώτου κεφαλαίου ψάχνει τον τρόπο να «αναπνεύσει» και στο δεύτερο «μπουκωμένο» μέρος, πράγμα που μοιάζει τελικά αδύνατο. Το αποτέλεσμα είναι ένα χαομένο στόρι που αυτοπεριορίζεται ώστε να είναι «επίκαιρο», και καταλήγει να θυμίζει περισσότερο το «White Lotus» παρά την πρώτη σεζόν της ανθολογίας στην οποία ανήκει. Από την κάρτα τίτλου του πρώτου κι όλας επεισοδίου της εισαγωγικής σεζόν («The Birds Don’t Sing, They Screech in Pain»), το «BEEF» υποσχέθηκε ποιότητα και διαφορετικότητα – και έκανε deliver. Η νέα σεζόν καταλήγει να υπερπροσπαθεί ώστε να κερδίζει την προσοχή μας, κι ύστερα να την κρατήσει, να δημιουργήσει άγχος και δυσφορία, αλλά και να συγκινήσει. Και τα καταφέρνει όλα – απλώς μόνο ανά στιγμές και πάντα για λίγο.

Σχετικά άρθρα