Έμιλυ Κολιανδρή: «Σε αυτή τη δουλειά έχω λειτουργήσει αρκετά σαν σάκος του μποξ»
Με αφορμή την «Ειρήνη» του Αριστοφάνη που σκηνοθετεί ο Νίκος Καραθάνος και θα ξεκινήσει την καλοκαιρινή περιοδεία από το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου (24 & 25/7) μιλήσαμε με την καλή ηθοποιό για το θέατρο και τις «εξ αγχιστείας» συγγένειες, τους συνεργάτες που με τα χρόνια γίνονται οικογένεια, για δημιουργούς που σε σπρώχνουν να κολυμπήσεις σε γνωστά ή άγνωστα νερά, για το κύρος της Επιδαύρου αλλά και την μητρότητα
Μας είχε λείψει η ηθοποιός Έμιλυ Κολιανδή. Από το θέατρο. Γιατί όποιος παρακολούθησε την καθημερινή σειρά της «ΕΡΤ» «Ηλέκτρα» είδε την ηθοποιό να λάμπει στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Μας έλειψε όμως, να την απολαύσουμε σε μια ωραία θεατρική ερμηνεία. Οι συνεργασίες της στο θέατρο, άλλωστε, είναι σχεδόν όλες μία και μία αφού την έχουν σκηνοθετήσει σημαντικοί σκηνοθέτες, από τον Λευτέρη Βογιατζή και τον Βασίλη Παπαβασιλείου, μέχρι τον Θωμά Μοσχόπουλο, τον Γιάννη Χουβαρδά, αλλά και την Λένα Κιτσοπούλου και την Ζωή Χατζηαντωνίου. Ο Νίκος Καραθάνος και ο Δημήτρης Καραντζάς είναι δύο αυτόνομα κεφάλαια στην πορεία της έχοντας δουλέψει μαζί τους κατ’ εξακολούθηση.
Προσωπικά, έχω μια αδυναμία στην κωμική πλευρά της. Με κάνει να γελάω πολύ, αβίαστα, απολύτως φυσικά. Μου αρέσει να βλέπω να τσαλακώνεται ακομπλεξάριστα μια τόσο όμορφη γυναίκα και να μην βολεύεται σε ρόλους ωραίας και μοιραίας. Την θεωρώ σπουδαία κωμική ηθοποιό, κι ας άργησε αυτό ίσως να γίνει κοινής αποδοχής, να της δοθούν ευκαιρίες που αναδεικνύουν το ταλέντο της σε αυτό το δύσκολο είδος, που δεν αντιμετωπίζουμε ως προνομιακό πεδίο ηθοποιών με το δικό της προφίλ. Ευτυχώς ανήκει σε ωραίες, δεμένες και απολύτως δημιουργικές παρέες. Όχι «κλίκες» αλλά παρέες, σχεδόν οικογένειες που αντί για ίδιο αίμα, τα μέλη τους έχουν κοινή αισθητική και αντίληψη για την τέχνη και μάλλον και για την ίδια τη ζωή.
«Μεγαλώνοντας βρίσκεις στη δουλειά τους συγγενείς σου και με αυτούς πορεύεσαι», μου λέει κάποια στιγμή και σκέφτομαι πόσο δίκιο έχει. Ένας από αυτούς τους εκλεκτούς συγγενείς, και ο Νίκος Καραθάνος. Η Έμιλυ Κολιανδρή είναι η θεά Αθηνά στην «Ειρήνη» του Αριστοφάνη (24 & 25 θα κάνει πρεμιέρα στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και θα ακολουθήσει καλοκαιρινή περιοδεία), παράσταση στην οποία ο Καραθάνος (που έρχεται με φόρα από την τρελή επιτυχία του «Τζένη Τζένη») υπογράφει την σύλληψη και την σκηνοθεσία και συνεργάζεται- αυτή κι αν ήταν ωραία έκπληξη- με τον Φοίβο Δεληβοριά, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τη διασκευή του κειμένου και βεβαίως, τα τραγούδια. Στην δική τους εκδοχή, όπως μας προΐδεάζει και το δελτίο Τύπου, «η Ειρήνη είναι μια γιορτή ενός αγροτικού κόσμου που χάθηκε, είναι ένα κωμικό, ακατανίκητο επιχείρημα, ένα πανηγύρι του λαΐκού ανθρώπου με υλικό τους ίδιους τους καπνούς του πολέμου, ένας αναμμένος μπερντές μέσα στη φρίκη…». Τα υπόλοιπα, μας τα εξηγεί η Έμιλυ Κολιανδρή.
Να ξεκινήσουμε με τον ρόλο σου. Ο θεός Ερμής του Αριστοφάνη, στη δική σας «Ειρήνη» έχει γίνει θεά Αθηνά και αυτήν υποδύεσαι.
Αυτή η μεταγραφή έχει πολλή πλάκα γιατί έχει κάνει την «Ειρήνη» κάπως μια γυναικεία υπόθεση. Ο Τρυγαίος έγινε Τρυγαία, ο θεός Ερμής έγινε θεά Αθηνά και θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι κάπως η ιστορία μιας γυναίκας που αποφασίζει να κάνει το αδιανόητο. Στον αντίποδα δηλαδή της Λυσιστράτης που κι αυτή θέλει να πετύχει την Ειρήνη κλείνοντας το μ@νί- το λέω όπως ακριβώς το λέμε και στο έργο-η Τρυγαία αποφασίζει να θέσει σε λειτουργία ένα αδιανόητο και σουρεαλιστικό σχέδιο. Βάζει όλους τους αγρότες που έχει υπό την εποπτεία της να επιδίδονται σε παραγωγή σκατού, να ταΐζεται ένα κοπροκάνθαρο-ένα μεγάλο σκαθάρι- για να ανέβει η Τρυγαία με αυτό στον Όλυμπο να βρει τους θεούς και να τους ζητήσει να φέρουν πίσω την Ειρήνη. Τα καταφέρνει, κάνει τη μεγάλη πτήση και φτάνει στον Όλυμπο αλλά δεν βρίσκει κανέναν, μόνο μία ξεχασμένη θεά που έχει ξεμείνει σαν θυρωρός, την θεά Αθηνά, η οποία της αναγγέλλει το νέο ότι οι θεοί μετακόμισαν, πήγαν ακόμα πιο ψηλά από τον Όλυμπο, στο μακρύτερο σημείο που μπορεί να φτάσει ο νους, στη γωνιά του σύμπαντος για να μην βλέπουν πια τους ανθρώπους να σέρνονται, να σκοτώνονται και «να μην μπορούν», όπως το λέει, «να ξεμπλέξουν τους εαυτούς τους από το σκουριασμένο αίμα που τους γέννησε». Να μην βλέπουν δηλαδή το ανελέητο και ατέλειωτο μακελειό. Εδώ η θεά Αθηνά θα λέγαμε ότι είναι ταυτόχρονα η θεά της σοφίας αλλά και η θεά της μεγάλης βλακείας. Έχει ένα γούστο το ότι στη διασκευή αυτή επιλέχθηκε να πάρει η θεά Αθηνά τον ρόλο του Ερμή γιατί με έναν τρόπο είναι η πιο οικεία μας θεότητα, κάπως σαν πολυούχος. Οπότε, είναι σαν να πηγαίνεις στην … Παναγιά, σαν να κάνεις ένα … τάμα στην Τήνο. Και ταυτόχρονα αυτή η θεά που είναι κοντά μας έχει πάρει και διάφορα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης βλακείας. Είναι ένα πλάσμα λίγο υπερβολικό, από την μία λειτουργεί ως κήρυκας αφού αυτή αναγγέλλει τη μεγάλη έξοδο και έξωση των θεών και από την άλλη κατεβαίνει με την Τρυγαία στον κόσμο, την πηγαίνει μέσα από ένα μονοπάτι όπου βρίσκονται οι ψυχές των νεκρών και εκεί συναντάνε διάφορους- σαν μια άλλη Νέκυια- αλλά την ίδια στιγμή είναι και τρομερά αστεία γιατί της συμβαίνουν συνέχεια ανθρώπινα ατυχήματα.

Μιλάς με πολύ ενθουσιασμό για τον ρόλο σου.
Ναι! Βρισκόμαστε βέβαια σε ένα κομβικό σημείο-έχουμε σχεδόν έναν μήνα μπροστά μας μέχρι την πρεμιέρα- και τα πράγματα δεν είναι ακόμα ξεκάθαρα, όπως συμβαίνει με όλες τις παραστάσεις του Νίκου. Έχει κάτι στο μυαλό του, που είναι αρκετά συγκεχυμένο, καθώς λειτουργεί πάντοτε με τις αισθήσεις του και για αυτό στις παραστάσεις του δεν προτείνει λύσεις, ούτε στέκεται πολιτικά απέναντι στα πράγματα, δε θα δεις διανοουμενίστικα στοιχεία ή διδακτισμό. Έχει έναν κόσμο στον μυαλό του που για αυτόν είναι πολύ ξεκάθαρος αλλά πάντοτε βασίζεται και στην τρέλα και στην αυτενέργεια των συνεργατών του. Δε θα σου πει «δοκίμασε αυτό…» . Επειδή δεν σου ζητάει κάτι συγκεκριμένο, πηγαίνεις στην πρόβα και ανακαλύπτεις ακραίες πτυχές του εαυτού σου. Σου ζητείται να συμπλεύσεις με την τρέλα του Νίκου, όπως την καταλάβεις, και αν την καταλάβεις κιόλας, μπορεί και να χαθείς σε αυτό. Μοιάζει κάπως σαν στις παραστάσεις του να συναντώνται άνθρωποι από δικές του παρέες- το λογικό είναι αυτό, έτσι λειτουργούμε σε όλα τα σχήματα-μοιάζει λοιπόν ότι πάμε και περνάμε καλά και κάνουμε την πλάκα μας. Είναι όμως, ένας πολύ δύσκολος δρόμος κι αυτός, ο μη συγκεκριμένος.
Έχετε συνεργαστεί πλέον αρκετές φορές με τον Καραθάνο, προφανώς παίζει ρόλο και η φιλία σας, προφανώς μιλάτε και την ίδια «γλώσσα», έχετε κοινούς κώδικες. Θα σε ρωτούσα λοιπόν αν η συστηματική συνεργασία με έναν σκηνοθέτη δημιουργεί ένα πεδίο ασφάλειας, εάν νοιώθεις με έναν τρόπο ότι κολυμπάς σε ασφαλή νερά, και πώς μπορεί να προκύψει η έκπληξη, αλλά απ’ ότι καταλαβαίνω απ’ όσα είπες, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είσαι σε comfort zone.
Είναι δίκοπο μαχαίρι αυτό. Η αλήθεια είναι ότι αρχικά γλιτώνεις λίγο χρόνο τουλάχιστον στη συνεννόηση. Από εκεί και πέρα όμως, γνωρίζεις ότι η κατάσταση θα είναι χαοτική για ένα μεγάλο διάστημα και ότι δεν πρέπει να χάνεις εσύ τη διαθεσιμότητα σου και την αυτενέργεια. Από την άλλη, ακριβώς όπως στις ερωτικές σχέσεις, είναι πολύ δύσκολο μετά από κάποιο διάστημα να γοητεύσεις τον άλλον, να τον εκπλήξεις και να τον κάνεις να σε ερωτευτεί από την αρχή. Υπάρχουν φορές στις πρόβες- το νοιώθω τώρα που είναι η τέταρτη συνεργασία μας-που σαν να βλέπεις στα μάτια του, αφού αυτός είναι ο απόλυτος κριτής, στα χέρια του αφήνεσαι, μια απογοήτευση, που μοιάζει κάπως ερωτικής φύσεως. Είναι πολύ δύσκολο όταν δεν τα καταφέρνεις. Πρέπει κι εσύ να βρεις κάτι που δεν έχεις ξανακάνει, να κολυμπήσεις σε άλλα νερά, να εκτεθείς με έναν άλλον τρόπο. Δεν συμβαίνει πάντα αλλά όταν συμβεί είναι πολύ ωραίο.
Με ποιόν τρόπο, ποιά μέθοδο αισθάνεσαι καλύτερα; Την χαοτική του Καραθάνου ή την πιο εγκεφαλική του Καραντζά;
Είναι δύο άλλοι κόσμοι. Και με τον Δημήτρη έχω δουλέψει αρκετές φορές. Δεν μπορώ να διαλέξω. Σε ορισμένες φάσεις μου με βοηθάει πολύ η μέθοδος του Δημήτρη, ο τρόπος της πρόβας, το μάτι του που το εμπιστεύομαι απόλυτα, το γούστο του, το κριτήριο του, είναι στιγμές που τα έχω πολύ ανάγκη. Με τον Νίκο νοιώθω ότι έχει ο ίδιος ανάγκη πρώτα να δημιουργηθεί αδρά ένα συνολικό σκίτσο και μετά να γίνει μια εμβάθυνση, ή και παράλληλα, δηλαδή πρέπει να είσαι διατεθειμένος να κάνεις κάποια πράγματα μόνος σου. Ενώ στον Δημήτρη ή σε άλλους σκηνοθέτες με τους οποίους έχω συνεργαστεί, έχεις σαν μωρό την ανάγκη να σε πάρει κάποιος από το χέρι και να σε βάλει μέσα στη θάλασσα. Με τον Νίκο πρέπει να πάρεις μια μεγάλη ανάσα και να κάνεις τη βουτιά μόνος σου. Τα αποτελέσματα βέβαια, είναι και στις δύο περιπτώσεις άγνωστα. Μερικές φορές μπορεί να σου κάνει καλό η βουτιά, λίγο να πνιγείς, να πιεις πάρα πολύ νερό, να μάθεις κολύμπι από την αρχή. Και στην άλλη περίπτωση, πάλι δεν ξέρεις τι αποτελέσματα θα φέρει ας πούμε η καθημερινή προπόνηση στο κολυμβητήριο. Υπάρχει και η περίπτωση του Βασίλη Παπαβασιλείου που δεν μπορώ να μην την αναφέρω…

Είχατε κάνει την «Ελένη». Ήσουν φανταστική, πολύ ωραία παράσταση.
Είχα μεγάλο φόβο, δεν είχα ξανακάνει κάτι τέτοιο. Μέχρι την συνεργασία με τον Βασίλη η Επίδαυρος σε εμένα λειτουργούσε πάντοτε απίστευτα αγχωτικά, από την πρώτη φορά που πήγα εκεί ως ηθοποιός- συμμετείχα σε χορό- και έβλεπα όλους αυτούς τους πρωταγωνιστές να κάνουν ασκητική ζωή τις τελευταίες δύο βδομάδες πριν από την πρεμιέρα, να κλείνουν οι φωνές τους, να τους κάνουν ενέσεις κορτιζόνης για να παίξουν εκείνες τις δύο μέρες. Έβλεπα το κοίλον σαν δαγκάνα ενώ μετά τη συνεργασία με τον Βασίλη, το ένοιωθα σαν αγκαλιά. Δηλαδή μου είχε δημιουργηθεί η εντύπωση από αυτά που άκουγα ότι πρέπει να πας εκεί, να μην κάνεις μπάνιο, να μην ξενυχτήσεις, να μην πιεις, να μείνεις στο δωμάτιο κλεισμένος, να μην σε δει το φως του ήλιου, γιατί κάνουν πολύ κακό όλα αυτά, το φως και το αλάτι επηρεάζουν τις φωνητικές χορδές, να κοιμάσαι νωρίς. Όταν λοιπόν γνώρισα τον Βασίλη και πήγαμε πρώτη φορά στην Επίδαυρο όταν κάναμε την γενική πρόβα μας είπε την τρομερά απελευθερωτική φράση «παιδιά, η Επίδαυρος είναι άλλη μια πιάτσα». Είναι μια αλήθεια. Κανονικά θα έπρεπε να πας εκεί και να το χαρείς μέχρι το μεδούλι. Γιατί μετά, στην περιοδεία μιας παράστασης, συναντάς πολλές δυσκολίες, παίζεις σε θέατρα που δεν έχουν ακουστική, δε χωράει το σκηνικό, δεν έχουν τουαλέτες και γενικά περιπλανιέσαι σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, χωρίς να υπάρχουν πάντοτε οι κατάλληλες συνθήκες. Είπε λοιπόν ο Βασίλης αυτή τη φράση που με έχει σημαδέψει: «Η Επίδαυρος είναι άλλη μια πιάτσα». Νομίζω ότι έτσι την αντιμετωπίζω από τότε.
Χωρίς αυτό να μειώνει το κύρος του χώρου…
Όχι βέβαια. Απλά εάν το αντιμετωπίζεις έτσι, είσαι εσύ απέναντι σε αυτή την εμπειρία πιο ανοιχτός, πιο χαλαρός και έτοιμος να λάβεις μέρος σε μια ωραία γιορτή για την οποία έχουν έρθει χιλιάδες άνθρωποι από την Αθήνα και από άλλα μέρη. Θα έπρεπε να είναι σαν «πανηγύρι», χωρίς τη σοβαροφάνεια που μας κατακλύζει ότι αυτό που θα δείξουμε στην Επίδαυρο πρέπει να είναι λίγο ελιτίστικο και λίγο κουλτουριάρικο και να μην έχει ξαναγίνει. Όλα έχουν ξαναγίνει.
Εσύ έχεις παίξει στην Επίδαυρο σε κωμωδίες.
Ναι. Σε τραγωδία έχω παίξει μόνο σε χορό αυτή την πρώτη φορά που ανέφερα προηγουμένως. Για να γυρίσω όμως σε αυτό που έλεγα, τότε με την «Ελένη» είχε συμβεί το εξής. Την ημέρα που θα γινόταν η πρεμιέρα μας στην Επίδαυρο μας ανακοίνωσαν ότι και οι δύο παραστάσεις ματαιώνονται λόγω των πυρκαγιών που είχαν ξεσπάσει σε όλη την Ελλάδα. Ως ένδειξη πένθους ακυρώθηκαν όλες οι παραστάσεις στα φεστιβάλ. Και θυμάμαι εκείνο το βράδυ που θα γινόταν η παράσταση και δεν έγινε, πήγαμε όλος ο θίασος, με προεξάρχοντα τον Βασίλη, για φαγητό στον «Λεωνίδα» και μετά στήθηκε έως τις 3 το πρωί ένα καταπληκτικό γλέντι με μουσικούς, είχαμε ζωντανή ορχήστρα στην παράσταση. Χορεύαμε και τραγουδούσαμε σαν να είχαμε ζήσει την πρεμιέρα με τον Βασίλη πρώτο και καλύτερο σε αυτό το πανηγύρι. Δεν ξέραμε ότι τελικά η «Ελένη» θα παιζόταν στην Επίδαυρο την επόμενη χρονιά, νοιώθαμε ότι η παράσταση ήταν στον «αέρα». Είχαμε δουλέψει πολλούς μήνες, εγώ είχα εγκαταλείψει τα παιδιά μου και είχα πάει ενάμιση μήνα στη Θεσσαλονίκη όπου κάναμε τις πρόβες. Είχαμε ένα περίεργο συναίσθημα. Ο Βασίλης όμως, εκείνη τη βραδιά στον «Λεωνίδα» κατάφερε να κάνει τη ματαίωση χαρά και γιορτή. Αυτό δεν μου είχε ξανασυμβεί ποτέ. Ήμουν πολύ τυχερή που γνώρισα αυτόν τον άνθρωπο. Κι ο Βασίλης ήταν σκηνοθέτης που δεν σε καθοδηγούσε. Θυμάμαι δουλεύαμε έναν μονόλογο και μου έλεγε για έναν θείο του που είχε προποτζίδικο στη Βόρεια Ελλάδα. Έλεγε ιστορίες από περίεργους ανθρώπους που είχε γνωρίσει στη ζωή του και με έναν τρόπο σε ενέπνεε. Ήταν πολύ ωραίος τύπος.

Τώρα πια που έχεις παίξει στην Επίδαυρο μερικές φορές με τι συναισθήματα πηγαίνεις; Έχεις τον αέρα ότι είναι κεκτημένο, ότι έχεις δοκιμαστεί και είσαι έμπειρη; Κάποιοι λένε ότι αυτός ο χώρος τους δημιουργεί πάντοτε άγχος.
Είναι ένας χώρος που μπορεί να γίνει αγκαλιά μπορεί και δαγκάνα. Δεν ξέρεις και πώς θα είσαι κάθε φορά, σωματικά και φωνητικά. Θέλει να είσαι στην καλύτερη φυσική σου κατάσταση αλλά υπάρχουν και εξωτερικοί παράγοντες που μπορεί να μην στο επιτρέψουν.
Ξεχνάμε καμιά φορά ότι και οι ηθοποιοί αρρωσταίνουν.
Ναι, βέβαια. Μου έχει τύχει για παράδειγμα στους «Όρνιθες» του Καραθάνου να είμαι όλη μέρα στο δωμάτιο επειδή είχε κλείσει η φωνή μου και ήμουν με ματζούνια, έπινα τσάγια, εισέπνεα ατμό από κατσαρόλες. Ενώ ήταν μια πολύ ωραία παράσταση, είχε γίνει χαμός, δεν την είχα ευχαριστηθεί εκείνη την βραδιά. Ήμουν, δυστυχώς, περιορισμένων δυνατοτήτων.
Αυτό, το να μην είσαι ικανοποιημένη από την απόδοση σου, πώς το αντιμετωπίζεις; Είναι φορές που μετά από παράσταση, ενώ σωματικά είσαι καλά, σκέφτεσαι ότι δεν έπαιξες όπως έπρεπε ή όπως μπορούσες, ότι δεν ήσουν καλή;
Συνέχεια. Νοιώθω έτσι περίπου μία φορά στις τρεις. Το θέατρο έχει ευτυχώς αυτή τη θνησιμότητα και την μοναδικότητα και για αυτό δεν κινδυνεύει από την τεχνητή νοημοσύνη. Η παράσταση που θα δεις για παράδειγμα στα Μουδανιά είναι τελείως διαφορετική από αυτή που θα δεις την επόμενη μέρα στη Σπάρτη. Αυτό είναι τόσο συγκινητικό και μοναδικό και μου έχει λείψει πολύ αυτό το αίσθημα γιατί τα τελευταία τρία χρόνια λόγω τηλεόρασης επέλεξα πολύ συνειδητά να απέχω από το θέατρο και να μην τα μπλέξω. Στην τηλεόραση γυρίζεις μια σκηνή και πάει τελείωσε, δεν έχεις δεύτερες και τρίτες ευκαιρίες. Στο θέατρο έχεις αυτή την ψευδαίσθηση ότι την επόμενη ημέρα μπορεί να τα πας λίγο καλύτερα.
Υπάρχει κάτι που συνδέει την «Ειρήνη» με τους «Όρνιθες»; Προφανώς είναι και οι δύο του Καραθάνου, και μάλιστα κείμενα αμφότερα του Αριστοφάνη, αλλά εννοώ κάποιο νήμα, κάποια υπόγεια σύνδεση…
Έτσι όπως στους «Όρνιθες» υπήρχε μια περίεργη φυλή πουλιών, έτσι κι εδώ υπάρχει μια περίεργη φυλή ανθρώπων, αυτοί οι περιβόητοι αγρότες που ανεβαίνουν με την Τρυγαία στον Όλυμπο και μετά κάνουν όλο το ταξίδι μαζί της. Έχουν μία ζούρλα κι αυτοί, είναι μέρος του κόσμου του Νίκου, ο οποίος συνδέει αλλούτερα στοιχεία και ανομοιογενείς προσωπικότητες. Εμένα αυτό με συγκινεί στις παραστάσεις του και ως θεατή, ότι δηλαδή φτιάχνει φυλές ανθρώπων που είναι ταυτόχρονα συγκινητικά αστείοι αλλά και κάπως απαρηγόρητοι. Όπως στους «Όρνιθες», έτσι και τώρα στην «Ειρήνη» δεν υπάρχει η ανάγκη να εξαναγκάσουμε σώνει και καλά το γέλιο επειδή πρόκειται για κωμωδία. Ο Νίκος βρίσκει πάντα σε αυτούς τους γελοίους τύπους και κάτι τραγικό το οποίο δεν το εισπράττεις απαραίτητα τη στιγμή της παράστασης όπου γελάς πολύ με την ψυχή σου ακριβώς επειδή αυτοί οι χαρακτήρες είναι μείγμα πολλών πραγμάτων. Μπορεί να το νοιώσεις φεύγοντας, να κουβαλήσεις δηλαδή και μια μικρή στενοχώρια.

Το έπαθα τελευταία με την «Τζένη-Τζένη» που έκανε στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Μου ήρθε κατευθείαν στο μυαλό αυτή η παράσταση με όσα λες.
Ναι. Είναι ένα έργο, μια ταινία, που έχουμε δει πολλές φορές αλλά σε έπιανε, κάπως ύπουλα, με έναν υπόγειο τρόπο, η μελαγχολία.
Οι παρέες χτίζονται γύρω και από έναν ελιτισμό; Όχι απαραίτητα ως προΰπόθεση αλλά ως συνέπεια, ως αποτέλεσμα.
Εγώ δεν μπορώ να καταλάβω πώς γίνεται να μην. Ακούμε για αυτές τις επονομαζόμενες κλίκες. Πώς δηλαδή θα πάς να δουλέψεις με ανθρώπους με τους οποίους δεν μιλάς την ίδια γλώσσα, με ανθρώπους που έχετε διαφορετικό γούστο; Καθώς περνούν τα χρόνια ξέρεις και ποιοι σου ταιριάζουν, ξέρεις ποιανού ο κώδικας, το χιούμορ και η φαντασία σε ενδιαφέρει και σε θρέφει. Ο Νίκος βέβαια, πάντα σε ένα σχήμα κάνει «ενέσεις». Μπορεί να δουλεύει χρόνια με κάποιους ανθρώπους αλλά φέρνει στην ομάδα και άλλους, ανακινεί τα πράγματα, ξαναμοιράζεται η τράπουλα. Μου έρχονται στο μυαλό πολλοί καλλιτέχνες που έχουν βρει έναν πυρήνα ηθοποιών και τους αρέσει να δουλεύουν μαζί τους. Μεγαλώνοντας βρίσκεις τους συγγενείς σου και με αυτούς πορεύεσαι. Κι όπως, είπαμε και πριν, αυτό έχει και τα αρνητικά του. Είναι πιο δύσκολο να σου συμβεί η έκπληξη. Αλλά δεν ξέρω πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει. Τις προάλλες κάναμε μια συνέντευξη με τον Νίκο και τις τρεις κοπέλες του θιάσου, και είπε κάποια στιγμή ότι σε μια δουλειά «σκέφτομαι και με ποιους θα είμαι στην περιοδεία, με ποιους θα πηγαίνω για μπάνιο». Μεγαλώνεις και θέλεις μια ωραία παρέα όταν βγαίνεις για αυτό το ταξίδι.
Ακούγεται πολύ ανθρώπινο.
Ναι, μεγαλώνουμε, πόσα καλοκαίρια θα είμαστε εκεί έξω σαν τους νομάδες… Περνάνε τα χρόνια, πεθαίνουν οι άνθρωποι, συνομήλικοι μας, πρέπει κάπως να περνάς και καλά, τουλάχιστον να το επιδιώκεις.
Έχεις περάσει δύσκολα στη δουλειά σου;
Ου ναι, όταν ήμουν μικρή, πολύ δύσκολα.
Είχες άγνοια κινδύνου; Δεν μπορούσες να το διαχειριστείς λόγω απειρίας;
Περισσότερο δύσκολα έχω περάσει σε αυτή τη δουλειά παρά εύκολα. Ωραίο είναι να τα ρίχνεις στους άλλους, κι έχω δουλέψει και με δύσκολους σκηνοθέτες σε μικρή ηλικία, αλλά ο πρώτος σου εχθρός είναι ο εαυτός σου. Τώρα που μεγαλώνω και έχω αρχίσει να κάνω και μια μικρή δουλειά με τον εαυτό μου, βρίσκω ότι σε μια σχέση είτε επαγγελματική είτε ερωτική είτε γενικά ζωής, χρειάζονται δύο. Έχω καταλάβει ότι όλα αυτά τα χρόνια ήμουν- κι ακόμα είμαι, δεν έχω κάνει άλματα- καλό «δοχείο» για κάποιον που έχει ανάγκη να εκφραστεί χωρίς φίλτρο, δηλαδή δεν εμπνέω στους άλλους ότι βάζω όρια και δεν εκπέμπω το «μην με πιέσετε άλλο». Σε αυτή τη δουλειά έχω λειτουργήσει αρκετά σαν σάκος του μποξ, έχω ζήσει το πνεύμα του «αν μου μιλήσεις και λίγο πιο άσχημα μπορεί και να ενεργοποιηθώ καλύτερα». Μην ξεχνάς ότι εγώ έχω τελειώσει την Σχολή του Εθνικού πριν από αρκετά χρόνια. Είχαμε δασκάλους πολύ μεγάλους και σπουδαίους ηθοποιούς αλλά ταυτόχρονα αρκετά κακοποιητικούς. Μπήκα στη σχολή 18 χρονών. Δεν ήμουν έτοιμη για αυτό που με περίμενε.
Ξέρουμε ποιος είναι ο ελέφαντας στο δωμάτιο…
Πέρα από τον Λευτέρη (σσ. Βογιατζή) και οι δάσκαλοι που είχα στη Σχολή δεν ήταν εύκολοι, και ειδικά οι γυναίκες…
Ειδικά οι γυναίκες ε;
Ναι γυναίκες προς γυναίκες. Τώρα που πέρασαν τα χρόνια καταλαβαίνω πώς ένοιωθαν, κάπως στη δύση τους, όπου λιγοστεύουν οι ρόλοι, ένοιωθαν μια ζωή να φεύγει. Αντί όμως να λειτουργούν προστατευτικά για τα νέα κορίτσια, να ανοίγουν μια φτερούγα, αυτές έβγαζαν κόμπλεξ και ανταγωνισμό.
Παρατηρώ όση ώρα είμαστε εδώ και τα λέμε ότι ακόμα κι όταν επισημαίνεις κάτι αρνητικό ή κάτι που σε πλήγωσε, το βάζεις σε ένα πλαίσιο, προσπαθείς να το ερμηνεύσεις, να το κατανοήσεις.
Σκέφτομαι ότι οι τότε συμπεριφορές δεν θα ήταν τώρα ανεκτές, κι αυτό είναι μια κατάκτηση της νέας γενιάς η οποία, βέβαια, φλερτάρει με κάτι που είναι αντικαλλιτεχνικό.
Δηλαδή;
Επειδή η δουλειά μας δεν έχει αντικειμενικά κριτήρια και ακριβώς επειδή είναι σωματική και ψυχική και πρέπει λίγο να χαλάσεις κάτι μέσα σου, να ψάξεις κάπως βαθιά, σε αυτές τις αναζητήσεις δεν μπορείς να φοράς γάντια, θέλει και λίγο να λερωθείς, να ματώσεις, να σκαφτείς. Αυτή η δουλειά δεν γίνεται με καθαρά χέρια και με τον κώδικα του political correct εξαρχής τοποθετημένο και με σαφή όρια.
Καταλαβαίνεις φαντάζομαι ότι αυτό που λες για κάποιους μπορεί και να είναι παρεξηγήσιμο.
Το λέω από προσωπική εμπειρία. Παρατηρώ στους νέους-και το θαυμάζω- μια τάση να θέσουν τα όρια τους αλλά ταυτόχρονα πίσω από αυτή την τάση, υπάρχει και ένας φόβος. Γιατί δεν τα ξέρεις πάντα τα όρια και τι θα σε πάει παρακάτω. Είναι και κάποια πράγματα που δεν τα φαντάζεσαι.
Λες δηλαδή ότι σε κάποια μονοπάτια πρέπει να πας και λίγο στα τυφλά, να μπεις χωρίς κόκκινες γραμμές.
Θεωρώ ότι το τόσο political correctness είναι και λίγο δίκοπο μαχαίρι. Είναι θέμα ποσοτήτων πάντα τα πράγματα. Οι ακρότητες δηλαδή δεν βοηθάνε, ούτε βέβαια και το να παραδοθείς άνευ όρων και να σε κάνει ό,τι θέλει ένας σκηνοθέτης. Ούτε όμως και το «δε θα πλησιάσεις πέρα από αυτή τη γραμμή».
Είσαι ενοχική; Μου έμεινε μια φράση που είπες προηγουμένως, μιλώντας για τις πρόβες με τον Βασίλη Παπαβασιλείου για την «Ελένη» στη Θεσσαλονίκη, είπες «εγκατέλειψα τα παιδιά μου για ενάμιση μήνα». Θα μπορούσες να πεις απλά ότι βρισκόσουν μακριά από τα παιδιά σου ενάμιση μήνα ή τελοσπάντων να το θέσεις κάπως αλλιώς.
Είμαι πολύ ενοχική. Σε σχέση με την προσπάθεια να ισορροπήσω ανάμεσα σε οικογένεια και καριέρα, νοιώθω ότι δεν έχω χαρεί πράγματα που θα μπορούσα να έχω χαρεί περισσότερο στη δουλειά, επιτυχίες ή συνεργασίες. Πάντοτε ένοιωθα ότι λείπω πολλές ώρες από το σπίτι και αυτό μου μείωνε τη χαρά στη δουλειά. Αισθανόμουν ότι δεν είμαι εκεί το βράδυ να βάλω τα παιδιά μου για ύπνο, γιατί αυτή είναι μια πολύ ωραία στιγμή της ημέρας όταν έχουν τελειώσει όλα, οι δραστηριότητες, το άγχος του πήγαινε-έλα, των μαθημάτων, όλου του φόρτου που μας έχει επιβληθεί. Μου έλειπε η στιγμή που βάζεις το παιδί για ύπνο και λες αυτές τις πέντε κουβέντες που δεν έχουν να κάνουν με τα διάβασες, πήγες, ήρθες, έκανες την εργασία, πρόλαβες να πας στο ποδόσφαιρο, έκανες το ένα ή το άλλο, λες πράγματα λίγο πιο ανούσια αλλά ταυτόχρονα πολύ ουσιαστικά. Αυτό το κομμάτι το έχω χάσει πολλά χρόνια και σε μια τρυφερή ηλικία των παιδιών. Με κυνηγάει κάπως αυτή η σκέψη…

Το εισπράττεις και από την ανάποδη; Ότι η οικογένεια σε αφήνει πίσω με έναν τρόπο στη δουλειά;
Ότι θα μπορούσα να είχα κάνει περισσότερα πράγματα εάν δεν είχα οικογένεια; Όχι. Γενικά από μικρή και απ’ όταν ξεκίνησα, το κομμάτι της φιλοδοξίας δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα ισχυρό σε εμένα. Κάπως μου έρχονταν τα πράγματα, δεν τα κυνηγούσα πολύ. Είχα στο μυαλό μου ανθρώπους των οποίων τις παραστάσεις παρακολουθούσα και ήθελα να συνεργαστώ μαζί τους αλλά δεν το διεκδίκησα ποτέ. Δεν πήγα να τους συναντήσω, δεν πήγα σε ακροάσεις. Τα έφερε έτσι η μοίρα, η ζωή ώστε να συναντηθούμε, κάπως έγινε και βρέθηκα στον δρόμο τους, κάπως ήρθαν αυτοί στον δικό μου δρόμο και έγιναν μαλακά, με ωραίο τρόπο, αυτές οι συνεργασίες.
Μετανιώνεις που δεν ήσουν περισσότερο φιλόδοξη;
Όχι. Είμαι ευχαριστημένη και χορτάτη και νοιώθω ότι όταν είμαι σε δουλειές ή όταν ηγούμαι μιας δουλειάς, ας πούμε τώρα στη σειρά στην τηλεόραση ή τότε στην «Ελένη», η ψυχοσύνθεση μου επηρεάζει κάπως την υπόλοιπη ομάδα. Περνάω καλά στις δουλειές και τις συνεργασίες μου, δε συμβαίνουν μεγάλα δράματα και νοιώθω ότι με έναν τρόπο αυτό οφείλεται και στην δική μου στάση απέναντι στα πράγματα.
Απολαμβάνεις την αναγνωρισιμότητα από την τηλεόραση;
Καλά δεν είναι κι ότι με παίρνουν οι παπαράτσι από πίσω (γέλια…). Οι εκδηλώσεις χαράς ή θαυμασμού είναι τόσο όσο, και με συγκινούν. Με συγκινεί επίσης, αλλά και με ταράζει όταν τη σήμερον ημέρα μου έστελναν μηνύματα γυναίκες από την επαρχία και μου έλεγαν ότι ζούνε μια παρόμοια ζωή με την «Ηλέκτρα», μια γυναίκα της δεκαετίας του ‘70 που είναι σε έναν γάμο που δε θέλει και αποφασίζει να δώσει μία και να τα γκρεμίσει όλα. Μου έχουν στείλει και μηνύματα όπου μου λένε ότι βλέποντας τη σειρά βρήκαν τη δύναμη και εγκατέλειψαν τον άντρα τους. Αυτό είναι κάτι σπουδαίο, εάν μπορεί μια σειρά να επηρεάζει με αυτόν τον τρόπο σε τέτοια ζητήματα.
Κάνεις κωμωδία τα τελευταία χρόνια. Πότε συνειδητοποίησες ότι σου ταιριάζει πολύ;
Η αλήθεια είναι ότι και στη σχολή, και λόγω παρουσιαστικού, που ήμουν μια ψηλή, και λίγο εσωστρεφής κοπέλα, μου έδιναν πάντα πιο ενζενίστικους ρόλους. Πέρασε καιρός να το ανακαλύψω. Μου ήταν πιο εύκολο να είμαι κωμική στην παρέα, παρά στην σκηνή.
Η κωμωδία δεν πάει χέρι χέρι με την ομορφιά.
Ναι και αυτό. Η πρώτη φορά πάντως, που κατάλαβα ότι με θρέφει η κωμωδία ήταν στους «Όρνιθες» που είχε σκηνοθετήσει ο Θέμης Μουμουλίδης όπου έκανα την Ίριδα. Θυμάμαι πάρα πολύ χαρακτηριστικά ότι σε μια σκηνή που είχα με τον Γιάννη Μπέζο- ο οποίος είναι από τους πιο γενναιόδωρους ανθρώπους που έχω γνωρίσει και στη ζωή και στη σκηνή-αυτός γυρνούσε πλάτη στους θεατές και με χάζευε και ήταν σαν να μου έδινε πάσες για να λάμψω. Όλο αυτό λοιπόν, η επενέργεια στο κοινό και το γέλιο που έβγαινε ήταν κάτι πολύ ωραίο και απελευθερωτικό. Τότε σαν να ανακάλυψα κάποιες δυνατότητες που πριν κοιμόντουσαν.
Γιατί πιστεύεις ότι ο Καραθάνος έκανε την παράσταση γυναικεία υπόθεση;
Δεν ξέρω, αλλά δεν είναι και λίγο η εποχή των γυναικών; Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για αυτό το έργο, την «Ειρήνη». Βλέπουμε σήμερα με τόσους πολέμους ότι οι άντρες δεν τα έχουν πολυκαταφέρει, ούτε αυτοί που μας κυβερνάνε, ούτε γενικά αυτοί οι οποίοι βρίσκονται σε νευραλγικές θέσεις και αποδεικνύονται άσχετοι. Και σκέφτεσαι μήπως το γυναικείο μυαλό, αυτή η γυναικεία πολυπραγμοσύνη, το γυναικείο χιούμορ και το γυναικείο ένστικτο μήπως θα μπορούσαν να σώσουν τον κόσμο;
Η λέξη «ειρήνη» σήμερα τι συνειρμούς σου προκαλεί; Σε μια εποχή που ζούμε τόσους πολέμους στη Μέση Ανατολή, στην Γάζα, στην Ουκρανία…
Από τη μία νοιώθεις ότι ολοένα και στενεύει ο κλοιός, ότι συμβαίνουν δίπλα σου γενοκτονίες, πεθαίνουν κάθε μέρα μικρά παιδιά, από την άλλη νοιώθεις και ότι είσαι μακριά από αυτό. Τη μια στιγμή σου σκάει στο newsfeed στο κινητό σου ένα παιδί υποσιτισμένο ή ακρωτηριασμένο και την επόμενη στιγμή σου σκάει ο γάμος της τάδε ηθοποιού ή τα καινούργια μαγιό του 2026. Η είδηση εναλλάσσεται. Είναι πολύ κοντά μας ο πόλεμος αλλά έχουμε και μια απόσταση ασφαλείας. Στην εποχή που διαδραματίζεται η «Ειρήνη» οι άνθρωποι ζούσαν μόνιμα σε πόλεμο, έκαναν παιδιά για να τα στείλουν να πολεμήσουν, αυτό ήταν το «κανονικό» τους με μικρά κενά, με μικρές συνθήκες ειρήνης που υπέγραφαν και κρατούσαν για λίγο. Εμείς έχουμε μεγαλώσει σε μια εποχή όπου όλα ήταν ασφαλή, υπήρχε ευμάρεια, υπήρχαν χρήματα. Τώρα είμαστε ξανά σε μια εποχή πολέμων αλλά τους βλέπεις σαν ειδήσεις στο κινητό σου.
Θες να πρωτοτυπήσουμε σε αυτή τη συνέντευξη και να μη σε ρωτήσω τίποτα για τον Χρήστο Λούλη;
Γιατί όχι…
Ταυτότητα παράστασης: Διασκευή – Πρωτότυπο Κείμενο – Τραγούδια: Φοίβος Δεληβοριάς
Σκηνοθεσία – Σύλληψη: Νίκος Καραθάνος
Συνεργασία στη σκηνοθεσία: Άγγελος Τριανταφύλλου
Συνεργάτις δραματουργός: Έρι Κύργια
Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Φοίβος Δεληβοριάς, Άγγελος Τριανταφύλλου
Φωτισμοί: Ελίζα Αλεξανδροπούλου
Κίνηση: Αμάλια Μπένετ
Χορογραφία: Αλέξανδρος Σταυρόπουλος
Σύμβουλος επί του αρχαίου κειμένου: Γιάννης Αστερής
Βοηθοί σκηνοθέτες: Δημήτρης και Ορέστης Σταυρόπουλος
Διανομή
Γαλήνη Χατζηπασχάλη, Θανάσης Αλευράς, Εμιλυ Κολιανδρή, Γιάννης Κότσιφας, Πάνος Παπαδόπουλος, Ζέτα Μακρυπούλια, Βάσω Καβαλιεράτου, Φοίβος Δεληβοριάς, Νίκος Καραθάνος, Άγγελος Τριαντάφυλλου Γιλμάζ Χουσμέν, Άλκης Μπακογιάννης, Κωνσταντίνος Κοντογεωργόπουλος, Κωνσταντίνος Ζωγράφος, Γιάννης Σαμψαλάκης, Βασίλης Παπαδόπουλος, Σπύρος Μπόσγας, Αντώνης Χρήστου.
Ορχήστρα επι σκηνής:
Ανδρέας Πολυζωγόπουλος, Θοδωρής Ρέλλος, Γιόελ Σότο, Γιάννης Αγγελόπουλος (Jan Van De Engel)
Η «Ειρήνη» ξεκινάει από το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου στις 24 & 25 Ιουλίου (στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών) και θα συνεχίσει την καλοκαιρινή περιοδεία της σε διάφορα μέρη της Ελλάδας: 29/7 Σαΐνοπούλειο θέατρο Σπάρτης, 30/7 Ανοιχτό Θέατρο Καλαμάτας, 31/7 θέατρο «Γ.Παππάς» στο Αίγιο, 1/8 θέατρο Αρχαίας Ολυμπίας, 2/8 Αρχαίο θέατρο Οινιαδών – Μεσολόγγι, 5/8 Υπαίθριο Θέατρο Ηγουμενίτσας Μ. Γκανάς, 7/8 Ανοιχτό Θέατρο Νέων Μουδανιών, 8 & 9/8 Ακρόπολη Φιλίππων, 10/8 Φεστιβάλ Ολύμπου-Αρχαίο Θέατρο Δίου.
