Release Athens | The Offspring: Το βράδυ πήγε «ανάποδα» και καθόλου δε μας χάλασε
Η 7η Ιουλίου είχε punk ατζέντα και ένα focused κοινό που βρέθηκε από πολύ νωρίς στην Πλατεία Νερού, για νέες συγκινήσεις και αξέχαστα ρεφρέν.
Πέμπτη μέρα για φέτος που με βρήκε να κατευθύνομαι προς την Πλατεία Νερού, αυτήν την φορά για ένα βράδυ αφιερωμένο στην punk αλλά κλασικά αγχωμένη πως, έχοντας φύγει από το σπίτι τελευταία στιγμή (πάλι), δε θα φτάσω εγκαίρως – δε θα προλάβω δηλαδή την πρώτη μπάντα. Σε σχέση με τις προηγούμενες μέρες του φετινού Release, η χθεσινή ήταν περισσότερο προσωπική. Οι λόγοι διάφοροι, και ένας από αυτούς οι Βρετανοί High Vis που θα άνοιγαν την βραδιά, πριν υποδεχτούμε τους ιστορικούς Bad Religion και αργότερα τους headliners The Offspring. Απ’ ότι φάνηκε, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που συμμερίστηκαν την ίδια επιτακτικότητα. Η hardcore μπάντα έκανε την Πλατεία να γεμίσει από νωρίς, με παρέες που ενώθηκαν κάτω από τον ήλιο για ένα εκ των πιο οικείων σόου που θα θυμόμαστε. Ο κόσμος πολλαπλασιάστηκε, ξέδωσε στους Bad Religion και, όταν ήρθε η ώρα για τους Offspring, ήμασταν έτοιμοι να ξεκουραστούμε ακούγοντας ζωντανά το soundtrack μιας ξεχασμένης εφηβείας – και το σετ τους βοήθησε αρκετά.
Συναισθηματικό High (Vis)

Το είχα αναφέρει στην ανταπόκριση για Moby, με αφορμή τους Pale Blue Eyes που άνοιγαν και το επαναφέρω: οι πρώτες μπάντες δεν είναι για να χάνονται. Αυτό ισχύει στον απόλυτο βαθμό του για το χθεσινό Release, το οποίο μας έδωσε την ευκαιρία να ακούσουμε λάιβ μια από τις πιο δυνατές rock μπάντες αυτήν την στιγμή. Για συγκεκριμένους παρευρισκόμενους, οι High Vis ήταν το χάιλαϊτ της βραδιάς, ίσως και ο λόγος που πλήρωσαν το εισιτήριο – «έλα, τελείωσε το λάιβ, πάμε να φύγουμε», όπως ακούστηκε ξανά και ξανά στο τέλος του σετ τους. Μπλέκοντας πέρα για πέρα προσωπικό στίχο με hardcore punk και baggy ήχους, οι Βρετανοί έπαιξαν μπροστά σε ένα μικρό κοινό που βρέθηκε να καίγεται κάτω από τον ήλιο, συγκινητικά παρόν και συντονισμένο: ένιωθες ατομικούς πόνους να συγχέονται σε ένα συλλογικό πένθος – στο «Walking Wires», στο «Choose to Lose», και φυσικά στο «Trauma Bonds». Η πενταμελής μπάντα κατέθεσε ένα σετ όλο ένταση, με ένα συναίσθημα που ήταν αδύνατο να περιοριστεί. Αντιθέτως, πλημμύρησε και μας συνεπήρε. Πολλοί, «πικάραμε» εκεί.
Mosh pits παντού

Την εσωτερική ένταση των High Vis ήρθαν να αποσυμφορήσουν οι Bad Religion – ώρα να χτυπηθούμε. Η πλατεία γέμισε στο μαξ και δίνεται η αίσθηση πως το κοινό ήταν μοιρασμένο: για άλλους το main όνομα ήταν οι Offspring, για άλλους οι Bad Religion και για άλλους οι High Vis. Οι «μεσαίοι» της βραδιάς, οι Αμερικανοί punk-rockers έκαναν χώρο για όσους βρέθηκαν εκεί με μια οριακή ανάγκη για ξέσπασμα. Πάντα επίκαιρος πολιτικός στίχος και αναλλοίωτος skate-punk ήχος, οι Bad Religion ήρθαν σχεδόν χέρι-χέρι με τους The Offspring – οι δυο μπάντες σχηματίστηκαν τη δεκαετία του ’80 στο Λος Άντζελες και θεώρούνται αμφότερες σημαντικά σημεία της punk rock αναβίωσης του ’90. Τολμούμε μάλιστα να πούμε, πως ήρθαν με μια (πάντα) πιο σοβαρή διάθεση – και δεν το αποδίδουμε στο «φλώρικο» μπλουζάκι του frontman Γκρεγκ Γκράφιν. Κάτι στη μουσική τους, όπως και κάτι στον τρόπο που την επιτελούν επί σκηνής, δεν αφήνει περιθώρια να σε απομακρύνουν. Ακόμα και οι λιγότερο φανατικοί, νιώθαμε πως τόσο η μπάντα όσο και οι πορωμένοι πάνκηδες από κάτω συνδημιουργούν ένα πλαίσιο ασφάλειας: χτυπιέσαι για να επουλωθείς, όχι για να πονέσεις.
Γλυκιά νοσταλγία – a little too sweet

Η αλήθεια είναι πως τα δυο πρώτα σετ της βραδιάς ήταν αρκετά απαιτητικά, συναισθηματικά και σωματικά, με αποτέλεσμα να είμαστε λίγο-πολύ κομμάτια την ώρα που είναι να βγουν οι Offspring. Έτσι, αποφασίσαμε με την παρέα να βγούμε λίγο έξω από τον χαμό, καταλήγοντας να ακούμε το soundtrack της (προ)εφηβείας μας – «The Kids Aren’t Alright», «Why Don’t You Get A Job», «Pretty Fly (For A White Guy)» – δίπλα-δίπλα με άλλους ανθρώπους που ήταν (σαν εμάς) εκεί απλά για να νοσταλγήσουν. Και ενώ στην αρχή μπορεί να αγχωθήκαμε πως δε θα μπορέσουμε να απολαύσουμε το main show στο έπακρον, η ίδια η μπάντα ήρθε τελικά με αντίστοιχα χαλαρή διάθεση. Αυτός ο συντονισμός ήταν, λοιπόν, μια ευχάριστη εν προκειμένω σύμπτωση.
Οι The Offspring δεν ήταν ποτέ μια ιδιαίτερα deep μπάντα – αυτός είναι και ο λόγος που αγαπήθηκε τόσο πολύ από χαομένα εφηβάκια που είχαν απλά ανάγκη για «ανούσια» ξέσπασματα και «γηπεδικά» ξεφωνήματα, αλλά κυρίως από κάποιον να τους πει πως δεν υπάρχει λόγος να παίρνεις τον εαυτό σου και πολύ στα σοβαρά. Εχθές είδαμε μια ακόμα πιο «ασόβαρη» πλευρά τους, η οποία ήταν ταυτόχρονα υπερβολική και γλυκιά: ατέλειωτο pampering σχετικά με το πως είμασταν «το καλύτερο κοινό που έχει υπάρξει ποτέ», ένα cover της Τέιλορ Σουίφτ που νεύριασε ανησυχητικά πολλούς (άνδρες) του κοινού, πολύχρωμα κομφετί, φουσκωτές μπάλες και ατέλειωτες ιπτάμενες μπύρες.
Χωρίς να μας ενθουσιάσει αλλά και χωρίς να μας απογοητεύσει, το main όνομα της βραδιάς «συνάντησε» ακριβώς τις προσδοκίες μας. Περισσότερο από κάθε τραγούδι των Offspring, η εικόνα που θα μου μείνει θα είναι οι κάποτε νευριασμένοι έφηβοι/πλέον τρυφεροί γονείς που μοιράζονταν το έξαλλο παρελθόν τους με τα παιδιά τους. Ένας κύκλος που δεν τελειώνει και ένα (εφηβικό) αίσθημα που πάντα κάπου, και πότε στ’ αλήθεια μοναχικά, θα σε βρίσκει.

